ΚΑΦΑΛΑΙΟΝ Ζ΄- ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ

[Άλλα μέντοι δει γε προς μεν τους οικείους πράους αυτούς είναι, προς δε τους πολεμίους χαλεπούς- ει δε μή, ου περιμενοϋσιν άλλους σφάς διολέσαι, άλλ' αϋτοΧ φθήσονται αυτο δράσαντες.] Πλάτων Πολιτεία II, 375c 1-4.

Για πολλά τώρα χρόνια, τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή των γιορτών. Όσο κι αν για την Ανατολή και για την Ελληνορθόδοξη παράδοση μας, η πιο μεγάλη γιορτή, εορτή εορτών και "πανήγυρις πανηγύρεων" είναι το Πάσχα, που συμβολίζει την Ανάσταση και την ελευθερία από τον θάνατο, έλα να το πείς αυτό στα παιδιά. Τα Χριστούγεννα ήταν η μέρα που η γιαγιά η Τζιυρκακού έφερνε τα δώρα, ένα αυτοκινητάκι από κασσίτερο για τα αγόρια, μια ξανθιά κουκλίτσα, που κατά κάποιο μαγικό τρόπο ανοιγόκλεινε τα γαλάζια μάτια της, για τα κορίτσια. Και δεν ήταν μόνο μια γιορτή αυτή την περίοδο, μα πολλές μαζεμένες, που θα έλεγε κανείς ότι δεν θα τέλειωναν ποτέ, ήταν η παραμονή των Χριστουγέννων με τα κάλαντα, τ' Άη Βασιλιού και τα Φώτα με τον αγιασμό των υδάτων και τον παπά, που αγίαζετα σπίτια, την αυλή, τα ζώα και τα πηγάδια και έριχνε αγιασμό στον κάθε πιστό που του φιλούσε το χέρι. Πόλεμοι και καταστροφές δεν είναι εμπόδιο για να νιώσουν τα παιδιά την χαρά της γιορτής! Πα τους μεγάλους, όμως εκείνα τα Χριστούγεννα δεν θα ήταν χαρούμενα, ούτε κι εκείνα που θα ακολουθούσαν.
Αν και είχε βρέξει και τα Νικολοβάρβαρα ήταν πλούσια σε βροχή, ο καιρός ήταν γλυκός. Δεν έκανε κρύο και τα παιδιά απολάμβαναν το παιγνίδι. Η αυλή, μπροστά από το σπίτι του Λεωνή ήταν σωστή λίμνη. Το νερό δεν έβρισκε διέξοδο προς τον δρόμο, γιατί το άνοιγμα που υπήρχε στον τοίχο από ξερολιθιά, είχε κλείσει από τη λάσπη και κανένας δεν είχε φροντίσει να το ανοίξει. Η Στέλλα, ο Χριστάκης και ο Κωστάκης στέκονταν στην άκρη και παρακολουθούσαν τον Κυριάκο, που είχε πια κλείσει δυό χρονών να ρίχνει μικρές πετρίτσες στο νερό και να γελά δυνατά με το θόρυβο που έκαναν. Ο Κωστάκης του μάζευε πετρίτσες κι έριχνε, που και που κι αυτός καμιά στο νερό, ήταν όμως συγκρατημένος, γιατί αυτό δεν ήταν παιγνίδι για μεγάλους. Δεν ήταν βέβαιο ότι ο Χριοτάκης και η Στέλλα τον θεωρούσαν μεγάλο πια, αλλά εκείνος έτσι ήθελε να τον θεωρούν! Όλοι γελούσαν και ήταν ευτυχισμένοι με το παιγνίδι του νερού και συχνά θύμιζαν στον Κυριάκο να μην ρίχνει πολύ κοντά του τις πετρίτσες μήπως και βραχεί, γιατί η γιαγιά θα τους έβαζε τις φωνές και θα ήθελε νατου αλλάξει και τα ρούχα. Μα ο Κυριάκος ήξερε πολύ καλά πώς να ρίχνει τις πέτρες και είχε μάθει πια παίζοντας τόσες μέρες το ίδιο παιγνίδι. Μα να, που μια πέτρα, ήταν πιο μεγάλη από τις άλλες κι όπως την άρπαξε με πολύ ενθουσιασμό του ξέφυγε και πλάτς έπεσε μόλς μπροστά του και του γέμισε τα παπούτσια νερό. Ο Χριοτάκης θύμωσε πολύ, γιατί ήταν ο πιο μεγάλος κι ένιωθε υπεύθυνος για το συμβάν, έβαλε τις φωνές στον Κωστάκη, που πολύ του κακοφάνηκε, άρπαξε τον Κυριάκο από το χέρι κι έτρεξε στο σπίτι, προτού πάρει είδηση η γιαγιά τι είχε γίνει και τους βάλει κι αυτή τις φωνές, μαζί του έτρεξαν και τα άλλα παιδιά. Η Στέλλα, πολύ γρήγορα βρήκε ένα ζευγάρι στεγνές κάλτσες από τη μεγάλη κοφίνα, όπου η μαμά έβαζε τα ρούχα τους, καθαρά και προσεκτικά διπλωμένα. Μαζί έβγαλαν τα παπούτσια και τις βρεγμένες κάλτσες του Κυριάκου και του φόρεσαν τις στεγνές. Του έβαλαν όμως τα ίδια παπούτσια, αν και λίγο βρεγμένα, γιατί δεν είχε άλλα.
Η γιαγιά η Δεσποινού, ήταν στο αχυρωνάρι. Δε μάζευε άχυρα, βέβαια, αλλά έψηνε μοσχοκούλλουρα μεχαρουπόμελο. Από το σεισμό, το σπίτι τους με την ωραία τσιμινιά και τις πέτρινες πεζούλες, είχε γκρεμιστεί και τώρα έμεναν με το
Λεωνή σε ένα μόνο δωμάτιο, που δεν χωρούσε ούτε κουζίνα ούτε τσιμινιά. Στη μια άκρη του αχυρώνα υπήρχε μια μικρή πεζούλα, μαζί και τσιμινιά και μια πέτρινη, μεγάλη γούρνα για να πλένουν τα ρούχα. Αυτό το πλυσταριό και ο αχυρώνας που δεν έπαθε σοβαρές ζημιές από τον σεισμό, γιατί ήταν ήδη γεμάτος άχυρο, τα χρησιμοποιούσαν τώρα και για κουζίνα όπου μαγείρευαντο φαγητό τους και τυρόπιαναν.
Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα. Ήταν νηστείες. Αυτές τις τελευταίες μέρες της νηστείας, νήστευαν ακόμα και τα παιδιά. Η Στασού έλεγε πως ήταν υπερβολή κι ότι έπρεπε να τρώνε τουλάχιστον λίγο χαλούμι και κανένα αυγό, η γιαγιά, όμως τους δίδασκε ότι ο Χριστός ζητούσε τη νηστεία από όλους, μικρούς και μεγάλους και μόνο τα μωρά, που θήλαζαν δικαιούνταν να μη νηστεύουν. Κατά παράδοξο τρόπο τα παιδιά ακολουθούσαν με μεγάλη επιμέλεια τις διδαχές της γιαγιάς. Η Στασού κάποτε μουρμουρούσε γι' αυτό, όμως παραδεχόταν ότι η μάνα της ήταν σοφός δάσκαλος, όχι μόνο για τα δικά της παιδιά, μάγια όλα της τα εγγόνια, που συχνά μαζεύονταν και κρέμονταν από τα χείλη της, κυρίως όταν τους έλεγε ιστορίες ή τους απήγγειλε ποιήματα.
Από μέρες είχε βάλει τον Χριστάκη, τη Στέλλα και τον Αλέξαντρο και κοπάνησαν τα χαρούπια. Πάντα φύλαγε ένα σάκκο διαλεχτά χαρούπια και μέσα στις νηστείες των Χριστουγέννων, και τη Μεγάλη βδομάδα, πριν το Πάσχα, έβαζε τα παιδιά να αλέθουν, λ'γα κάθε φορά, τα μούλιαζε σε νερό όλο το βράδυ, έβραζε καλά εκείνο το ζουμί, το κατάστηνε κι έφτιαχνε μέλι μέσα στο οποίο έψηνε μοσχοκούλουρα και όλα της τα εγγόνια ήξεραν πότε να την επισκεφθούν για να τα απολαύσουν. Κι αυτή, τότε ένιωθε πραγματικά τρισευτυχισμένη. Η ζωή της ήταν γεμάτη δουλειά και φροντίδες και ο χρόνος της απελπιστικά λίγος, όμως, πάντα κατάφερνε να τον κλέβει και να φτιάχνει λχουδιές για τα παιδιά, πότε ωραίες τηγανίτες με χοιρινό λίπος περιχυμένες με καθαρό μέλ από το δικό της μελίσσι, πότε λαζάνια με μπόλικη αναρή τριμμένη ή μακαρόνια τυλιγμένα πολύ λεπτά με μαύρο, μυρωδάτο λιόλαδο, λαππά με καλά κτυπημένο και αποφλοιωμένο σιτάρι, γρούτα με μέλ της μέλισσας ή χαρουπόμελο και ένας Θεός ξέρει πόσα άλλα γλυκά και απολαυστικά πράγματα, με βάση το αλεύρι, το σιτάρι, το μέλι, το χοιρινό λίπος και το λιόλαδο μπορούσε να φτιάξει. Όμως και όταν τυρόπιανε, χώριζε πάντα, στη μεγάλη, μπακιρένια γαβάθα, ανθόγαλο με μυζήθρα, που μαζί με κομματάκια ψωμί και ζάχαρη γινόταν μια ακαταμάχητη και πολύ θρεπτική λιχουδιά για τα παιδιά. Γι' αυτό και όλα της τα εγγόνια τη λάτρευαν και μαζεύονταν στην αυλή της. Και τα παιδιά της Στασούς ένιωθαν πολύ ευτυχισμένα, αφού η γιαγιά έμενε μαζί τους κι έτσι γίνονταν το κέντρο της συνάθροισης όλων των εγγονιών. Ήδη κάποια ξαδέρφια ήταν σε ηλικία γάμου ενώ άλλα ήταν στη κοιλά των θείων κι έρχονταν. Τα μεγάλα ξαδέρφια έρχονταν λιγότερο συχνά βέβαια, γιατί είχαν πια βγεί στη βιοπάλη ή ήταν στις μεγάλες τάξεις του γυμνασίου και είχαν πολύ διάβασμα, τα πιο μικρά όμως ήταν πάντα εκεί, σχεδόν καθημερινά.
Απασχολημένη, η γιαγιά η Δεσποινού, μετο ψήσιμο και με χίλιες σκέψεις, ξέχασε για λίγο τα παιδιά, που έπαιζαν στην αυλή και όταν κάποια στιγμή τα θυμήθηκε αλαφιάστηκε και πετάχτηκε έξω να δεί τι κάνουν. Πολύ ανησύχησε που δεν ήταν εκεί κι άρχισε να τα φωνάζει, χωρίς να κρύβει και κάποιο πανικό στη φωνή της. Της απάντησε η Στέλλα «Εδώ είμαστε γιαγιά» και πρόβαλε τρεχάτη πίσω απότη γωνιά του σπιτιού. «Ο Κυριάκος έβρεξε τις κάλτσες του και ο Χριστάκης του τις άλλαξε». «Και πώς βράχηκε ο Κυριάκος;», ρώτησε η Δεσποινού, «μήπως έβρεξε και τα ρούχα του; Για ελάτε όλοι εδώ!» Αυτό δεν χρειαζόταν και να το πει γιατί από τη γωνιά του σπιτιού ξεπρόβαλαν και τα τρία αγόρια, δειλά αλλά και θυμωμένα με τη Στέλλα που «πρόδωσε». Ο Κυριάκος δεν ήταν βρεγμένος, μα όλωντα παπούτσια ήταν λασπωμένα. Μετόσο καλό χειμώνα και τόση βροχή, που είχε ρίξει, όχι μόνο των παιδιών, μα και των μεγάλων τα παπούτσια θα ήταν βρεγμένα και λασπωμένα. Τους μάλλωσε μάλλον χαϊδευτικά, και τους είπε να είναι πιο προσεχτικοί, γιατί, αντους έβρισκε η μάνα τους βρεγμένους και λασπωμένους, θα ακούγονταν οι φωνές της μέχρι τον καφενέ του Αντωνή, άσε που μπορούσε και να αρρωστήσουν.
Αλήθεια, ήταν μια μαγική εικόνα να στέκεται η γιαγιά μπροστά στα τέσσερα εγγονάκια και να τα μαλλώνει με μια σοβαρότητα, που ήταν όλο χάδι, για κάτι τόσο παιδιάστικο, τόσο αναμενόμενο κι αυτά να την κοιτάζουν στα μάτια, όλογλύκα, σαν να τη βεβαίωναν, χωρίς λέξεις ότι δεν θα το ξανάκαναν ακριβώς αυτό, που σε λ'γο θα επαναλάμβαναν. Το νερό θα είναι πάντοτε ένας μεγάλος πειρασμός για παιχνίδι, τουλάχιστον όσο υπάρχουν παιδιά.
Εκείνη τη στιγμή ήρθαν και ο Αλέξαντρος, μαζί με το μικρό Κλεόβουλο. Ήταν κι εκείνοι αρκετά λασπωμένοι, αλλά και πολύ χαρούμενοι. Κρατούσαν από μια βαρκούλα, που τους είχε φτιάξει ο πιο μεγάλος αδερφός τους ο Νίκος με παλιά εφημερίδα. «Ο Νίκος μας έμαθε να φτιάχνουμε βαρκούλες», είπε ο Αλέξαντρος κι έριξε στο νερό τη βαρκούλα που κρατούσε. Το ίδιο έκανε κι ο Κλεόβουλος, ενώ μια μικρή, χαρούμενη κραυγή ξέφυγε από το στόμα του περιμένοντας τις να αρμενίσουν.
Αλ'μονο όμως, οι δυό χάρτινες βαρκούλες, θες γιατί φτιάχτηκαν πολύ πρόχειρα, θες γιατί ρίχτηκαν στο νερό πολύ απότομα, έγειραν, γέμισαν νερό και βυθίστηκαν. Όλα τα παιδιά, σαν να είχαν συνεννοηθεί, άφησαν, ταυτόχρονα, να τους ξεφύγει ένας στεναγμός απογοήτευσης.
Η γιαγιά κατάλαβε την απογοήτευση τους, τώρα πια όμως, είχαν πιο ευχάριστα πράγματα να κάνουν. Ήδη η δυνατή, γαργαλιστική μυρωδιά του χαρουπόμελου ξεχυνόταν και γέμιζε την αυλή και τα παιδιά ανυπομονούσαν. Τα κάλεσε μέσα και αυτά πατώντας πάνω σε μια παλά σανίδα, για να μην γεμίσουν τα παπούτσια τους νερό, μπήκαν στο αχυρωνάρι, όπου η μεγάλη, χάλκινη κατσαρόλα έβραζε πάνω στη νηστεία, στην οποία έκαιε ένα ξερό, μεγάλο ξύλο από χοντρό κλωνάρι χαρουπιάς. Πραγματικά όλο το μεγάλο μακρυνάρι μοσχομύριζε και γρήγορα η γιαγιά γέμισε με την παλά της, τρυπητή κουτάλα, τη μεγάλη, μπακιρένια κούπα με αχνιστά κουλουράκια, ψημένα στο χαρουπόμελο. Έβαλε την κούπα κάτω, στο χωματένιο δάπεδο και τους έδωσε από ένα πηρούνι λέγοντας να περιμένουν λίγο να κρυώσουν όμως, τίποτα δε συγκρατούσε τα παιδιά, που κάθισαν κατάχαμα γύρω-γύρω κι έπεσαν μετα μούτρα στα ζεματιστά κουλλουράκια.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στην πόρτα ο Νίκος, ίσα-ίσα για να πάρει κι εκείνος μέρος στο τσιμπούσι. Γρήγορα η κούπα άδειασε κι άστραψε το πρόσφατο επικασσιτέρωματης. Η γιαγιά τους έβαλε ακόμα δυό κουταλιές τονίζοντας τους ότι είχαν πάρει πιο πολλά από το μερίδιο τους.
Τέλειωσαν τα παιδιά, μα η γιαγιά δεν τα άφησε να φύγουν από το αχυρωνάρι. Έξω ήταν λάσπες και νερά, ενώ εκεί μέσα ήταν ζέστα και στεγνά. Άλλωστε, της άρεσε πάρα πολύ να τα βλέπει και να τα ακούει γύρω της, ενώ έκανε τις δουλειές της. Και ασφαλώς είχε τον τρόπο της να περνούν καλά και να μη βαριούνται! Μετηνψιλή, αλλά καθάρια φωνή της άρχισε να τους απαγγέλλει το γλέντι των ακριτών και το αντροκάλεσμα του Χάρου από το Διγενή στα μαρμαρένια αλώνια. Τα παιδιά παρακολουθούσαν, ήταν όμως πολύ μικρά ακόμα, για να καταλάβουν τα μεγάλα νοήματα της αντρειοσύνης και της αθανασίας της φυλής των Ελλήνων, που ζούσαν και συντάρασσαν ακόμα και τον Άδη, σύμφωνα μετοτραγούδι, που τραγούδαγε ο θείος Γιώρκος.
Τέλειωσε η γιαγιά το ποίημα κι ασχολήθηκε με το νοικοκυριό της. Ήταν πολύ σκεφτική αφού της είπε η Στασού τις λεπτομέρειες από την επίσκεψη στους φυλακισμένους και το «μανιτάρι του δρυ» που ζήτησε ο Κώστας για να «πλένει τα πιάτα». Σίγουρα ήταν κάτι συνθηματικό. Τι όμως; Θυμήθηκε ότι και σε ένα γράμμα, που τους έστειλε πριν κανένα μήνα αναφέρθηκε στο ίδιο θέμα. Είχε μάλοτα κοιτάξει τους δρύες τους ένα-ένα και πραγματικά βρήκε σε ένα, εκείνο που ήταν στο χωράφι του γαμπρού τους του Χαμπή, απέναντι από τον Αρχάγγελο, όπως είχε μηνύσει και ο Κώστας, να κρέμμεται από τον κορμό του ένα μεγάλο μανιτάρι. Ήταν πολύ σκληρό, σαν ξύλο, ήταν και δηλητηριώδες. Δεν ήταν δυνατό ο Κώστας να εννοούσε αυτό το μανιτάρι για να πλένει τα πιάτα. Είχε ψάξει καλά κάτω από τον δρυ εκείνο για κάποια κρύπτη. Είναι γεγονός ότι όλο το χωράφι ήτα γεμάτο όστρακα* και στις άκρες του είχαν βρεί αρκετούς αρχαίους τάφους, λαξευμένους στην αμμόπετρα, κοντά σ' αυτόν τον δρυ, όμως δεν υπήρχε καμιά ένδειξη για κάτι τέτοιο. Οι αρχαίοι τάφοι ήταν ιδανικές κρύπτες για οπλισμό, όπως και οι ξερολιθιές.
Τα παιδιά μαζεύτηκαν κοντά στη μεγάλη πόρτα κι έκαναν κουβέντες. Μιλούσαν για πολλά πράγματα, περισπούδαστα σαν μεγάλοι. Το επίκεντρο ήταν ο Νίκος, που ως ο μεγαλύτερος ήξερε και τα πιο πολλά. Στην αρχή δοκίμασε να τους εξηγήσει το ποίημα που μόλς τους είχε απαγγείλει η γιαγιά, χωρίς πολλή επιτυχία, γιατί κι εκείνος δεν ήταν αρκετά μεγάλος για να καταλάβει το νόημα του. Έτσι, γρήγορα βρέθηκε να τους μιλά για τον Μεγαλέξαντρο και τον μύθο της αδερφής του της γοργόνας που ρωτούσε τους καπετάνιους αν «ζούσε ο βασιλιάς Αλέξαντρος» κι αλίμονο αν της έλεγαν πως είχε πεθάνει. Είδε όμως τα παιδιά να χάνουν το ενδιαφέρον τους για τόσα πολλά ηρωικά και σταμάτησε.
Ο Αλέξαντρος είπε τότε να παίξουν «πέτρες» κι έβγαλε από τηντζέπη του εννιά μικρά βότσαλα, πέντε με σκούρο χρώμα και τέσσερα άσπρα. Ήταν ένα ωραίο παιγνίδι, σαν τους αρχαίους πεσσούς, που το έπαιζαν πολύ τα παιδιά. Ήταν παιγνίδι για τρείς που έπαιρναν από τρεις πέτρες. Τις έβαζαν μπροστά τους, καθιστοί κατάχαμα και τις έβαζαν με τη σειρά, σε κύκλο. Κέρδιζε εκείνος που τελείωνε η διανομή του σε τρεις άσπρες πέτρες.
Είπαν να παίξουν τα τρία μεγάλα αγόρια, ο Νίκος, ο Χριστάκης και ο Αλέξαντρος. Ο Χριστάκης όμως αρνήθηκε κι έτσι έπαιξε η Στέλλα. Ήταν σπάνιο να παίζουν τέτοιο παιγνίδι τα κορίτσια όμως κάποτε γίνονταν εξαιρέσεις, όπως τώρα, αφού δεν υπήρχε άλλο αγόρι διαθέσιμο.
Το παιχνίδι άρχισε. Οι τρεις παίκτες κάθισαν, οι πέτρες

*Όοτρακα: Υπολείμματα αρχαίων, σπασμένων αγγείων.

διαμοιράστηκαν και άρχισαν να κάνουν τον γύρο. Τα άλλα παιδιά μαζεύτηκαν και παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον, επιφωνήματα και υποδείξεις, κυρίως από τον Κωστάκη του οποίου οι υποδείξεις εκνεύριζαν τους παίκτες και του έλεγαν να σιωπήσει, αυτός όμως ήταν απτόητος. Στο πρώτο παιγνίδι το κέρδισε η Στέλλα και την χειροκρότησαν όλοι, ακόμα και τα μικρούλια, ο Κλεόβουλος και ο Κυριάκος.
Ο Χριοτάκης παρακολουθούσε το παιχνίδι, μα ο νους του δεν ήταν εκεί. Εκείνο το ταξίδι και η επίσκεψη στις φυλακές, οι δικοί τους άνθρωποι πίσω από τα σίδερα, δεν έφευγαν ούτε λεπτό από τη σκέψη του. Ήταν σαν να είχε ωριμάσει κατά είκοσι χρόνια και έβλεπε τη ζωή μέσα από ένα μεγάλο παράθυρο, που ο ίδιος δεν μπορούσε να διαβεί και πέρα από το παράθυρο ήταν το απόλυτο, το μεγαλειώδες, το ανυπέρβλητο, το ιδεατό, το άπιαστο, Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! Ήταν ώρες που ήθελε να κλάψει, μα δεν μπορούσε, λες και εκείνα τα δάκρυα μπροστά στο κλουβί όπου βρίσκονταν οι φυλακισμένοι τους, την ώρα της επίσκεψης, ήταν όλα όσα είχε να δώσει και δεν υπήρχαν άλλα για τίποτα μικρότερο από το μεγαλείο των αγωνιστών.
Όμως εκείνη η μέρα, κοντά στα Χριστούγεννα του '55, θα αποδεικνυόταν για τον Χριοτάκη, όπως και για τον κάθε Έλληνα της Κύπρου, η μέρα όπου όλα τα δάκρυα θα ήταν πολύ λίγα για να μαλακώσουν την απέραντη οδύνη του θανάτου. Τα δάκρυα ενός λαού και το άλικο αίμα κάποιων παλληκαριών θα ενώνονταν για να ποτίσουν το χώμα της Ανάστασης και της Λευτεριάς. Δάκρυα για τη λύτρωση και αίμα για την υπέρτατη θυσία. Το χρυσό δισκοπότηρο είχε προσκομισθεί και αγιασθεί, Ήταν η ώρα πια της θείας μετάληψης!
Το παιγνίδι με τις πέτρες εξελσσόταν όλο εκπλήξεις, αφού η Στέλλα κέρδιζε συνεχώς. Κέρδισε τέσσερα παιγνίδια στη σειρά. Ο καλοκάγαθος Νίκος χαιρόταν που η μικρή ξαδέρφη ήταν τυχερή, μα ο Αλέξαντρος τσαντιζόταν. Είχε κάνει κι ένα μικρό κόλπο όταν μοίραζε τις πέτρες, βέβαιος ότι θα του ερχόταν βολικά· Τίποτα όμως! Η Στέλλα πήρε και πέμπτο παγνίδι. Ο Νίκος, βλέποντας τον Αλέξαντρο θυμωμένο, εισηγήθηκε να ξαναρχίσουν, αφού ξαναμοιράσουν πέτρες και ορίσουν τον παίκτη που θα έκανε την αρχή. Η Στέλλα και ο Αλέξανρος δέχτηκαν. Το παιγνίδι γινότανπια πολύ ενδιαφέρον.
Εκείνη την ώρα φάνηκε στην πόρτα ο Κόκος με το συνηθισμένο, ανοικτόκαρδο χαμόγελο του. Τους είδε που έπαιζαν πέτρες και ρώτησε ποιος κέρδιζε. Του είπαν και αυτός θεώρησε απαραίτητο να τους πειράξει:
- Μπράβο Στέλλα, δώσε τους ένα καλό μάθημα, για να μάθουν να παίζουν!
Τα παιδιά κατάλαβαν το πείραγμα και τον στραβοκοίταξαν μα δεν είπαν τίποτα. Άλλωστε ήξεραν πόσο πειρακτήρι ήταν ο Κόκος κι αν δεν ήταν αυτό, κάτι άλλο θα έβρισκε για να τους πειράξει.
Μοιράστηκαν οι πέτρες και το παιγνίδι ξεκίνησε ο Νίκος. Το κέρδισε όμως, όπως και το επόμενο, ο Αλέξαντρος. Ο Νίκος είχε πολλή υπομονή και ποτέ δεν θύμωνε, ήταν με όλους καλός και του άρεσε να βλέπει τους άλλους ευτυχισμένους. Έτσι δεν οτεναχωρέθηκε που δεν πήρε κανένα παιγνίδι. Ήρθε, όμως, και η σειρά του Νίκου να κερδίσει και το χάρηκε πάρα πολύ. Μετά ξανάρθε ρέντα στη Στέλλα και πήρε τρία παιγνίδια το ένα μετά το άλλο. Ακόμα και η γιαγιά ήρθε και παρακολουθούσε, ενώ έτριβε μ' ένα μάλλινο ρούχο τη μπακιρένια κούπα, που είχε πλύνει, για να γυαλλίσει. «Καλά τα ποιήματα του Διγενή και του Χάρου», σκέφτηκε και τα μάτια της γελούσαν, «καλές και οι ιστορίες του Μεγαλέξαντρου, που τους είπε ο Νίκος, μα αυτά προτιμούν πάντα πιο πολύ το παιχνίδι».
Η Στέλλα έπαιζε πολύ επιδέξια συνήθως ένα άλλο, κοριτσίστικο παιγνίδι, τα «μήλα». Το έπαιζαν με βοτσαλάκια της θάλασσας ή με κυπαρισσόμηλα. Χρειάζονταν δυό κορίτσια, για να παίξουν μήλα και η Στέλλα ήταν το μοναδικό κορίτσι στην αυλή, ανάμεσα σε πολλά αγόρια. Έπαιζε βέβαια με την Κυριακού την αδερφή της Μαρίας, της γειτόνισσας τους, εκεί στη μικρή βεράντα της Μαρίας. Όπως και με άλλα κορίτσια της γειτονιάς ή με τις συμμαθήτριες της στο σχολείο, κάποτε όμως έπαιζε μόνη καθισμένη χάμω στο δωμάτιο της γιαγιάς. Η γιαγιά την παρακολουθούσε πόσο επιδέξια πετούσε ένα βότσαλο στον αέρα και μέχρι να επιστρέψει στην παλάμη της άρπαζε από κάτω τις άλλες πέτρες, μια στην αρχή, δυό μετά, μέχρι που δεν κατάφερνε να αρπάξει την πέτρα που έριχνε ψηλά και έχανε. «Να όμως που παίζει πολύ καλά και τις πέτρες!» σκεφτόταν η γιαγιά. «Σίγουρα θα παίζει ακόμα καλύτερα τα σκατούλιακα και τουςαντρέηδες».
Η γιαγιά έκανε τις σκέψεις της, ξεγελώντας για λίγο τις έγνοιες της για τον Κώστα. Βγήκε στην αυλή, κοίταξε όλο εκείνο το νερό της βροχής που είχε μαζευτεί εκεί, θύμωνε και με τον Λεωνή που δε είχε ξεφράξει εκείνο το άνοιγμα στην έξοδο που εμπόδιζε το νερό να φύγει προς τον δρόμο. Όχι πως ο Λεωνής καθόταν και ξεκουραζόταν. Κάθε άλλο! Όμως αυτό ήταν καθαρά αντρίκια δουλειά, χρειαζόταν τσάππα και φτυάρι, ίσως να έπρεπε να σηκώσουν και βαριές πέτρες. Θα τον θύμιζε να το φροντίσει την άλλη μέραπρωί-πρωί. Η αυλή έπρεπε να αδειάσει από τα νερά και να στεγνώσει, γιατί τα Χριστούγεννα ήταν κοντά κι έπρεπε να φτιάξουντο χώρο, για να σφάξουντο θρεφτάρι.
Χόρτασαν παιχνίδι, τα παιδιά και χώρισαν. Η Στέλλα πήγε στην παράγκα τους κι έβαλε τον Κυριάκο να κοιμηθεί. Το παιδάκι κοιμήθηκε γρήγορα και η Στέλλα καταπιάστηκε με δουλειές του σπιτιού. Ο Κωστάκης κάθησε σε μια καρέκλα και την παρακολουθούσε. Ο Χριστάκης έμεινε να κάνει τις δουλειές της αυλής, να μαζέψει τα αυγά από το κοτέτσι, να βγάλει τις κότες να σεριανίσουν λίγο στην αυλή και να τσιμπήσουν χορτάρι από τις άκρες του περιβολιού, να κόψει χόρτα. Γλίντους και μολόχες για τις γουρούνες και το θρεφτάρι. Η μαμά έλεγε ότι θα γλύκαιναν το κρέας της. Το θρεφτάρι ήταν θηλυκό εκείνη τη χρονιά. Βέβαια μερικές μέρες πριν το σφάξουν θα το τάιζαν μόνο χυλό από κριθαράλευρο, για να καθαρίσουν τα έντερα του που θα τα χρησιμοποιούσαν, μετά από επεξεργασία, για να φτιάξουν λουκάνικα.
Τα χόρτα, λόγω της πλούσιας βροχής και του γλυκού καιρού, ήταν τρυφερά. Ειδικά οι γλίντοι, ήταν η αδυναμία των γουρούνων, καθάριζε και το χωράφι γιατί όσο κι αν ήταν χρήσιμα, δεν έπαυαν να είναι αγριόχορτα. Μάζεψε, μέχρι που γέμισε η αγκαλιά του και τα πήγε στις δυό γουρούνες που ήταν δεμένες κάτω από τα δυό μεγάλα σκοίνα, στην άκρη του περιβόλου, εκεί που η ξερολιθιά χώριζε το περιβόλ τους από εκείνο του θείου Κώστα. Ακριβώς πίσω από τη ξερολθιά ήταν η λίμνη και ο λάκκος με το αλακάτι, που πότιζε το περιβόλι του θείου.
Είδε τη θεία Ελένη να κάθεται πίσω από τον στύλο του αλακατιού. Κάτι θα έκανε εκεί και του κίνησε την περιέργεια. Ντρεπόταν όμως, να πάει να δει, μήπως η θειά του, τον θεωρήσει αδιάκριτο. Τον αντιλήφθηκε όμως εκείνη και σηκώθηκε. Πρόσεξε ότι κρατούσε ένα τενεκεδάκι. Σίγουρα έβαζε λάδι στα γρανάζια που είχαν τα ροάνια του αλακατιού. Όταν οι άντρες λείπουν τις δουλειές τους, πρέπει να τις κάνουν οιγυναίκεςτους.
Τον κοίταξε η θειά η Ελένη και το πρόσωπο της φωτίστηκε από εκείνο το γλυκό της χαμόγελο, που ο Χριστάκης εκτιμούσε πάρα πολύ. Της ανταπέδωσε το χαμόγελο κι εκείνη τον ρώτησε τι κάνει.
-  Καλά, απάντησε οΧριστάκης μονολεκτικά.
-  Βάζω λάδι στα γρανάζια, είπε η θεία βλέποντας την απορία στα μάτια του. Είναι παλιόλαδο της μηχανής. Μου το έφερε ο Στάθιος.
Ο Στάθιος ήταν ο άντρας της αδελφής της. Τα σπίτια τους ήταν ενωμένα και είχαν κοινή αυλή. Ο Στάθιος είχε μηχανή του νερού στη Μοροζώ κι όταν άλλαζε τα λάδια της, τα αξιοποιούσε με χίλιους τρόπους. Το χρησιμοποιημένο λάδι το έλεγαν παλιόλαδο, γιατί είχε κάνει τη δουλειά του και ήταν άχρηστο πια για ττ| μηχανή. Το χρησιμοποιούσαν όμως για χίλα δυό άλλα πραγματάκια, όπως για να λαδώνουν εργαλεία, αλλά και ως φάρμακο για τις πληγές των ζώων, κυρίως τις πληγές των γαϊδουριών, που το σαμάρι κι εκείνα τα απαίσια πουλά, οι καρακάξες, δημιουργούσαν.
Ανέβηκε τη ξερολιθιά, ο Χριστάκης, πέρασε πάνω από τον πλατύ τοίχο της λίμνης, που είχε μαζέψει λίγο νερό από τη βροχή και βρέθηκε κοντά στη θειά του.
-Μήπως θέλεις, θειά Ελένη, να γυρίσω το σύρτη για να πιάσει πιο καλά το λάδι; ρώτησε κι άρχισε να σπρώχνει τον σύρτη.
Το αλακάτι, με το σπρώξιμο του σύρτη άρχισε να γυρίζει, όπως και τα γρανάζια και το λάδι έμπαινε βαθιά στα αρτσαλένια δόντια. Η θειά Ελένη γονάτισε κι έριξε ακόμα λίγο λάδι από το τενεκεδάκι που κρατούσε.
-Βάλαμε αρκετό, είπε, και ο Χριστάκης σταμάτησε να σπρώχνει το σύρτη.
-Αν έχεις λίγο λάδι παραπάνω να μου δώσεις και για το δικό μας αλακάτι, είπε ο Χριστάκης, για να κάνει λίγη κουβέντα.
Ήταν σίγουρος ότι η μαμά είχε μιλήσει μαζί της για την επίσκεψη στο θείο Κώστα, όμως κι εκείνος ένιωθε πως κάτι είχε να πει. Το κατάλαβεη θεία Ελένη.
-Πήγες κι εσύ κι είδατε τον θείο σου τον Κώστα, είπε ενώ γέμιζε ένα τενεκεδάκι παλάς κονσέρβας, με παλόλαδο.
-Ναι, είπε και ξαφνικά ένιωσε αμήχανος και κάθε κουβέντα, που ήθελε να κάνει, έφυγε από το μυαλό του.
Πήρε το τενεκεδάκι με το χρησιμοποιημένο λάδι που του έδωσε κι έφυγε. Εκείνη δεν επέμενε, μα το χαμόγελο έφυγε από το πρόσωπο της και χίλες σκέψεις επέστρεψαν κι άρχισαν να τη βασανίζουν. Ο Κώστας παραπονιόταν, της είπε η Στασού, ότι τα αδέρφια του δεντου έγραφαν και ότι στα λιγοστά γράμματα που του έστελλαν πολύ λίγα νέα του έλεγαν.
«Είναι ανάγκη να του γράφει ο Αντρέας», σκέφτηκε, «Είναι μεγάλος πια και τα ξέρει όλα. Θα βρει ένα σωρό πράγματα να του αναφέρει κι όταν του απαντά εκείνος θα τον συμβουλεύει κιόλας».
Ο Χριοτάκης, αφού λάδωσε το δικό τους αλακάτι μετο λάδι που του έδωσε η θειά Ελένη, επέστρεψε στο σπίτι με μια νέα αγκαλιά γλίντους και μολώχες για το θρεφτάρι. Το ζώο ήταν πολύ χαδιάρικο και του άρεσε πολύ όταντα παιδιά του χάϊδευαν την πλάτη, πάνω από τους ώμους και κάτω από το λαιμό. Τα παιδιά το έκαναν αυτό συχνά κι εκείνο γουργούριζε και στεκόταν ακίνητο απολαμβάνοντας το χάδι τους. Τα παιδιά ήξεραν ότι η γουρουνίτσα προοριζόταν για σφαγή και το συζητούσαν πολλές φορές μεταξύ τους. Ασφαλώς δεν χαίρονταν γι' αυτό, όμως ένιωθαν ότι έτσι το ζώο εκπληρούσε τον προορισμό του, διαφορετικά δεν είχε κανένα λόγο ύπαρξης, θα είχε πουληθεί από μικρό και το πιο πιθανό δεν θα είχε μείνει να μεγαλώσει.
Το απόγευμα ήρθε ο Χριοτόδουλος με το ποδήλατο του. Έφερε κολοκυθόπιττες που τις έστελλε η Βάρβαρου στη πεθερά της. Τώρα με τη νηστεία των Χριστουγέννων οι φούρνοι άναβαν μια-δυο φορές για κολοκυθόπιττες, που ήταν νηστίσιμες και τις έφτιαχναν με κόκκινη κολοκύθα, μπόλκες σταφίδες και μάραθο. Για τα παιδιά ήταν μια πολύ καλοδεχούμενη λιχουδιά. Η Βάρβαρου ήταν σπουδαία νοικοκυρά και η Δεσποινού πάντα την παίνευε γι' αυτό, όπως και για πολλά άλλα πράγματα.
Ο Χριοτόδουλος ήταν ο τρίτος γιος του θειου Χαμπή. Πήγαινε στην τρίτη ταξη του Κολεγίου και ήταν πολύ καλός μαθητής, ο καλύτερος από όλα τα ξαδέρφια. Όλοι έλεγαν ότι θα γινόταν δάσκαλος. Δεν ερχόταν πολύ συχνά στη γιαγιά, γιατί πάντα είχε πολύ διάβασμα, όπως έλεγε. Και πραγματικά όπου τον έχανες, όπου τον έβρισκες ήταν χωμένος σ' ένα βιβλίο και διάβαζε.
Ο Χριστάκης τον αγαπούσε πάρα πολύ, ήταν ο αγαπημένος του ξάδερφος. Ο Χριστόδουλος, όποτε ερχόταν στο σπίτι τους του έδινε πολλή σημασία, αν και τον περνούσε πολλά χρόνια, αλλά κι αυτός πήγαινε και τον έβρισκε στο σπίτι του, στη Λέμπα, τα καλοκαίρια και τις διακοπές. Τον έβρισκε πάντα πολυάσχολο, πότε να μελετά, πότε να σκαλ'ζει το περιβόλ και πότε να ασχολείται με το αγαπημένο του άθλημα, το άλμα εις ύψος. Κάτω από μια μεγάλη τρεμυθιά, στην άκρη του κτήματος τους, είχε σκάψει το χώμα για να είναι μαλακό, έβαλε δυό ξύλινους στύλους κι ένα καλάμι για πήχυ και πηδούσε με το «επιστημονικό άλμα», όπως το έλεγε και αυτό έμαθε και στον Χριστάκη. Ήταν καλός άλτης και στο δημοτικό ήταν ο πρώτος. Τώρα όμως, στο Κολέγιο, αν κι έκαναν μάθημα γυμναστικής, δεν έδωσε πολλή σημασία για να μην του τρώει τις ώρες που θα έπρεπε να διαβάζει. Αν το μάθαινε αυτό ο γυμναστής του θα τον κατσάδιαζε άγρια, γιατί έψαχνε ταλέντα για τους αγώνες κλασσικού αθλητισμού, της Πάφου και για τους Παγκύπριους. Ο Χριοτόδουλος προτιμούσε να απολαμβάνει το άθλημα του μόνος, καμιά φορά με θεατές μόνο τα ξαδέρφια του, τα μικρότερα συνήθως, που τα καθοδηγούσε και τα ενθάρρυνε να ασχολούνται κι εκείνα μετον αθλητισμό.
Ο Χριστόδουλος ήταν και καλός κυνηγός μετη σφεντόνα. Ο Χριστάκης, στις επισκέψεις του, τον έβρισκε πολύ συχνά να παραμονεύει, κοντά σε μια μουριά, απ' τις πολλές της αυλής τους που τη διάλεγε, γιατί δήθεν ήταν η τυχερή του και να κυνηγά σπουργίτια, χωρίς να αστοχεί ποτέ. Στη μια ώρα που ξόδευε να παραμονεύει θήραμα, πετύχαινε πέντε-έξι σπουργίτια μετα οποία έκανε τσιμπούσι προσκαλώντας και τον Χριοτάκη. Καθάριζε μόνος του τα πουλλάκια και τα έκανε τηγανητά με τα αυγά, που έπαιρνε φρέσκα από το κοτέτσι. Η θειά Βάρβαρου ήταν πάντα εκεί για να τους φέρει φρέσκο ψωμί και ζουμερή σελινόριζα από το δικό τους περιβόλι ή, ανήταντης εποχής σύκα, σταφύλι από το κλήμα τους και ξινά ρόδια, μάίφόσιηκα*.
Έδωσε τις κολοκυθόπιττες στη γιαγιά ο Χριοτόδουλος, της είπε τους χαιρετισμούς και τα νέα από τη μάνα του και την Πολυξένη και σε λίγο ήταν με τον Χριοτάκη κι έλεγαν τα δικά τους. Συνήθως έλεγαν για τα μαθήματα και τους δασκάλους, σή μερα όμως μίλησαν για τα Χριστούγεννα και τις διακοπές που θα άρχιζαν σε λίγες μέρες.
Ο Χριστόδουλος πρόσεξε ότι ο Χριοτάκης κρατούσε ένα σκισμένο φύλλο από μια παλιά εφημερίδα. Το είχε βρεί σφηνωμένο στις πέτρες της ξερολθιάς που χώριζε την αυλή από τον δρόμο και το διάβαζε. Έλεγε για μια επίθεση ανταρτών στη Λευκωσία με πολλούς πυροβολισμούς και αντίποινα από

* Μαϊφόσιηκα: Γλυκόξινα 

τους Εγγλέζους με σωματική έρευνα και ταλαιπωρία των πολτών. Του άρεσε να διαβάζει όπου έβρισκε. Πολλές φορές η Στασού γελούσε που τον έβλεπε να παίρνει σκισμένες σελίδες από περιοδικά ή βιβλία, συνήθως από αυτά που χρησιμοποιούσε ο μπακάλης για να τυλ'γει πράγματα, και να κάθεται να τα διαβάζει και να ψάχνει να βρει κι άλλα.
-Σε είδα που διάβαζες εφημερίδα, του είπε ο Χριστόδουλος, όταν έρθεις στη Λέμπα να με θυμήσεις να σου δώσω ένα περιοδικό που διάβασα. Γράφει πολλά για την Κύπρο.
Ήταν πάντα ο ίδιος Χριοτόδουλος! Ήξερε να μιλά στη καρδιά του μικρού του ξάδερφου. Θυμήθηκε εκείνο το απόγευμα, τη χρονιά πρινπάει στο σχολείο, ήταν Ιούνιος, αρχές του Καλοκαιριού. Όπως έτρεχε ξυπόλυτος ο μικρός στην αυλή, σκουντούφλησε σε μια πέτρα κι έσπασε το νύχι του. Έτρεχε πολύ αίμα και πονούσε αφόρητα. Κάθησε στο πάτωμα, κοιτούσε το αίμα του κι έκλαιγε δυνατά. Μάταια, η μαμά προσπαθούσε να τον παρηγορήσει. Τότε μπήκε ο Χριστόδουλος. Άκουσε τα κλάματα, είδε το αίμα κι αξιολόγησε την κατάσταση. Έβαλε το χέρι στη τσέπη του κοντού του παντελονιού και το έβγαλε γεμάτο με απομεινάρια από χρωματιστές κιμωλες. Πήρε μια και τράβηξε δυό κίτρινες γραμμές στο τσιμέντο και μετά δυό γαλάζιες. Ο Χριοτάκης εντυπωσιάστηκε από τη γραφή των κιμωλιών, ξέχασε τον πόνο και το κλάμα και κοιτούσε έκθαμβος. Αυτο το ασήμαντο πραγματάκι μπορούσε να αφήσει πίσω του τόση ουσία!
Στη συνέχεια ο Χριοτόδουλος έγραψε αριθμούς και γράμματα. Του εξήγησε ότι αυτα τα πραγματάκια είναι οι κιμωλίες, που χρησιμοποιούν οι δάσκαλοι για να γράφουν στον πίνακα και να μαθαίνουν στα παιδιά γράμματα. Αυτά που πήρε ήταν βέβαια απολιφάδια, που τα είχαν πετάξει κι αυτός τις είδε και τις μάζεψε.
Του τις έβαλε στο μικρό του χεράκι και του είπε να γράψει κι εκείνος. Ο Χριστάκης ξέχασε το σπασμένο νύχι και δεν το ξαναθυμήθηκε. Πέρασε όλο το απόγευμα τραβώντας γραμμές στο τσιμεντένιο πάτωμα. Ήταν η πρώτη του επαφή με τη γραφή στο πάτωμα, στον τοίχο, στην πέτρα. Αυτή τη θαυμάσια, πρώτη επαφή κι εμπειρία με τη γνώση, ποτέ δεν θα ξεχνούσε ότι τη χρωστούσε στο ξάδερφο Χριοτόδουλο.
Ο Χριοτάκης και ο Χριστόδουλος κινήθηκαν λίγο προς το δρόμο, πέρασαν τη ξερολιθιά που έκλεινε την αυλή κι έφτασαν στη λαγκούβα, δίπλα εκεί που έριχναν τα σκουπίδια. Όλα ήταν βρεγμένα και πράσινα με το φρεσκοβλαοτημένο χορταράκι, τους ασφόδελους και τις άγριες ίριδες. Οι ασφόδελοι και οι ίριδες δεν είχαν ακόμα ανθίσει, φάνηκαν όμως τα πρώτα λουλούδια από τις μαργαρίτες, που φάνταζαν σαν κίτρινοι, φωτεινοί ήλοι. Η λαγκούβα ήταν γεμάτη νερό της βροχής και μερικά νερόχορτα κολυμπούσαν ήδη στην επιφάνεια του νερού.
Ο Χριοτάκης και ο Χριστόδουλος ήταν και οι δυό φυσιολάτρες και τους άρεσε να μελετούν. Ο Χριστόδουλος μάζεψε από κάτω μια πέτρα και την επεξεργάστηκε με πολλή προσοχή.
-Είναι σκληρός ψαμμίττης, είπε, τη λένε και πουρόπετρα. Πρόσεξε πως έχει μαυρίσει από την υγρασία. Πρόσεξε πιο πολύ αυτές τις χλωμά πράσινες περιοχές. Από την υγρασία και από τον ήλιο βλάστησαν εδώ φυτά. Είναι λειχίνες που θα ζήσουν πολύ λίγο. Να ξέρεις ότι αυτή είναι η ελευθερία. Όχι να ζεις και να χαίρεσαι τα παχιά, εύφορα χωράφια μα να επιβιώνεις πάνω στην άγονη γη. Μια επιβίωση τόσο φτωχή και τόσο σύντομη κι όμως να μηντην αρνείσαι.
Θαύμαζε τον ξάδερφο του ο Χριστακης. Ήταν γεννημένος φιλόσοφος. Τον άκουε και καμάρωνε που τον καταδεχόταν. Τα λόγια του τα ένιωθε σαν νάμα και τα έκανε θρησκεία. Λυπόταν που εκείνος δεν πήγαινε ποτέ στην εκκλησία, όπως αυτός, αλλά τι σημμασία είχε; Ο καθένας έπαιρνε όσο Θεό ήθελε. Άλλος πάρα πολύ, όπως αυτός, άλλος πολύ λ'γο ή καθόλου, όπως ο Χριστόδουλος.
-Η φύση είναι πολύ μεγάλη και πολύ δυνατή. Έτσι την έφτιαξε ο Θεός! Είπε ο Χριστόδουλος, σαν να κατάλαβε τη σκέψη του μικρού του ξαδέρφου και ήθελε να διαψεύσει την εικόνα που του είχε φτιάξει.
Ο Χριοτάκης τον κοίταξε δύσπιστα. «Πιστεύει στο Θεό και δεν πηγαίνει στη εκκλησία», σκέφτηκε. Ο Χριστάκης, συνήθως μιλούσε λίγο κι άκουγε πιο πολύ, κυρίως άκουγε τους μεγάλους ξάδερφους, τον Αντωνή που μιλούσε για τους λαϊκούς τραγουδιστές, τον Γιώρκο που του έδειχνε τα μυστικά της ξυλουργικής και τον Αντρέα, που του έλεγε για τους Αγίους και το Χριστό. Πιο ομιλητικός ήταν με τους μικρότερους ξαδέλφους, το Κόκο, το Νίκο και το Χριοτόδουλο. Πήρε μια μικρή πέτρα και την έριξε στο νερό και ένα πράσινο βατράχι, που ούτε που το είχαν προσέξει, πήδηξετρομαγμένο στο νερό.
-Ένα βατράχι, είπε με έκληξη, πού βρέθηκε εδώ;
-Να τι σου έλεγα, του απάντησε ο Χριστόδουλος. Ένα βατράχι από το πουθενά. Μέσα σε λίγο νερό, σε μια μικρή λιμνούλα που ήταν καταξερη για τόσους μήνες, που ίσως σ' ένα μήνα να είναι και πάλι καταξερη, αν δεν βρέξει. Αυτό το λιγοστό νερό θα γεμίσει, όπου να 'ναι με γυρίνους.
Ο Χριστάκης δεν ήξερε τι είναι οι γυρίνοι. Του εξήγησε ο Χριστόδουλος. Είχε πραγματικά πολλές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις!
Περπάτησαν λίγο στο πέτρινο εξόγκωμα της γης που ήταν απέναντι από το σπίτι, πάτησαν το τρυφερό γρασίδι, που θα έλεγες ότι βλάστανε κυριολεκτικά πάνω στην πέτρα, ανασκάλεψαν τα χαμηλά, αγκαθερά θαμνάκια, που είχαν κι αυτα πρασινίσει από τη βροχή που δέκτηκαν, κλώτσησαν μικρές, ελεύθερες πέτρες που ήταν σκορπισμένες παντού, αλλά έπρεπε να επιστρέψουν γιατί ο ήλιος κατέβαινε και ο Χριστάκης είχε πολλές δουλειές να προλάβει. Αλλωστε, τα ευχάριστα είναι πιο απολαυστικά, όταν δεν κρατούν πολύ. Αλλά και ο Χριστόδουλος είχε διάβασμα, γιατί θα έκαναν διαγώνισμα στα μαθηματικά την επομένη.
Επέστρεψαν στην αυλή αλλά δε χώρισαν ακόμα. Ο Χριστόδουλος είχε μάθει ότι ο Χριστάκης είχε πάει πριν λίγες μέρες και είδε τους θείους στη φυλακή. Έτσι άνοιξε κουβέντα με μια απλή ερώτηση, τι τους είχε πεί ο πατέρας του! Ο Χριστάκης έγινε ξαφνικά βαρύς. Δεν μίλησε σε κανένα για την επίσκεψη, ούτε ακόμα και στη Στέλλα. Ήταν σαν να είχε δέσει τη καρδιά του σε μια βαριά άγκυρα που την εμπόδιζε να αρμενίσει στο κόσμο.
Κατάλαβε τα αισθήματα του ο Χριστόδουλος, όμως επέμενε. Είχε και ο ίδιος επισκεφθεί τον πατέρα του στα κρατητήρια και είχε κρύψει μέσα του πολλούς τόνους πίκρας, λύπης και αγωνίας. Ένιωθε ότι εκείνοι είχαν διαλέξει δρόμο, ότι ήταν αποφασιστικοί και ότι αυτό που ήθελαν πιο πολύ ήταν να τους καταλαβαίνουν τα παιδιά και η γυναίκα τους. Οι άλλοι μπορεί να περνούσαν από δίπλα τους ή να ήταν μαζίτους. Τους δικούς τους όμως τους χρειάζονταν δίπλα τους, κοινωνούς και συμμέτοχους της αγωνίας και του αγώνα τους. Αυτοί, θα ήταν εκεί, αταλάντευτοι, στο μετερίζι, όσο το ποτήρι της θείας κοινωνίας θα γέμιζε και θα ξαναγέμιζε με το εθνικό νάμα από εκείνους που άντεχαντις συνέπειες της τρομερής απόφασης να μη ζήσουν άλλο στη σκλαβιά.
-Μη νιώθεις τόσο βαριά, ρε Χριστάκη; είπε και του έπιασε το χέρι, μου είπε η Πολυξένη!
Ο Χριοτάκης ένοιωσε άβολα και αμήχανα.
-Και τί σου είπε η Πολυξένη; ψέλλισε κι αποτράβηξε το χέρι
του.
Ο Χριοτόδουλος παραξενεύτηκε από το ύφος του. Τον είχε νιώσει από την αρχή λιγάκι μελαγχολικό. Τον κοίταξε προσεκτικά και έμοιαζε λίγο κακόμοιρος. Μπορεί όμως και να έκανε λάθος. Δεν έδωσε σημασία και διευκρίνησε την παρατήρηση του.
-Να, η Πολυξένη είπε ότι ο πατέρας μου δεν βλέπει καλά τα πράγματα και ότι τους έχουν πολύ αυστηρά στα κρατητήρια. Όμως ο θείος Κώστας και οι άλλοι υποφέρουν πραγματικά πολύ περισσότερο. Ούτε ληστές να ήταν!...
Σιώπησε και κοίταξε τον Χριοτάκη προσεκτικά σα να περίμενε να δει κάτι μέσα στα μάτια του. Εκείνος όμως προσπαθούσε ν' αποφύγει το βλέμμα του. Ο Χριστόδουλος κατάλαβε ότι δεν ήθελε να μιλήσει.
Σήκωσε το ποδήλατο του από τον τοίχο, όπου το είχε ακουμπήσει, έτοιμος για να φύγει. Εκείνη τη στιγμή φάνηκε η Στασού από της Μαγδαληνής να έρχεται, έτσι καθυστέρησε ακόμα μερικά λεπτά. Πλησίασε η θεία και χάρηκε πάρα πολύ που είδετον Χριοτόδουλο.
-Τι κάνεις, Χριστόδουλε, τον ρώτησε και χαμογελούσε. Σας είπετανέαη Πολυξένη από την επίσκεψη στο πατέρα σου, είμαι βέβαιη.
-Ναι θεία, μας τα είπε, απάντησε ο Χριοτόδουλος. Όμως λέει ότι, ο πατέρας της είπε ότι πρέπει να παντρευτεί το συντομότερο κι αυτή όλο κλαίει απαρηγόρητα.
Έμεινε για λίγο σιωπηλή η Στασού. Ποιά θα ήθελε να παντρευτεί χωρίς τη παρουσία του πατέρα της. Πολύ περισσότερο με τον πατέρα πίσω από τα κάγκελα. Και δεν ήταν μόνο η Πολυξένη, ήταν και ο Γιώρκος, ο μεγάλος αδερφός, αραβωνιασμένος. Κι αυτός θα έπρεπε να παντρευτεί χωρίς τον πατέρα του. Κι αν αυτό ήταν τόσο βαρύ για εκείνους και τους συγγενείς, πόσο πιο δύσκολο θα ήταν για τον Χαμπή, την ώρα της μεγάλης χαράς των παιδιών του να βρίσκεται στα κρατητήρια.
-Ναι, είπε και κόμπιασε λίγο, αυτό είπε ο πατέρας σου. Μην παρεξηγείς τη Πολυξένη. Είναι πολύ βαρύ να απουσιάζει ο πατέρας της από το γάμο. Ίσως όμως τα πράγματα να γίνουν καλύτερα και να ανοίξουντα κρατητήρια και οι φυλακές.
Ήξερε ότι τέτοιες ευχές δεν έπιαναν. Στον Αγώνα τους δεν πίστευαν σε καμιά θεία χάρη. Πίστευαν στο Θεό και προσεύχονταν, αλλά το πάλεμα για λευτεριά ήταν στα δικά τους χέρια και θα κατέβαλλαν όλο το τίμημα μέχρι το τέλος. Αν τώρα το τέλος θα ήταν κατά την επιθυμία τους ή αν τα πράγματα θα γίνονταν ακόμα χειρότερα, όπως έγινε το '31, αυτό κανένας δεν μπορούσε να το ξέρει έκτων προτέρων. Κι αν όμως ήξεραν ότι εκείνος ο Αγώνας θα ήταν μάταιος, πίσω δε θα έκαναν, αλλά μόνοι και αυτόβουλα θα διάλεγαν το δρόμο της θυσίας ακόμα και για «μιας ώρας ελεύθερη ζωή».
Ο Χριστόδουλος δεν έβλεπε και τόσο εύκολα τα πράγματα. Ήταν αρκετά μεγάλος για να καταλαβαίνει. Ο δρόμος τους, αυτός που διάβαιναν ειρηνικά μέχρι χθες, είχε γίνει σκοτεινός χείμαρος που απειλούσε να τους παρασύρει με την ασυγκράτητη ορμή του. Το «νυν υπέρ πάντων ο Αγων», ήταν αυτός ο χείμαρος κι αυτοί ήταν αδύναμοι σαν καρυδότσουφλα, όμως θα αντιστέκονταν, στην ορμή και στη δύναμη του, έστω και σε μια, χωρίς ελπίδα, αντίσταση. Η Πολυξένη θα παντρευόταν, όπου κι αν θα ήταν εκείνη την ώρα ο πατέρας τους. Η ζωή θα συνέχιζε, όπως και ο Αγώνας!
Η Στασού μίλησε στον Χριοτόδουλο για την επίσκεψη τους στα κρατητήρια και στη φυλακή. Του είπε όλες τις λεπτομέρειες εκτός από τα κλάματα, τα δικά τους και του Χριοτάκη. Ο Χριστάκης ένιωσε ανακούφιση που δεν τον πρόδωσε. Ήταν σίγουρος τώρα ότι ούτε η Πολυξένη τον πρόδωσε. Αυτό θα έμενε, ίσως το μικρό τους μυστικό!
Ο Χριστόδουλος άκουε προσεκτικά. Είχε σκυθρωπιάσει λίγο και δεν πήγαινε καθόλου αυτό στο εφηβικό του πρόσωπο. Ο πάντοτε χαρούμενος και χαμογελαστός Χριοτόδουλος έμοιαζε να είχε, σε μια στιγμή, αντρέψει. Καταλάβαινε ότι δεν θα είχε γρήγορη λευτεριά για τον πατέρα του και τους άλλους, ότι θα έπρεπε να αλλάξουν και να προσαρμόσουν τη ζωή τους σε χίλιες δυσκολίες. Οι Εγγλέζοι θα έρχονταν ουρλάζοντας σαν άγρια θηρία και ο τροχός του θανάτου θα στηνόταν, άλλωστε τα νέα για μάχες στα βουνά ήδη κυκλοφορούσαν.
Η Στασού τα είπε όλα κι αυτός θα τα μετάφερε στη μάνα του. Σίγουρα θα τη στενοχωρούσε πολύ. Δεν γινόταν όμως αλλιώς. Η Πολυξένη είχε κρύψει μερικά πράγματα, προφανώς, για να μην την τρομάξει, αυτός όμως ήταν υποχρεωμένος να της τα πει όπως του τα εξήγησε η θεία.
Πήρε το ποδήλατο κι ετοιμάστηκε να ανέβει και να φύγει. Η θεία όμως θυμήθηκε ακόμα κάτι και τον συγκράτησε πιάνοντας τον ελαφρά από τον ώ μο.
-Χριστόδουλε, είπε, ο Χριστάκης είπε στον πατέρα σου ότι ο παππούς ο Λεωνής είναι άρρωστος. Τώρα θα έχει να ανησυχεί και γι' αυτό. Πες στον Γιώρκο ότι είναι ανάγκη να κανονίσει να πάει κι αυτός να τον δει σε μια από τις επισκέψεις. Θα του είναι πολύ δύσκολο, γέρος άνθρωπος και με τον προστάτη που τον βασανίζει, να κάνει τόσο μακρινό ταξίδι, από την άλλη όμως θα χαρεί πάρα πολύ να δει τον γιο του.
Ο Χριοτόδουλος έγνεψε ναι κι έφυγε. Ο Χριοτάκης ευγνωμονούσε τη μητέρα του που δεν τον πρόδωσε. Τον πήρε αυτή κι έτρεξε μέσα, γιατί έπρεπε να θηλάσει αμέσως τον Κυριάκο, για να ανακουφιστεί από τον πόνο. Τον θήλαζε ακόμα αν και ήταν πάνω από δυό χρονών και η μάνα της, η Δεσποινού την πείραζε ότι το έκανε, για να μην μείνει έγκυος.
Τα άλλα παιδιά μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχαν πάρει είδηση την επιστροφή της μαμάς γι' αυτό έκαναν μεγάλες χαρές με το που πέρασε την πόρτα της παράγκας. Η μαμά κάθισε σε μια καρέκλα και ο Κυριάκος σκαρφάλωσε στην ποδιά της. Αυτός ήξερε τι ήθελε. Τα άλλα παιδιά στάθηκαν γύρω της και της έκαναν χίλες δυό κουβέντες. Συνήθως επέστρεφε πιο αργά, με το σουρούπιασμα και τους ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη να τη βλέπουν με το φως της ημέρας. Κάποια στιγμή φάνηκε στην πόρτα και η γιαγιά η Δεσποινού, είπε μια κουβέντα κι έφυγε για να τελειώσει τις δουλειές της.
Η επόμενη μέρα ξημέρωσε. Άκουγε ο Χριστάκης τη Στέλλα, που είχε ήδη σηκωθεί από το κρεβάτι κι ετοιμαζόταν για το σχολείο, ο ίδιος όμως ένιωθε βαρύς και δεν ήθελε να αφήσει το κρεβάτι. Δεν νύσταζε πια, ούτε τον τραβούσε ιδιαίτερα η ζεστασιά κάτω απότο πάπλωμα και η ψυχολογία του ήτανχάλα. Δίπλα του ξύπνησε ο Κωστάκης και του έδωσε κατά λάθος μια κλωτσιά ενώ προσπαθούσε να αλλάξει πλευρό. Άλλη φορά θα του έβαζε τις φωνές, εκείνη τη μέρα όμως δεν είχε όρεξη ούτε γι' αυτό. Δεν καταλάβαινε τι του συνέβαινε. Είχε κοιμηθεί από νωρίς και είχε δει πολλά όνειρα, κάτι που πολύ το απολάμβανε και πάντοτε θυμόταν τα όνειρα που έβλεπε. Το σχολείο του άρεσε, όπως του άρεσαν και όλες οι δουλειές που του αναλογούσαν. Τι του συνέβαινε λοιπόν; Δεν ένιωθε άρωοτος, όμως ήταν βαρύς και ράθυμος. Κατα παράξενο τρόπο δεν θύμωνε εύκολα, όπως γινόταν προηγουμένως. Πλέον φρόντιζε, στο δρόμο για το σχολείο, να περνά από τα καφενεία την ώρα που το ράδιο έλεγε τα νέα στο σταθμό Αθηνών. Στεκόταν στη πόρτα του καφενείου τους, όπου ένα ραδιόφωνο PHILIPS, από τα πιο μοντέρνα, με μπαταρία με ξηρές στήλες, στη διαπασών έλεγε τις ειδήσεις από την Αθήνα. Εκείνες τις μέρες οι ειδήσεις του σταθμού άρχιζαν πάντα με την κατάσταση στη Κύπρο. Στο καφενείο ήταν πάντα πολύς κόσμος αυτή την ώρα που ρουφούσε κάθε νέο που μετέδιδε το ραδιόφωνο. Μαζί με τον Χριοτάκη ήταν και άλλα παιδιά της γειτονιάς από τις πιο μεγάλες τάξεις και πάντοτε και ο συμμαθητήςτου ο Γιαννάκης.
Ο Χριοτάκης κατάφερε να νικήσει τη ραθυμία του και κάθισε στο κρεβάτι, κρέμμασε τα πόδια του κι ένιωσε το κρύο μα δεν έδωσε σημασία. Πίσω του ο Κωστάκης τυλίχτηκε πιο βαθιά στο πάπλωμα, θα έμενε σπίτι σήμερα μαζί με τη γιαγιά έτσι δεν χρειαζόταν να αφήσει ακάματο ζεστό κρεβάτι. Τον Κυριάκο θα τον έπαιρναν, όπως κάθε μέρα, στο καφενείο. Ήταν κι αυτό μια από τις ευθύνες του Χριοτάκη, που τον ικανοποιούσε πιο πολύ από κάθε άλλη υποχρέωση, γιατί ένιωθε σπουδαίος που του ανάθεταν μια τόσο σημαντική αποστολή, ειδικά τώρα που ο μικρός αδερφός περπατούσε πια και δεν χρειαζόταν να τον μεταφέρει.
Άνοιξε η πόρτα και φάνηκε η γιαγιά. Βεβαιώθηκε ότι ξύπνησαν, τους έδωσε κάποιες οδηγίες και βγήκε. Ο μπαμπάς και η μαμά είχαν φύγει μετο πρώτο φως της μέρας. Ο μπαμπάς θα έπαιρνε τους εργάτες και τους τεχνίτες στον Σύμβουλο, όπου θα εργαζόταν και ο ίδιος και η μαμα θα άναβε το κουγιούμι στο καφενείο, για να φτιάξει εκείνο το υπέροχο ρώσικο τσάι και να βράσει το νερό για τους καφέδες. Όλοι οι πελάτες έλεγαν ότι η Στασού έψηνε τους πιο μερακλίδικους καφέδες, ακριβώς όπως και η πεθερά της η Τζιυρκακού, όσο είχε το καφενείο, πριν από τον σεισμό.
Με λίγη προσπάθεια, ο Χριστάκης κατάφερε να κατέβει από το κρεβάτι, τον πίεζε και η ανάγκη να αδειάσει την κύστη του και δεν σκοτίστηκε καν να βάλει τα παπούτσια του. Έτσι ξυπόλυτος κι ελαφρά ντυμένος, άνοιξε την πόρτα και βγήκε στο κεφαλόσκαλο. Φυσούσε ένα τσουκτερό βοριαδάκι, που του περόνιασετα κόκκαλα. Ο παππούς, ο Λεωνής, έλεγε ότι άμα το γυρνούσε βοριάς δεν είχε βροχή, όμως ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και ο ήλιος κρυβόταν πίσω από βαριά, μαβιά σύννεφα. Η βροχή, όταν έρθει, έλεγε ο παππούς σπάζει και το κρύο.
Επέστρεψε στο σπίτι όπου ένιωσε δυνατή τη μυρωδιά του φασκόμηλου να γεμίζει τον αέρα και να του γαργαλά τα ρουθούνια. Η Στέλλα είχε ανάψει τη μηχανή για το μαγείρευμα, όπως έκανε κάθε μέρα πια, από την μέρα που η μαμά και Χριοτάκης είχαν πάει στη Λευκωσία και πήρε το βάπτισμα του πυρός. Το θεωρούσε δικό της πια δικαίωμα και μετά από εκείνο το πρώτο λάθος ήταν σίγουρη ότι θα ήταν αλάνθαστη στο μέλλον. Έβρασε τσάι στη μεγάλη, εμαγέ τσαγιέρα, έβαλε από εκείνο το τσάι, μάρκας HORNIMANS, που άρεσε πάρα πολύ στον μπαμπά, που κυκλοφορούσε σε τενεκεδένιο κουτί και είχε έναν δράκο για έμβλημα. Συνήθως το έκαναν πολύ δυνατό και πρόσθεταν σακχαρούχο γάλα Βλάχας. Τώρα όμως, ακόμα και τα παιδιά νήστευαν για τα Χριστούγεννα που πλησίαζαν κι απέφευγαν ακόμα και το γάλα. Έτσι η Στέλλα έκανε ρώσικο, ελαφρύ τσάι στο οποίο πρόσθεσε λίγο ξερό δυόσμο, από την αυλή τους και φασκόμηλο που πάντα κρεμόταν πίσω από την πόρτα. Όταν επέστρεψε ο Χριοτάκης του γέμισε ένα γυάλνο ποτήρι, το προτιμούσε έτσι, όπως το έπιναν και οι μεγάλοι στο καφενείο, αντί για το φλυντζάνι από φτηνή πορσελάνη που τους είχε αγοράσει η μαμά. Η Στέλλα όμως, όπως και ο Κωστάκης προτιμούσαν το φλυντζάνι, γιατί μπορούσαν να το κρατούν από το αφτί και να μην καίγονται, γιατί πάντοτε έπιναν το τσάι πολύ καυτό.
Ο Χριοτάκης πρόσθεσε δυό κουταλιές ζάχαρη στο τσάι του και το ανακάτεψε καλά. Πήρε και λίγο ψωμί, το έκοψε, μικρά-μικρά κομματάκια μέσα στο τσάι και το απόλαυσε. Αυτό ήταν το συνηθισμένο του πρόγευμα. Έβαλε μετά τα παπούτσια του και το τρικό του και βγήκε, για να κάνει τις δουλειές του, πριν ετοιμαστεί για το σχολείο. Τάισε τις δυό γουρούνες στα γρήγορα, έβγαλε τις κατσίκες και τον Άσπρο, το ατίθασο γαϊδούρι τους, τα πήγε και τα έδεσε στο χωράφι του μπαμπά, που το είχαν σπείρει με φαρρά*. Ο φαρράς είχε δυναμώσει με τις καλές βροχές που είχαν πέσει και τα ζώα έμεναν εκεί δεμμένα με κοντό σκοινί κι έβοσκαν όλη μέρα και το βράδυ επέστρεφαν στην αυλή. Αν συνεχίζονταν οι βροχές θα έριχναν λίγο λίπασμα και ο φαρράς θα ξαναμεγάλωνε, γιατί τα ζώα τον έτρωγαν μέχρι τη βάση μα δεν τον ξερίζωναν.
Όσο έκανε τις δουλειές του, ένιωθε ανάλαφρος και σχεδόν χαρούμενος, μόλις όμως τις τελείωσε, ξανάγινε βαρύς και η μελαγχολ'α τρύπωσε ξανά στη ψυχή του. Άρχισε πάλ να σκέφτεται σαν μεγάλος, να ανησυχεί για πράγματα που αφορούσαντους μεγάλους και να προβληματίζεται, λες και είχε ο ίδιος ευθύνη για προβλήματα που δεν ήταν για την ηλικία του. Το χειρότερο ήταν ότι δεν εξωτερίκευε τις ανησυχίες και τους φόβους του, όχι ότι ήταν κανένας για να τον ακούσει, μα στο κάτω-κάτω, ας τον άκουε η ερημιά και μετα ας φύτρωνε ένα καλάμι, όπως στο παραμύθι, που να φωνάζει στον άνεμο ότι και τα παιδιά έχουν έγνοιες, ότι η καταιγίδα τα παρασέρνει κι αυτα στη δίνη της τα κτυπά από παντού και ματώνει την αθώα ψυχή τους.
Σαν να μην τον έφτανε η δική του κακή διάθεση, άκουσε και τον παππού να μαλλώνει με τη γιαγιά. Οι φωνές τους ήταν έντονες και, αν και βρίσκονταν μέσα στην καμαρούλα τους, περνούσαν από τη μισάνοιχτη πόρτα κι έφταναν ως έξω στην αυλή. Χωρίς να το θέλει τις άκουε και τον στεναχωρούσαν. Η γιαγιά φώναζε για τη μια λίρα αύξηση, που ο παππούς είχε δώσει στον βοσκό τους, τον θείο Φυτό. Ο παππούς φαίνεται πως άκουε υπομονετικά, δεν άντεξε όμως ως το τέλος και ξέσπασε:
-Σιώπα επιτέλους! Μου έρχεται, μα τον Πλάστη μου, να σου δώσω μια στο κεφάλι για να σιωπήσεις. Δεν υποφέρεσαι πια...
Ο Χριστάκης τον φαντάστηκε να κουνά απειλητικά τη λεπτή βέργα, που χρησιμοποιούσε για μπαστούνι, μπροστά στο

* Φαρράς: Σανός βοσκής, χλωρό σπαρτό.

πρόσωπο πις γιαγιάς, όχι ότι θα πραγματοποιούσε την απειλή του, όμως η σκηνή, όπως τη φανταζόταν, έκανε τη ψυχική του διάθεση ακόμα πιο άσχημη.
Οι φωνές όμως σταμάτησαν, σαν να έπιασε η απειλή του παππού και ο Χριστάκης απομακρύνθηκε γρήγορα. Δεν ήθελε να ξέρουν ότι άκουσε τον καυγά τους. Μάζεψε τα βιβλία του στην ρούχινη σάκκα του και ξεκίνησε κρατώντας τον Κυριάκο από το χεράκι. Πίσω τους ακολουθούσε η Στέλλα με το μικρό βαλιτσάκι στο χέρι. Το ίδιο βαλιτσάκι είχε και ο Χριστάκηςτα δύο προηγούμενα χρόνια, απαίτησε όμως από τη μαμά να του φτιάξει τη ρούχινη παλάσκα*, όπως τα αγόρια της τάξης του, δεν ήθελε αυτός να είναι η εξαίρεση.
Ετοιμαζόταν να βγεί από την αυλή, όταν θυμήθηκε ότι δεν έπλυνε το πρόσωπο του. Άλλο πάλι και τούτο! Μα τι έπαθε σήμερα; Αν τον έπαιρνε είδηση η κυρία Έλλη, η δασκάλα του, ότι πήγε άπλυτος στο σχολείο, θα του έκανε ολόκληρη σκηνή, μπροστά στα άλλα παιδιά και θα τον έκανε ρεζίλ.
Κατέβασε την παλάσκα από τον ώμο, την τοποθέτησε στη ξερολθιά και είπε στον Κυριάκο να μείνει εκεί και να τη προσέχει. Η Στέλλα στάθηκε κι αυτή και τον κοιτούσε παραξενεμένη, γρήγορα όμως κατάλαβε και χαμογέλασε.
Πήρε λίγο νερό από τον κουβά, ο Χριστάκης, χρησιμοποιώντας το μεγάλο αλουμινένιο μαοτραππά και έπλυνε πρώτα τα χέρια, ρίχνοντας και στο πρόσωπο λίγο κρύο νερό. Δεν σκοτίστηκε καν να σκουπιστεί κι επέστρεψε ικανοποιημένος. Είδε τον μικρό Κυριάκο να κρατά ένα από τα τετράδια του, που το είχε βγάλει από τη παλάσκα. Δεντου έκανε καρδιά να θυμώσει στον μικρό του αδερφό, άλλωστε το θέαμα ήταν τόσο όμορφο, ένα ντελκάτο χεράκι να κρατά το τετράδιο και ένα προσωπάκι να τον κοιτάζει πονηρά κι ένοχα. Χαμογέλασε. Ήταν το πρώτο χαμόγελο της μέρας, και το μοναδικό!

* Παλάσκα: Σχολική τσάντα από ρούχο.

Μια μέρα μπορεί να ξεκινά άσχημα και να τελειώνει καλά. Το ξεκίνημα μας έρχεται, το τέλος το φτιάχνουμε εμείς. Ο Χριστάκης ήταν πολύ μικρός για τέτοιες φιλοσοφίες, είχε όμως ένα δυνατό, ένστικτο να αξιολογεί τις καταστάσεις και να τις κάνει δημιουργικές, όσο δύσκολες κι αν φάνταζαν στην αρχή. Η μέρα του, σήμερα άρχισε με μια έντονη βαρυθυμία και συνέχισε με τον καυγά του παππού και της γιαγιάς. Αυτούς τους ανθρώπους τους είχε για υπόδειγμα και δεν του άρεσε να τους πιάνει σε στιγμές αδυναμίας. Μα να που τώρα αντιμετώπιζε με τόση τρυφερότητα τη μικρή ζαβολιά του Κυριάκου. Ήταν κι αυτό σημάδι ότι στο τέλος θα μπορούσε να φτιάξει η μέρα του.
Η μαμά τους υποδέχτηκε στο καφενείο. Τους έφτιαξε τσάι ρώσικο και τους έδωσε παξιμάδι. Κάθισαν και οι τρεις σε μια άκρη κι απόλαυσαντο ζεστό τσάι, παρακολουθώντας τον κόσμο που είχε γεμίσει το καφενείο. Ο Χριστάκης κατάλαβε ότι κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε. Πρώτη φορά είχε μαζευτεί τόσος κόσμος στο καφενείο τους. Όλες οι καρέκλες είχαν γεμίσει και πολλοί στέκονταν όρθιοι. Όλοι ήταν αμίλητοι και σκεφτικοί και όλοι περίμεναν να ακούσουν φοβερά πράγματα. Ήταν σαν να είχε πεθάνει κάποιος που ήταν σε όλους πολύ αγαπητός. Ήταν σαν να περίμεναν επιβεβαίωση της θλιβερής είδησης.
Το ραδιόφωνο, ψηλά, πάνω στο ψυγείο πετρελαίου, μετέδιδε μουσική. Δεν ήταν η δημοτική μουσική που συνήθως μετέδιδε αυτή την ώρα ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Αυτό πάει πια, τέλειωσε. Οι Εγγλέζοι είχαν βάλει παράσιτα. Οι Κύπριοι δεν θα άκουγαν ξανά το «Εδώ Αθήναι», ούτε τα πύρινα λόγια για την Κύπρο. Αυτό που άκουαν τώρα ήταν η Κύπρος. Η Κυπριακή Ραδιοφωνική Υπηρεσία. Ένας ραδιοσταθμός που θα μισούσαν, γιατί μετέδιδε όσα οι Εγγλέζοι ήθελαν και έκανε απροκάλυπτη προπαγάνδα. Ακόμα και η μουσική του δεν ήταν αυτή που οι Έλληνες της Κύπρου ήθελαν να ακούουν.
Η μουσική σταμάτησε κι ακούστηκε το χαρακτηριστικό σήμα του δελτίου ειδήσεων. Ο Χριστάκης τέντωσε τα αυτιά του. Κατάλαβε ότι όλος εκείνος ο κόσμος, που είχε μαζευτεί στο καφενείο περίμενε κάποια πολύ σπουδαία είδηση από το ραδιόφωνο.
«Ένας τρομοκράτης σκοτώθηκε και δύο συνελήφθησαν σε χθεσινή σύγρουση με δυνάμεις ασφαλείας στη περιοχή Λεύκας. Νεκρός είναι ο Χαράλαμπος Μούσκος από τη Λευκωσία». Αυτή ήταν η πρώτη είδηση. Κανένας δεν ήθελε να ακούσει τις άλλες ειδήσεις. Ο Χριστάκης ένιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά, ήταν σαν να είχε νιώσει τον πόνο και την αγωνία όλου του κόσμου που μαζεύτηκε στο καφενείο για επιβεβαίωση της είδησης που κυκλοφορούσε, ήδη από την προηγούμενη μέρα. Ασυναίσθητα, έπιασε το χέρι της Στέλλας και το έσφιξε, ενώ εκείνη τον κοίταξε μάλλον παραξενεμένη, νιώθοντας την ένταση και την συναισθηματική έξαρση που γέμιζε την ατμόσφαιρα.
Ο κόσμος άρχισε να φεύγει και σε μερικά λεπτά το καφενείο άδειασε, ενώ το ραδιόφωνο, ψηλά στο ψυγείο συνέχισε να μεταδίδει τις άχρωμες ειδήσεις του. Ο καθένας θα πήγαινε στη δουλειά του, άνθρωποι βιοπαλαιοτές ήταν όλοι. Όλων η καρδιά ήταν βαριά και λύπη φώλιαζε στην ψυχή τους εξαιτίας του κακού μαντάτου. Η λύπη όμως, ήταν καταλυτική στην απόφαση τους, όλοι, ενωμένοι, να δώσουν το παρόν τους στον υπέρ πάντων Αγώνα.
Ο Χριοτάκης και η Στέλλα σηκώθηκαν για να πάνε στο σχολείο. Κι αυτοί είχαν τη δική τους αποστολή, να μάθουν γράμματα. Αυτό έλεγε στον Χριοτάκη ο Ρωτόκλιτος, ο κτίστης, που τον έβρισκε να κτίζει οτου Γιάννη, στο δρόμο για το σχολείο. Ήταν ένας κτίστης, όχι σαν τους άλλους. Γέροντας, με κάτασπρα μαλλιά, με το μουστάκι κίτρινο από το κάπνισμα, λεπτός μα επιβλητικός, με τη βράκα του πάντοτε λερωμένη με φρέσκια ή ξηραμένη λάσπη. Ο Χριστάκης ξεστρατούσε λ'γο από τον δρόμο, στεκόταν και τον παρακολουθούσε, πότε ξυπόλυτο να φτιάχνει τη λάσπη πατώντας και σμείγοντας το ασπρόχωμα μετο νερό και τα κόντυλα, πότε πελεκώντας την αθασόπετρα με το μαρτέλλι και πότε ρίχνοντας λάσπη με το μυστρί από το βαρυγεμισμένο πιλορί.
Πολλές φορές ο Ρωτόκλιτος σταματούσε κι άναβε τσιγάρο. Κάπνιζε πάντοτε εκείνα τα λαϊκά τσιγάρα με την άσχημη μυρωδιά, τα Lucky-Dream. Άναβε το τσιγάρο του, τραβούσε μια ρουφηξιά, που φαινόταν ότι την απολάμβανε και συμβούλευε τον Χριοτάκη να μη μάθει ποτέ το κάπνισμα, γιατί είναι μια πολύ κακή συνήθεια. «Είναι η χειρότερη σκλαβιά», του έλεγε, «χειρότερη κι από τους Εγγλέζους, γιατί την προκαλεί αυτό το σκατό» κι έδειχνε με περιφρόνηση το τσιγάρο. «Μπορεί να μην έχεις να φας και δεν θα νοιαστείς, για να καπνίσεις όμως μπορεί και να κλέψεις».
Ο Ρωτόκλιτος ήταν αγαπημένος δάσκαλος για τον Χριστάκη που τον θεωρούσε σοφό και φιλόσοφο. Ήταν ο καθοδηγητής του. Τον άκουε μόνο. Ποτέ δεν του είχε μιλήσει. Μόνο μια φορά του είπε ένα «ναι», όταντον έστειλε νατου φέρει ένα πακέτο τσιγάρα από το καφενείο του Χατζηφίλιππου, που ήταν εκεί κοντά. Ο Ρωτόκλιτος όμως καταλάβαινε τις σκέψεις του και πολλές φορές του μιλούσε ακριβώς σαν να τις είχε μόλις διαβάσει. Πάντοτε όμως, πάνω απ' όλα τον συμβούλευε να προσέχει μέσα στην ταξη και να είναι φρόνιμος στην αυλή του σχολείου. «Η τάξη», του έλεγε, «σε κάνει σοφό και το διάλειμμα φιλόσοφο». Θα περνούσαν χρόνια, για να καταλάβει το μικρό αγόρι τι ακριβώς εννοούσε ο γέροντας φιλόσοφος, που είχε-δεν είχε τελειώσει την τρίτη του δημοτικού.
Ο Χριοτάκης κοντοστάθηκε στο κεφαλόσκαλο της πόρτας του καφενείου, ενώ η Στέλλα κατέβηκε και προχώρησε. Απέναντι, δίπλα απότη βεράντα του σωματείου των Αριστερών, είχαν σταματήσει τα ταξί τους ο Βάννας, ο Χρύσανθος και ο Πολεμίτης και στέκονταν συζητώντας κάτι πολύ σοβαρό, όπως έδειχνε η στάση τους αλλά και ο τόνος της φωνής τους.
Ο Πολεμίτης, που ακουμπούσε στο καπώ του αυτοκινήτου του και κάπνιζε, πρόσεξετον Χριοτάκη και τον πλησίασε.
-Ξέρεις που έγινε η μάχη; Του είπε κι απάντησε γρήγορα ο ίδιος την ερώτηση του: εκεί που περάσαμε όταν πηγαίναμε στη Λευκωσία. Εκεί που μου ζήτησες και σταμάτησα για να κατουρήσεις. Πάει το παλληκάρι... Πάει ο Χαμπής! Είναι ξάδερφος του Μακαρίου. Και τους δυό που έπιασαν, θα τους κρεμάσουν. Καταραμένοι Εγγλέζοι...
Ήταν πολύ αναστατωμένος, όπως όλοι. Ο Χριοτάκης δεν είπε τίποτα. Νόμισε ότι η μέρα του άρχισε άσχημα. Η δική του μέρα! Κάποιοι άλλοι όμως, εκεί μακριά, σ' ένα δρόμο που άλλοι τον είδαν σαν μέρος του ταξιδιού τους, έδιναν το αίμα και τη ζωή τους για μια στάλα λευτεριάς, όχι της δικής τους λευτεριάς, αφού δεν ζούσαν πια, της λευτεριάς των άλλων, που ίσως και να μην την ήθελαν, να μην τη δέχονταν, ίσως ακόμα και να τη καταριόντουσαν και να προτιμούσαν τη μιζέρια της σκλαβιάς, που οι ίδιοι δεν έβλεπαν, ούτε ένιωθαν.
Κατέβηκε το ψηλό σκαλοπάτι και πήρε το δρόμο για το σχολείο. Πατούσε στις λάσπες και λίγο τον ένοιαζε που λασπώνονταν τα παπούτσια του. Τα μάτια του είχαν βουρκώσει και με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυα του. Λίγη σημασία έδωσε σε εκείνα που του είπε ο Πολεμίτης. Εκείνα όμως ήταν που, ασυναίσθητα, δυνάμωσαν στην ψυχή του τον αχό της φοβερής είδησης που μετέδωσε το ραδιόφωνο, εκείνο το πρωί στα νέα των εφτά και τριάντα.
Στο δρόμο βρήκε όλα τα παιδιά που πήγαιναν σχολείο. Δεν ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Η θλίψη για ένα χαμένο παλληκάρι κυκλοφορούσε στον αέρα. Ο ήλος ήταν φωτεινός, όπως πάντα, και η μέρα φαινόταν ανοιξιάτικη. Τα παιδιά, όμως δεν τη πρόσεχαν. Κάποιοι πήγαιναν να ανοίξουν μια κουβέντα, γρήγορα όμως σιωπούσαν κι αυτοί.
Βγήκε μια στιγμή η Στασού στην πίσω αυλή του καφενείου και είδε τη Ροθέα, που σκούπιζε τη βεράντα του απέναντι καφενείου του Γιαννή. Την καλημέρισε κι εκείνη σταμάτησε το σκούπισμα και της ανταπόδωσε.
-Είναι άσχημα τα νέα! είπε η Στασού. Τι Γέννα* θα κάμουν αυτοί οι άνθρωποι; Εννοούσε εκείνους που έμαθαν το θάνατο του παιδιού τους, εκείνους που έμαθαν τη σύλληψη των δικών τους παιδιών και που ήξεραν ότι η τύχη τους είχε ήδη σφραγιστεί.

* Γέννα: Χριστούγεννα

Η Ροθέα κούνησε το κεφάλι κι αναστέναξε.
Στον Χριστάκη άρεσε, όταν έφτανε στο σχολείο το πρωί, να πηγαίνει για λίγο, πριν κτυπήσει το κουδούνι, στην πίσω αυλή και να στέκεται κάτω από τη μεγάλη αμυγδαλιά, που ήταν ακριβώς κάτω από τα παράθυρα της τάξης του. Του άρεσε να παρακολουθεί τα σπουργίτια να φτεροκοπούν ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά και να γεμίζουν τον αέρα με τις τσιριμόνιες τους. Ιδιαίτερα τις μέρες που είχε λιακάδα, τα μικρά, άτακτα πουλάκια ήταν πάρα πολύ εκδηλωτικά και έκαναν τρελίτσες και χαριτωμένα καυγαδάκια. Η πίσω αυλή του σχολείου ήταν γεμάτη αμυγδαλιές και λίγο πριν μπει ο χειμώνας, τα παιδιά, με την καθοδήγηση των δασκάλων, καθάρισαν και σκάλισαν ελαφρά τις λεκάνες τους. Τώρα, τον χειμώνα, οι αμυγδαλιές, ήταν γυμνές από φύλλα και τα κλαδιά τους απλώνονταν στον ουρανό, σα νεκρά. Τον Φεβράρη όμως θα λούζουνταν στα κάτασπρα λουλούδια τους και θα τραγουδούσαν τα προμηνύματα της άνοιξης. Ο Χριοτάκης, μαζί με τον Κάντα, τον συμμαθητή του, και τον Χαμπή, που ήταν ένα χρόνο πιο μεγάλος, έκαναν παρέα και τα έλεγαν κάτω από την πιο μεγάλη αμυγδαλιά, κάθε πρωί. Εκεί παρακολουθούσαν και τα παιδιά της πέμπτης και της έκτης να καλλιεργούν και να περιποιούνται τον μικρό λαχανόκηπο, κάνοντας άσκηση αγροτικής οικονομίας. Αυτή την εποχή ο λαχανόκηπος ήταν φυτεμένος με λάχανα, μαρούλια και κουνουπίδια, που είχαν μεγαλώσει και ήταν έτοιμα για συγκομιδή. Σε μια άκρη είχαν φυτέψει φυτά αμυγδαλιάς, αρκετά για να πάρουν από ένα όλα τα παιδιά της έκτης και να τα φυτέψουν στο σπίτι τους. Ήταν μια παράδοση πολλών χρόνων, έτσι δεν υπήρχε αυλή στο χωριό που να μην είχε δυο-τρεις αμυγδαλιές, τουλάχιστον όσα ήταν και τα παιδιά της οικογένειας που είχαν τελειώσει το δημοτικό. Τα αμύγδαλα τα φύτευαν πρώτα σε μια ξύλινη κάσα, γεμάτη με αμμόχωμα και λίγη καλή κοπριά. Την ξύλινη κάσα την εξασφάλιζαν από τον μπακάλη, που τη φύλαγε όταν άδειαζε από τα τσίγγινο κουτιά σακχαρούχου γάλακτος. Φύτευαν τα αμύγδαλα στο τέλος του χειμώνα και τα ράντιζαν τακτικά με νερό. Τα μικρά φυτα έσκαζαν με τον ερχομό της άνοιξης, αλλά έμεναν στη ξύλινη κάσα μέχρι τον επόμενο Γενάρη, όταν θα έβγαζαν τα φυτα, που μεταφυτεύτηκαν την προηγούμενη χρονιά για να τα διανέμουν στα παιδιά. Στη θέση τους θα μεταφύτευαν τις νέες αμυγδαλίτσες, που θα πέταγαν νέους βλαστούς με την άνοιξη και θα μεγάλωναν για τη διανομή της επόμενης χρονιάς.
Σήμερα όμως, ο Χριοτάκης δε συνάντησε το Κάντα και το Χαμπή στη πίσω αυλή. Πήγε και στάθηκε στη χαρουπιά της γυμναστικής. Ήταν μια πυκνόφυλλη χαρουπιά, με χοντρούς οριζόντιους κλώνους, αρκετά χαμηλούς για να τους φτάνουν τα αγόρια και να κάνουν έλξεις αλλά και άλλες γυμναστικές ασκήσεις. Εκεί ήρθε και τον βρήκε ο Αντρικός. Ο Αντρικός ήταν ένα χρόνο πιο μικρός και η τάξη του ήταν στη παιδική στέγη, στο κέντρο του χωριού, μακριά από το κτίριο του σχολείου. Συνήθως τα παιδιά που πήγαιναν στην παιδική στέγη έρχονταν μεταξύ της πρώτης και δεύτερης περιόδου για το συσσίτιο, που ήταν όλο κι όλο ένα ποτήρι ζεστό, σακχαρούχο γάλα. Σήμερα όμως ήρθαν νωρίς, γιατί θα απουσίαζε τη πρώτη περίοδο ο δάσκαλος τους ο Πασιήσταυρος.
Ο Χριοτάκης αγαπούσε πολύ τον Αντρίκο κι έκαναν καλή παρέα. Άρεσε και στους δυό το τρέξιμο των εκατό μέτρων και το άλμα εις μήκος και παράβγαιναν, όποτε συναντιόνταν. Ο πατέρας του Αντρικού είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν από λευχαιμία. Ο Χριοτάκης θυμόταν την κηδεία. Είχε μόλις σχολάσει, είδε τον κόσμο στο κοιμητήριο και μπήκε κι αυτός. Δεν ήταν και η πρώτη φορά. Μαζί μπήκαν και άλλοι συμμαθητές του. Πήγαν και στάθηκαν σ' ένα σωρό από χώμα για να βλέπουν. Είχαν ανοίξει τον ταφο κάτω από την ελιά, στο δυτικό μέρος του μικρού νεκροταφείου. Ο νέος άνθρωπος ήταν πάνω στο ξυλοκρέβατο, τυλιγμένος στο άσπρο, αγιοταφίτικο σάββανο. Φαινόταν το πρόσωπο του, αποοτεωμένο από την αρρώστεια, χλωμό από τον θάνατο, του είχαν φορέσει την πιο καλή του φορεσιά και το σάββανο άνοιγε λίγο, τόσο που φαινόταν η γαλάζια γραβάτα του. Ο Χριοτάκης ένιωθε μια δυνατή λύπη, όχι όμως πόνο. Ο θάνατος, έλεγε η γιαγιά η Δεσποινού είναι σαντον
Άγιο και η παρουσία του μας τιμά. Το μικρό αγόρι τιμούσε τον νεκρό με τη λύπη του, που ήταν ανέκφραστη και σιωπηλή. Τον ήξερε, αν κι έμενε στην πάνω γειτονιά, γιατί ερχόταν κι έπινε τον καφέ του στο καφενείο τους, σχεδόν κάθε απόγευμα. Η μαμά του είχε πει ότι ήταν πολύ άρρωστος δεν το είχε, όμως μάθει ότι πέθανε. Εκεί, τώρα τον έθαβαν. Ήτανπολύ νέος, ούτετριάντα κι όλοι τον έκλαιγαν. Η μάνα του, ακουμπούσε στο χέριτου πατέρα του κι έκλαιγε και μοιρολογούσε. Πιο πολύ και πιο δυνατά, όμως έκλαιγε ο πατέρας του και το κλάμα του και το μοιρολόι του ήταν τόσο σπαρακτικό που ο Χριοτάκης βρέθηκε πιο πολύ να λυπάται για εκείνον, παρά γιατον ίδιο τον νεκρό.
Ο Αντρικός είχε και μια, πιο μικρή αδερφή και η μάνα τους εργαζόταντώρα εργάτρια στις οικοδομές, για να βγάζει το ψωμί τους. Ο ίδιος ήταν ο καλύτερος μαθητής της τάξης και κανείς δεν υποψιαζόταν την τραγωδία αν δεν το ήξερε. Ήταν καλός, γλυκός κι ευκολοσχέτιστος, είχε δυνατή φιλ'α με τον Χριοτάκη κι άκουε πάντα τις συμβουλές του. Όταν είχε κάποια απορία μετα μαθήματα, τον ρωτούσε κι εκείνος ήταν πάντα πρόθυμος να τον βοηθήσει, όσο μπορούσε βέβαια, γιατί η διαφορά μιας τάξης δεν τον έκανε και δάσκαλο.
Ήρθε ο Αντρικός και στάθηκε κοντά στον Χριοτάκη. Με ένα κοντό παντελόνι και χωρίς κάλτσες, τα λεπτά ποδαράκια του οπωσδήποτε κρύωναν, αν και δεν το έδειχνε. Είδε τον Χριοτάκη σιωπηλό και σοβαρό και σιώπησε κι αυτός. Άλλωστε το βαρύ κλίμα ήταν διάχυτο σ' όλα τα παιδιά που ήταν σκορπισμένα στην αυλή και ούτε έτρεχαν, ούτε έπαιζαν. Ακόμα και τα κορίτσια μαζεύονταν σε μικρές ομάδες και φαίνονταν να συζητούν σοβαρά.
Ο Χριστάκης και ο Αντρικός προχώρησαν προς το περιτοίχισμα της αυλής, όπου μια μικρή ομάδα αγοριών της έκτης συζητούσαν χαμηλόφωνα. Ήταν εκεί ο Κόκος κι ο Νίκος. Ο Γιαννάκης, ο Αντρέας και ο Κυριάκος, που όλοι τον θεωρούσαν αρχηγό τους και πρώτο παλληκάρι του σχολείου. Απέναντι, έξω από το σπίτι του Νικόλα, κάτω από τη μεγάλη χαρουπιά, που οι κλώνοι της έφταναν και σκέπαζαν τον δρόμο, στεκόταν, όπως κάθε πρωί, δίπλα σε μια σταθμευμένη μοτοσυκλέττα, μεγάλου κυβισμού, ο Τούρκος αστυνομικός. Παρακολουθούσε κάθε κίνηση ακόμα και των παιδιών και φαινόταν βλοσυρός κι απλησίαστος.
-Πού θα πάει, καιρός του είναι!, άκουσε ο Χριστάκης τον Κυριάκο να λέει χαμηλόφωνα.
Εννοούσε τον αστυνομικό, που η παρουσία του κάθε μέρα έξω από το σπίτι ενός σεβαστού στο χωριό ανθρώπου, είχε πια καταντήσει σκέτη πρόκληση. Ο Χριστάκης, όπως και τα άλλα παιδιά, εκτιμούσε πολύ τον Κυριάκο και σ' αυτό που τον άκουσε να λέει έδωσε πολλή σημασία. Ένιωσε ότι υπήρχε απειλή θανάτου για τον αστυνομικό- τα αισθήματα θα εκφράζονταν πια και θα γίνονταν πράξεις. Ήταν σκληρή εποχή και τα παιδιά έπρεπε να μάθουν να την αφουγκράζονται και να την καταλαβαίνουν. Φυσικά, η ζωή θα είχε πια πολύ μικρή αξία και την αγάπη θ'αντικαθιοτούσετο «οδόντα αντί οδόντος».
Ένιωσε σύγκρυο ο Χριστάκης. Κοίταξε προσεκτικά τον Τούρκο αστυνομικό. Ήταν νέος, το πρόσωπο του ήταν γλυκό και ίχνη από μουστάκι τον έκαναν να φαίνεται σχεδόν παιδί. Ίσως και ο ίδιος να μην ήξερε καλά-καλά τι υπηρετούσε. Προσπαθούσε να φαίνεται βλοσυρός, δεν τα κατάφερνε όμως και πολύ καλά. Αν ορμούσαν σ'αυτόν τα παιδιά σίγουρα θα το έβαζε στα πόδια, φαινόταν, άλλωστε, κι άπειρος. Πρέπει να ήταν από τη νέα φουρνιά αστυνομικών, που πήγαν μόνο Τούρκοι, αφού οι Έλληνες πήραν διαταγή να μην εκδηλώσουν ενδιαφέρον.
Κτύπησε το κουδούνι και τα παιδιά μπήκαν στις τάξεις. Η αυλή ησύχασε. Κάποια στιγμή ο Τούρκος αστυνομικός πήρε τη μοτοσυκλέτα του και τράβηξε κατά τα καφενεία. Ο πρώην μάστρος του, ο Απτουλλάς του είχε πει να κάνει μερικές διαδρομές στο χωριό και να παρατηρεί. «Σ' αυτό το χωριό όλοι είναι ύποπτοι», του είχε πει, «να κοιτάζεις λοιπόν προσεκτικά και να μου αναφέρεις. Αυτοί πάνε ν' ανάψουν μεγάλη πυρκαγιά και πρέπει να έχουμε τον νου μας. Οι Εγγλέζοι είναι κουτοί και δεν καταλαβαίνουν τίποτε. Όλα από μας εξαρτώνται και θα κλαίμε τη σόρτα* μας τη μαύρη αν δεν πάρουμε εγκαίρως τα μέτρα μας».
Ο αστυνομικός ήταν από εκείνους τους νέους που ενθουσιάζονται εύκολα και θεωρούν τις οδηγίες από τους πιο μεγάλους, ιερές και απαραβίαστες. Καταλάβαινε ότι ήταν μέρος της πειθαρχίας να ακολουθεί τις παραγγελιές των ανωτέρων του, και τις ακολουθούσε. Δεν είχε ακόμα ψηθεί στις δυσκολίες της ζωής, αν και ήταν φτωχαδάκι. Ο Τούρκος αστυνομικός ήταν καλός μαθητής στο δημοτικό, τέλειωσε και την τρίτη ταξη του γυμνασίου. Θα ήθελε να συνεχίσει, αλλά η οικογένεια είχε άλλα πέντε παιδιά και ο πατέρας δεν τα έφερνε βόλτα. Έτσι, στα δεκαπέντε του μπήκε στην τέχνη. Δεν ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του, που ήταν οτρατουράς**, μια καλή δουλειά, αλλά πήγε ράφτης. Δούλεψε τσιράκι τέσσερα χρόνια, κι όταν ένιωσε αρκετά καλός, άνοιξε το δικό του μαγαζάκι. Μάθαινε όμως και Εγγλέζικα κι έτσι, αν και άρχισε να αυξάνεται η πελατεία στο ραφτάδικο, το παράτησε και μπήκε στην Κυβέρνηση. Τα Εγγλέζικα και τα τρία χρόνια στο γυμνάσιο ήταν καλά προσόντα για τη θέση που βρήκε στο διοικητήριο. Μιλούσε, έγραφε και διάβαζε Ελληνικά.
Στα είκοσι του ήταν ένας ήσυχος νέος, πολύ μελετηρός και καμάρι για τη μάνα και τον πατέρα του, αλλά και γιατον Εγγλέζο προϊστάμενο του, που ένα βράδυ επισκέφτηκε το σπίτι τους για να δώσει συγχαρητήρια για το γιο τους. Κι εκείνοι, χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι για την υψηλή επίσκεψη και τα καλά λόγια που είπε για το γιό τους, έσφαξαν τη πιο παχιά κότα της αυλής και του πρόσφεραν το πιο πλούσιο τραπέζι που για τον εαυτό τους ουδέποτε καταξιώθηκαν. Σε δυο-τρεις μέρες έβαλαν σε μια σακκούλα και τον ωραίο τους πετεινό, γέμισαν κι ένα καλάθι με αυγά, φρέσκα ζαρζαβατικά και φρούτα της εποχής, όλα από το

* Σόρτα: Τύχη.
** Στρατουράς: Σαμαροποιός.

μικρό τους περιβόλι, και του τα έστειλαν, πεσκέσι*, με το γιό τους. Κι αυτό συνέχιζαν να το κάνουν κάθε κάνα δυό μήνες, πότε έστελναν φρέσκα αυγά, πότε καμιά κότα και πότε γλυκά του σπιτιού, όταν είχαν μπάίράμι. Ο γιός τους, όμως θα προχωρούσε και χωρίς όλα αυτα τα δώρα, γιατί ήταν πολύ καλός και μελετηρός. Στο μεταξύ άρχισαν να έρχονται και προξενιά για κοπέλες από καλές οικογένειες με προίκα. Υπήρχε όμως μια πιο μεγάλη αδερφή και ο γιός έπρεπε να περιμένει τη σειράτου.
Τα πήγαινε, λοιπόν πολύ καλά στο Διοικητήριο. Καλός στη δουλειά του και αγαπητός στους συναδέλφους του. Τούρκους κι Έλληνες. Πιο πολύ συνδέθηκε με τον Αντρέα, από τη Χλώρακα. Ήταν κανένα χρόνο πιο παλιός του στην Υπηρεσία, είχε βγάλει και το γυμνάσιο και τα Εγγλέζικα του άπταιστα. Ο Αντρέας είχε οπωσδήποτε πιο καλές και σίγουρες προοπτικές και οι δυό τους δυνδέθηκαν πολύ, πήγε και στο σπίτι του τον πήγε κι αυτός στο δικό του και όπου πήγαιναν ήταν μαζί.
Όμως ήρθε η σύλληψη του πλοιαρίου με τα όπλα και η καταδίκη των πέντε κατοίκων της Χλώρακας, μαζί με τους άλλους, που συνελήφθησαν να τα ξεφορτώνουν. Σε λίγο άρχισε και ο Αγώνας. Η Χλώρακα φαινόταν σαν σφηκοφωλιά για τους Εγγλέζους και τους Τούρκους. Ο Αντρέας δεν ήταν πια τόσο αγαπητός. Αλλά κι αυτός άρχισε να ακούει τις σειρήνες του δικού του πατριωτισμού.
Ο Απτουλλάς, ο σκληροτράχηλος αστυνομικός λοχίας από τη Λέμπα τον ξεχώρισε, κυρίως για τη μόρφωση του, αλλά και για τον καλό του χαρακτήρα και τον ενέταξε στην αστυνομία. Δεν το δέχτηκε εύκολα και ο Απτουλλάς χρειάστηκε να προσπαθήσει πολύ, η πραγματικότητα τώρα, όμως ήταν μια, ήταν αστυνομικός, στη μέση της χειρότερης κατάστασης και το χειρότερο τον έστελλαν πολύ συχνά στη Χλώρακα, να παραμονεύει έξω από το σπίτι του Νικόλα, που η Αστυνομία

* Πεσκέσι: Μποναμιάς.

θεωρούσε πρωταίτιο του Αγώνα. Να, σήμερα, πρωί-πρωί, ενώ ερχόταν να στηθεί καραούλι, συναπαντήθηκε με τον παλό του συνάδελφο, τον Αντρέα, που πήγαινε κι εκείνος στη δουλειά του με μια παλιά μοτοσυκλέττα. Χαιρετήθηκαν βέβαια, αλλά δεν ήταν πια εκείνη η ζεστή καλημέρα που αντάλλαζαν μόλις πρίν από μερικούς μήνες.
Έβαλε μπρος τη μηχανή και ο θόρυβος της ήταν σαν να δήλωνε τη δύναμη της παρουσίας του. Δυό γυναίκες, που έβγαζαν νερό με τον κουβά στο μαγκανοπήγαδο, σε μια κοντινή αυλή, κούνησαντο κεφάλ αποδοκιμαοτικά.
-Αυτός ο ζαπτιές πάει γυρεύοντας, είπε η μια και η άλλη συμφώνησε.
Η μοτοσυκλέττα κατέβηκε, μουγκρίζοντας, τον ελαφρά κατηφορικό δρόμο, πέρασε από τα καφενεία, έδωσε ένα γύρο τηντσίγγινη εκκλησιά και σταμάτησε στην άκρη του δρόμου στο παγκέττο, μπροστά από το γραφείο της Συνεργατικής. Ο Φουκιδής είχε ήδη πιάσει δουλειά, όμως δε σήκωσετα μάτια του στιγμή. Τον άκουσε να διασκεδάζει τη τρέλα του και δεν χρειαζόταν νατου δώσει άλλη σημασία.
Ο Τούρκος κοίταξε κάποιους διαβάτες και υπήρχε πρόκληση στη ματιά του. Σε λίγο γέμισε πάλι τη μηχανή του κι έφυγε. Αρκετά έκαμε για σήμερα τον καμπόσο.
Όμως σε μια οικοδομή, στο Κτήμα, εξυφαινόταν ήδη η συνομωσία εναντίον του. Εκεί εργαζόταν ο Κόκος που είχε αποφυλακιστεί μετά τη καταδίκη του, γιατί με άλλους είχαν αρπάξει από τα χέρια της αστυνομίας τους υπόδικους για το «Άγιος Γεώργιος». Ήταν επίσης ήδη ενταγμένος στον Αγώνα, μετα που αποκήρυξε την ΠΕΟ, όπως τον συμβούλεψε ο άντρας της αδερφής του, ο Χριστόδουλος και τώρα δεν έβλεπε την ώρα ν'αναλάβει δράση. Ήρθαν και τον βρήκαν ο άλλος Κόκος, ο ξάδερφος του από τη μάνα του και ο επιστήθιος φίλος του ο Γιώρκος. Ήρθαν και οι δυό πάνω σε ένα ποδήλατο πηγαίνοντας ταχα σε κάποια δουλειά. Έφεραν και φρέσκο, σουσαμένιο κουλλούρι κι ελιές τσακκιστές, τυλιγμένες σε ψαρόκολλα, που τα αγόρασαν από το αμαξάκι του Νικολή.
Κάθισαν οι τρεις νέοι σε μια γωνιά της οικοδομής κι άπλωσαν τις ελιές και το κουλλούρι, άνοιξαν και μια κονσέρβα. Ο μάστρος είχε φύγει για λ'γο και ο εργάτης έλειπε εκείνη τη μέρα για μια δουλειά στο κτηματολόγιο. Ήταν μόνοι τους. Κανένας δεντους έβλεπε, κανένας δεντους άκουε.
Η διαταγή είχε έρθει πριν δυό μέρες και θα την εκτελούσε η ομάδα κρούσης της Χλώρακας. Θα έπρεπε να αποκτηθεί πείρα και ο αστυνομικός, που πρόσεχε το Νικόλα, ήταν εύκολος στόχος. Η διαταγή έλεγε να του ρίξουν μια βόμβα για εκφοβισμό.
-Εγώ λέω να τον καθαρίσουμε, τον σκύλο, να πάει στ' ανάθεμα, είπε ο Γιώρκος.
Οι άλλοι όμως δεν συμφώνησαν. Η διαταγή ήταν διαταγή και δεν θα έκαναν του νού τους. Θα του αμολούσαν μια βόμβα, κρυμμένοι πίσω από το περιτοίχισμα του σχολείου, ενώ θα περνούσε για να κάνει τη βόλτα του στα καφενεία και θα τον έκαναν να γεμίσει τα παντελόνια του από φόβο. Αυτό θα ήταν αρκετό, αν συνέχιζε να το παίζει σκληρός, σίγουρα θα ερχόταν νέα διαταγή για χειρότερα...
Δεν έκαναν πάνω από μισή ώρα μαζί οι τρείς νέοι κι έκαναν τον σχεδιασμό τους με κάθε λεπτομέρεια. Όταν ο μάστρος επέστρεψε βρήκε μόνο τον Κόκο να σουβατίζει. Ούτε που θα υποψιαζόταν ότι μόλις πριν από μερικά λεπτά αυτός ο νέος που ήταν δεν ήταν ούτε δεκαεφτά χρονών έκανε μια τέτοια συνομωσία μετους άλλους δυό συνομήλικους του.
-Έφερα κουλλούρι σουσαμένιο κι ελιές τσακκιστές, με κόλαντρο και πιπέρι αψό ξυδάτο, είπε, κάνε διάλειμμα να μπουκκώσουμε*.
Ο Κόκος χαμογέλασε.
Τα παιδιά μπήκαν στην τάξη κι έκαναν το μάθημα τους. Οι τριταίοι άνοιξαν το αναγνωστικό τους και διάβαζαν από μέσα τους ενώ τα παιδιά της τετάρτης, που ήταν στην ίδια αίθουσα,έκαναν ανάγνωση και γραφή.

* Μπουκκώνω: προγευματίζω 

Ο Χριστάκης δεν είχε καμιά όρεξη για διάβασμα. Έσκυβε στο βιβλίο του και ονειροπολούσε. Αν δεν σκεφτόταν τα γεγονότα, που ήρθαν σαν βαρύς βομβαρδισμός εκείνο το πρωινό, θα τον έπαιρνε ο ύπνος. Αυτή η χρονιά δεν είχε ξεκινήσει καθόλου καλά. Ούτε που σκεφτόταν το διάβασμα. Τη σάκκα του δεν την άνοιγε ποτέ. Όπως την παρατούσε, όταν σχολνούσε το απόγευμα, έτσι την έπαιρνε από τον καναπέ για να πάει το πρωί στο σχολείο. Έτσι, σε όσα μαθήματα είχε ταλέντο, ήταν πρώτος όπως στην αριθμητική. Εκεί όμως που χρειαζόταν διάβασμα, όπως η ορθογραφία, τα έκανε θάλασσα. Ούτε και ο ξάδερφος του, ο Χριστόδουλος, που τον καμάρωνε να διαβάζει σκισμένα κομμάτια από εφημερίδες, δεν πήρε είδηση ότι έγινε τόσο αμελής. Η δασκάλα του, η κυρία Έλλη, που καταλάβαινε έναν έξυπνο μαθητή που γινόταν οκνηρός και αμελής, ζητούσε μια ευκαιρία, για να του κάνει ένα δυνατό ηλεκτροσόκ, για να τον συνεφέρει. Φοβόταν βέβαια την παρεξήγηση, γιατί σ' αυτο το χωριό, όπως έλεγαν και οι άλλοι συνάδελφοι της, όλος ο κόσμος είχε εξαγριωθεί και θα έπρεπε να είναι προσεκτικοί για όλα. Ήταν όμως μια καλή κι έμπειρη δασκάλα και δε θα άφηνε να πάει χαμένος ένας καλός μαθητής. Είχε κι ένα άλλο καλό λόγο για τον οποίο έπρεπε κάτι να κάνει. Στην ίδια ταξη ήταν και ο δικός της γιος, ο Τώνης. Γενικά το περιβάλλον της τάξης ήταν φτωχό και όλοι οι μαθητές, εκτός από τρείς-τέσερις, ήταν αδύνατοι. Σ' ένα τέτοιο περιβάλλον, χωρίς δυνατό ανταγωνισμό, ο γιόςτης θα έμενε στη μετριότητα. Σαν καλή εκπαιδευτικός το αντιλαμβανόταν πολύ καλά αυτό. Αυτός ο κακός και τεμπέλης μαθητής, ο Χριστάκης, που ήταν άσσος στην αριθμητική, που σήκωνε, όλο θράσος, πρώτος το χέρι σε κάθε ερώτηση με αριθμούς που έβαζε, που απαντούσε αλάνθαστα, που έλυε τις γραπτές ασκήσεις πριν οι άλλοι αρχίσουν να τις σκέφτονται και που όλες τις ασκήσεις που τους έβαζε για το σπίτι, ουδέποτε τις κοίταξε, θα μπορούσε να είναι ο καλύτερος ανταγωνιστής του Τώνη. Σήμερα, λίγες μέρες πριν κλείσουν για τις διακοπές των Χριστουγέννων, ο Χριστάκης, κατόπιν σχεδίου θα έπαιρνε το σκληρό του μάθημα. Κι αν ήταν παλληκάρι, ας μην συνερχόταν!
Η περίοδος πλησίαζε στο μέσοντης, η κυρία Έλλη θα έλεγε την ορθογραφία, θα μάζευε τα τετράδια για διόρθωμα, θα έβαζε τους τεταρταίους να διαβάζουν από μέσα τους, όπως γινόταν κάθε μέρα και θα άρχιζε το μάθημα με τη τρίτη ταξη. Λίγο πρίν διαβάσει την ορθογραφία, είδε τον Χριοτάκη να κοιτάζει αφηρημένος από το παράθυρο, ενώ δεν είχε καν γυρίσει σελ'δα απότο βιβλίο του. Αυτή ήτανη ώρα.
Ο Χριοτάκης, πραγματικά δεν είχε καμιά όρεξη για μάθημα. Δεν ήταν όμως αφηρημένος. Στο νου του χόρευαν χίλα δυό πράγματα, από τον θείο Κώστα και τους άλλους που είδε στις φυλακές, το ταξίδι στη Λευκωσία και τον Παπάγιωρκη, που επισκέφτηκαν στη κλινική, μέχρι τα συγκλονιστικά νέα εκείνου του πρωινού και την προκλητικότητα του αστυνομικού, που πρόσεχε το σπίτι του Νικόλα.
Ενώ τα σκεφτόταν όλ'αυτα, η δασκάλα πήγε και στάθηκε από πάνω του. Νόμισε ότι θα του έκανε παρατήρηση, έκανε, όμως, κάτι πολύ χειρότερο.
-Κάποιος δεν άλλαξετα εσώρουχα του και βρωμοκοπά!
Είπε η δασκάλα και τον κοιτούσε έντονα. Ένιωσε φοβερή αμηχανία. Τι εννούσε εσώρουχα; Κανένα αγόρι δεν φορούσε εσώρουχα, ούτε κι αυτός. Ήταν θέμα τιμής! Πολλά αγόρια δεν είχαν καν δεύτερο παντελόνι κι ασφαλώς ούτε εσώρουχα. Ήταν θέμα αλληλεγγύης, ή όλοι ή κανένας. Τουλάχιστον σ' αυτήν την τάξη. Ακόμα και ο Χαμπής, που ήταν άρρωστος μετη καρδιά του κι έπρεπε να ντύνεται καλά το Χειμώνα, δε δεχόταν να είναι η εξαίρεση στον κανόνα.
Ο Χριοτάκης αναστατωνόταν όλο και πιο πολύ όσο η δασκάλα στεκόταν από πάνω του και τον κοιτούσε με μια παράξενη επιμονή. Τώρα ένιωθε ότι όλα τα παιδιά και από τις δύο τάξεις, είχαν στρέψει τα μάτια και κοίταζαν μόνο αυτόν. Μήπως ήταν το παντελόνι του που μύριζε; Η αλήθεια ήταν ότι ούτε που θυμόταν πότε το άλλαξε. Αυτό θα ήταν σίγουρα. Ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί.
Η κυρία Έλλη κατάφερε εκείνο που ήθελε. Αυτός ο θρασύς μαθητής έπαθε το σοκ του. Κι ακόμα ο μικρός δεν είχε δει τίποτα. Τον άφησε σκυφτό στο αναγνωστικό του, που δήθεν διάβαζε, κι απομακρύνθηκε. Έδωσε τα τετράδια της ορθογραφίας, που τα είχε μαζέψει και διορθώσει τη προηγουμένη, στα παιδιά της τετάρτης και τους έκανε κάποιες παρατηρήσεις για τα λάθη που είχαν κάνει. Διάβασε μετά τη νέα ορθογραφία και ξαναμάζεψετα τετράδια για διόρθωμα.
Στον πίνακα είχε γράψει, πριν καν μπουν τα παιδιά στην ταξη δυό προβλήματα αριθμητικής. Στα αριστερά ένα μάλλον εύκολο πρόβλημα για την τρίτη τάξη και στα δεξιά ένα αρκετά δύσκολο για την τετάρτη. Αριθμητική στην τετάρτη τάξη έκανε, βέβαια ο κύριος Χριστόδουλος, σήμερα όμως απουσίαζε και την είχε παρακαλέσει να δώσει μια-δυο ασκήσεις στα παιδιά, για να μην πάει η ώρα του χαμένη. Είπε στα παιδιά της τετάρτης να λύσουν προσεκτικά το δικό τους πρόβλημα και να κάνουν ησυχία, και ήταν έτοιμη να αρχίσει το μάθημα με τους τριταίους. Σήμερα θα έκανε μια αλλαγή όμως.
Ξαναπήγε κοντά στον Χριστάκη. Τον είχε δει να λύνει την άσκηση, ενώ τους είχε πεί να διαβάσουν από το αναγνωστικό τους. Σήμερα θα τον μάθαινε πειθαρχία. Πήρε το τετράδιο του, που το είχε τώρα κάτω απότο αναγνωστικό του και το άνοιξε. Το κοίταξε και είδε με έκπληξη ότι είχε λύσει και τις δυό ασκήσεις αλάνθαστα και σε λγότερο από τρία λεπτά. Αυτό το είχε προσέξει η ίδια, γιατί τόση ώρα τον είχε δείνα γράφει και έγινε έξω φρενών.
Δεν ήθελε να δείξει τον θυμό της η κυρία Έλλη, μα αυτό ήταν πέρα από τις δυνάμεις της. Πήγε στην έδρα και σκόπιμα καθυστέρησε εκεί, ψάχνοντας να βρει τα τετράδια της ορθογραφίας της τρίτης τάξης. Όμως άρχισε να χάνει την ψυχραιμία της. Αυτός ο μαθητής, που σε τρία λεπτά έλυσε δυό ασκήσεις αριθμητικής, των δεκαπέντε λεπτών η κάθε μια και μάλιστα η μια άσκηση για παιδιά μεγαλύτερης τάξης, που ο ίδιος δεν είχε ακόμα διδακτεί, δεν μπορούσε να γράψει μια σωστή λέξη στη ορθογραφία! Η ίδια πίστευε ότι η γλώσσα και τα μαθηματικά είχαν απόλυτη συνάφεια και ότι ο άνθρωπος μάθαινε ταυτόχρονα να μιλά και να κάνει υπολογισμούς με αριθμούς. Πίστευε ότι αυτα τα δυό ήταν έμφυτα και ότι η παιδεία απλώς τα καλλιεργούσε. Έβλεπε τώρα ότι ήταν μπροστά σ' ένα πολύ καλό μαθητή, μόνο που έπρεπε να το καταλάβει κι εκείνος πόσο καλός ήταν. Και να, τώρα ήταν η ώρα να βρεί το δάσκαλο του, ή μάλλοντη δασκάλα του!
Πήρε τα τετράδια της ορθογραφίας και τα μοίρασε. Άφησε τα παιδιά να τα ανοίξουν και να δούν τη βαθμολογία. Ήταν ένα εύκολο κείμενο πέντε γραμμών, από το αναγνωστικό. Ζήτησε ύστερα, από τα παιδιά που πήραν δέκα να σηκώσουν το χέρι. Όλα τα παιδιά, εκτός από τρία αγόρια, σήκωσαν ψηλά το χέρι. Στους τρείς ήταν και ο Χριστάκης. Είχε πάρει μηδέν, όπως πάντα. Ούτε που τον ένοιαζε. Ούτε που στενοχωρέθηκε. Μα λογάριασε χωρίς τον κέρβερο. Κέρβερος ήταν η κυρία Έλλη. Πήγε πάλι και στάθηκε από πάνω του. Εκεί όμως που περίμενε μια νέα παρατήρηση για τη μυρωδιά του, εκείνη πήρε το τετράδιο του και το σήκωσε ψηλά. Άφησε τα παιδιά να την κοιτάζουν, χωρίς να καταλαβαίνουν τι ήθελε να τους δείξει1 Ακόμα και τα παιδιά της τετάρτης σταμάτησαν να λύνουν την άσκηση και παρακολουθούσαν μ' ενδιαφέρον. Αφού τους άφησε ν' αναρωτιούνται σχεδόν ένα ολόκληρο λεπτό, άφησε το θυμό της να ξεσπάσει ορμητικά. Όπως κρατούσε ψηλά το τετράδιο το βρόντηξε πάνω στο θρανίο, μπροστά του και τον έδειξε και μετα δυό της χέρια.
-Καμαρώστε τον όλοι σας, φώναξε και φαινόταν έξαλλη απότο θυμό.
Τα παιδιά τα έχασαν. Όχι όμως και ο Χριστάκης, που κατάλαβε τι θ' ακολουθούσε και έσκυψε το κεφάλι. Δεν συμπαθούσε πολύ τη νέα του δασκάλα και πιο πολύ αντιπαθούσε το χρυσό της δόντι, τη σεβόταν όμως κι ένιωθε ότι ήταν πολύ καλή εκπαιδευτικός, απόδειξη και οι επιδόσεις και των δυό τάξεων που δίδασκε και ο ανταγωνισμός, η ίδια το έλεγε άμιλλα, που αναπτυσσόταν μεταξύ τους.
Η κυρία Έλλη ξαναπήρε το τετράδιο του Χριστάκη και το ανέμισε στον αέρα σαν να έλεγε ότι δεν άξιζε δεκάρα. Ύστερα, βρίσκοντας πια την αυτοκυριαρχία της και ελέγχοντας τον θυμό της, άνοιξε την πρώτη σελίδα.
-Πρώτη ορθογραφία, είπε δυνατά, αλλά ελέγχοντας το τόνο της φωνής της, κούλλουρος. Ναι, μόνο κουλλούρια έχει αυτό το τετράδιο, ούτε μια λέξη δεν είναι σωστή.
Γύρισε μετα τις σελ'δες μια-μια και επαναλάμβανε δυνατά, «Κούλλουρος, κούλλουρος!...» Πραγματικά, στην ορθογραφία, ο Χριστάκης έπαιρνε καθημερινά ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό.
Αφού ξεφύλλισε όλο το τετράδιο, η κυρία Έλλη πήγε και κάθισε στην έδρα. Ένιωθε ότι εκείνη, όλη η σκηνή, που δημιούργησε, την είχε εξουθενώσει. Ένιωθε ότι είχε δείξει υπερβολική αντίδραση, ότι είχε μειώσει έναν μαθητή που ήθελε να βοηθήσει και ότι έδειξε τον κακό εαυτό της σε όλα τα παιδιά. Το χειρότερο δεν ένιωθε καθόλου σίγουρη ότι αυτο που μόλις έκανε θα είχε θετικό αποτέλεσμα ή αν έσπρωχνε τον μικρό της μαθήτη σε χειρότερη κατάσταση. Έμεινε για λίγο εκεί να κάθεται, εξουθενωμένη και απονευρωμένη. Ήθελε να κοιτάξει τι έκανε ο Χριστάκης, κατάφερε όμως να το αποφύγει, γιατί αυτό θα ήταν μεγάλο λάθος.
Ο Χριοτάκης όμως, δεν είχε θυμώσει. Είχε ντραπεί βέβαια πάρα πολύ αλλά τώρα σκεφτόταν τις κοροϊδίες των συμμαθητών του στο διάλειμα κι εκείνα τα κρυφά γελάκια των κοριτσιών. Σκεφτόταν τι θα τους έλεγε αν τολμούσαν να του πουν κάτι κατά πρόσωπο. Ο μικρός ήταν απόλυτα αντίθετος με τους καβγάδες γι' αυτό όμως θα έπαιζε ακόμα και ξύλο.
Η κυρία Έλλη συνέχισε σε λίγο το μάθημα. Το πρόγραμμα της το είχε αλλάξει πια. Στο διάλειμμα κανείς δεν είπε λέξη στον Χριστάκη. Παρά μόνο ο Αντρικός, ο φίλος του από την τετάρτη τάξη, τον πλησίασε και του είπε χαμηλόφωνα.
-Ρε Χριστάκη, διάβασε κι εσύ λ'γο! Αξίζει το κόπο να σε κάνει ρεζίλ η δασκάλα για την ορθογραφία; Αφού μπορείς κι εσύ και μάλιστα πιο εύκολα από όλους τους άλλους, να παίρνεις δέκα, κάτσε, διάβασε και δείξετης!
Ο Χριστάκης χαμογέλασε. Ο Αντρικός ήταν πολύ φιλότιμος, πιστός φίλος, καλός και αγαθός, κατάξανθος σαν άγγελος, βρίσκονταν πάντα κάθε Κυριακή στην εκκλησία και στέκονταν δίπλα-δίπλα, μια φορά έπιασαν και τους φανούς μαζί. Ήταν όμως ο πιο αδύνατος μαθητής της τάξης του κι αυτό το ήξερε και ο ίδιος, το ήξερε και ο Χριστάκης. Μια συμβουλή όμως από ένα πιο αδύνατο μαθητή ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να του συμβεί μετά από τη σκηνή που του έκανε η δασκάλα. Η συμβουλή του Αντρικού έγινε ο οδηγός του.
Τα άλλα παιδιά δεν ασχολήθηκαν μαζί του, κυρίως, όμως, για ένα άλλο λόγο. Βγαίνοντας από την τάξη είδαν, μαζεμένους, έξω από το περιτοίχισμα της αυλής, πέντε-έξι μαθητές του γυμνασίου, που μόλις έφθασαν με τα ποδήλατα τους από το Κτήμα. Κανονικά έπρεπε αυτή την ώρα να κάνουν μάθημα.
Ακούμπησαντα ποδήλατα τους, στη σειρά πάνω οτοντοίχο, από την έξω πλευρά και μαζεύτηκαν όλοι στο ίδιο σημείο. Όλα τα παιδιά και τα κορίτσια μαζί, πήγαν κοντά τους, από τη μέσα πλευρά του περιτοιχίσματος. Όλοι ένιωθαν, ξέροντας και τα πικρά νέα του πρωινού, ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε. Ο Αντρέας, ο πιο μεγάλος από τα παιδιά του γυμνασίου, πλησίασε κι ακούμπησε στην εξωτερική πλευρά του τοίχου, ενώ και οι άλλοι ήρθαν πιο κοντά. Πλησίασαν και τα παιδιά του δημοτικού ακόμα περισσότερο. Κανένας δε μιλούσε, όλοι περίμεναν κάτι πολύ σημαντικό να τους πει ο Αντρέας. Κι εκείνος, μιλώντας χαμηλά, αλλά κοφτά και καθαρά, είπε:
-Χτες έγινε μάχη. Σκοτώθηκε ο πρώτος ήρωας της ΕΟΚΑ. Σήμερα κάνουμε απεργία. Το Γυμνάσιο και το Λύκειο έκλεισαν και κατεβήκαμε σε διαδήλωση. Η διαδήλωση συνεχίζεται, οι Εγγλέζοι και η αστυνομία ρίχνουν δακρυγόνα και κτυπούν άγρια. Εμείς φύγαμε, για να μην μας πιάσουν.
Τα μικρά παιδιά πρόσεχαν τώρα ότι οι πιο μεγάλοι είχαν κατακόκκινα μάτια κι ότι με κόπο κατάφερναν να μην τα τρίβουν για να μην τα ερεθίζουν περισσότερο. Δεν ήταν πρωτάρηδες. Είχαν φάει δακρυγόνα και τον περασμένο Γενάρη και τον Μάιο, όταν γινόταν η δίκη των συλληφθέντωντου «Άγιος Γεώργιος». Ο Αντρέας είχε πάρει μέρος ακόμα και στα γεγονότα για τη στέψη της βασίλισσας, ενάμιση χρόνο πριν και είχε και τότε μαζέψει μια γερή στον ώμο με το ρόπαλο ενός αστυνομικού, μόλις που κατάφερε, να μηντου έρθει στο κεφάλ. Τώρα όμως τα πράματα ήταν πολύ πιο σοβαρά, στις διαδηλώσεις έπεφταν ακόμα και σφαίρες, άσε που μάζευαν κάποιους, τους έκλειναν μέσα και τους έκαναν άχρηστους στο ξύλο. Τέτοια μέτρα, βέβαια, ουδέποτε είναι αποτελεσματικά1 αντίθετα δυναμώνουν το επαναστατικό φρόνημα.
Συνέχισε ο Αντρέας, το ίδιο χαμηλόφωνα, σαν να μιλούσε στον εαυτό του, τα παιδιά άκουγαν όμως, πολύ καθαρά τι τους έλεγε:
-Πολεμούμε πια! Θα τους σκοτώνουμε και θα μας σκοτώνουν. Μα θα φύγουν. Είμαστε αγωνιστές και θα αγωνιζόμαστε μέχρι το τέλος. Κι ας έρχονται γιορτές και Χριστούγεννα, όπως ήταν για το Μούσκο, έτσι είναι και για μας, τα Χριστούγεννα δεν είναι για τους αγωνιστές. Για τους αγωνιστές είναι η λευτεριά, είναι η Ένωση.
Το κουδούνι χτύπησε ξανά και ξανά. Τα παιδιά ξαναμπήκαν στη ταξη και ξαναβγήκαν διάλειμμα. Σχόλασαν το μεσημέρι κι επέστρεψαν γιατο απόγευμα.
Ο Χριοτάκης έφαγε στο καφενείο τους μια κονσέρβα σαρδέλλες CAMEL, που του άνοιξε η μητέρα του, οι οποίες καθόλου δεν του άρεσαν και τώρα επέστρεφε στο σχολείο μαζί με το Γιαννάκη και τον Αντρικό. Στου Τζιυρκακούλλη, ο Γιαννάκης μπήκε στην αυλή και μάζεψε ένα άδειο κονσερβοκούτι και τα τρία παιδιά το πήγαν μέχρι το σχολείο κλωτσώντας το σαν να ήταν μπάλα ποδοσφαίρου. Για λίγο άφησαν κατά μέρος τα συμβάντα του πρωινού και συμπεριφέρονταν σαν φυσιολογικά παιδιά. Ο Αντρικός μάλιστα τσακώθηκε μ'ένα μεγαλύτερο αγόρι, που πήγε κι εκείνος να κλωτσήσει το άδειο κονσερβοκούτι.
Ο Χριοτάκης δεν ξέχασε καθόλου όσα συνέβησαν το πρωΐ. Δεν ήταν δυνατό να ξεχάσει τον θυμό που του έκανε η δασκάλα του. Ήταν διαπόμπευση που μπορούσε να τσακκίσει κόκκαλα και φρόνημα. Το μεσημέρι δεν άφησε την σάκκα του, όπως πάντα, στην τάξη αλλά την πήρε μαζί του. Πριν ακόμα φάει, άνοιξε το βιβλίο του κι έμαθε την ορθογραφία της επομένης. Τη διάβασε μια φορά κι αυτό ήταν αρκετό για να τη ξέρει, την έγραψε στο μυαλό του. Σημείωσε τα ωμέγα, τα γιώτα και τα ήττα. Είχε μια καταπληκτική μνήμη, αλλά τη χρησιμοποιούσε μόνο όταν ήθελε. Διάβασε και μια φορά την ανάγνωση του. Αντη διάβαζε ακόμα μια φορά θα τη μάθαινε απ' έξω. Η μητέρα του, πολυάσχολη όπως πάντα, ούτε που πρόσεξε την αλλαγή. Τώρα ήταν πανέτοιμος για την επομένη και δεν θα επέτρεπε στη δασκάλα να του ξανακάνει εκείνο το ρεζίλεμα. Τα άλλα μαθήματα δεν χρειαζόταν να τα μελετήσει. Τα άρπαζε μέσα στη ταξη. Βέβαια βρήκε και το χρόνο να παίξει και με τον Κυριάκο, που τον έκλεψε για λ'γο από την Στέλλα.
Φτάνοντας στο σχολείο κατάλαβαν αμέσως ότι κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε. Όλα τα παιδιά ήταν συγκεντρωμένα στα κυπαρίσσια, εκεί που τα διαλείματα τα αγόρια της πέμπτης και της έκτης συναγωνίζονταν παίζοντας σκυταλοδρομία. Υπήρχε απόλυτη σιωπή και κάποια στιγμή, χωρίς να δοθεί κανένα παράγγελμα, τα παιδιά χωρίστηκαν κατά τάξεις και στάθηκαν στη γραμμή, λες και θα πήγαιναν εκδρομή.
Ο Χριοτάκης κατάλαβε πια, θα έκαναν διαδήλωση! Ένιωσε μεσάτου να φουντώνει ένας πρωτόγνωρος ενθουσιασμός. Είχε έρθει, λοιπόν, η ώρα, η δική τους ώρα να προσφέρουν! Πήγε και στάθηκε με την τάξη του. Κάποια παιδιά έλειπαν. Ο καθένας σημείωνε τους απόντες στο μυαλό του, δεν έγινε όμως καμιά άλλη αναφορά.
Κάποια στιγμή στο προαύλιο του σχολείου, πίσω από τις φοινικιές φάνηκε η δασκάλα, η κυρία Έλλη. Μόλις τελείωσε το λιτό της γεύμα, μαζί με τον Τώνη. Οι άλλοι δάσκαλοι πήγαιναν για μεσημέρι στα σπίτια τους και δεν είχαν ακόμα επιστρέψει. Θα ήταν όμως όλοι πίσω σε λίγα λεπτά, όταν θα έπαιζε το κουδούνι για το μάθημα.
Η παρουσία της κυρίας Έλλης στο προαύλιο ήταν το σύνθημα. Πρώτος ο Κυριάκος πήδηξε το περιτοίχισμα και βρέθηκε στο δρόμο. Με πειθαρχία και τάξη τον ακολούθησαν όλα τα παιδιά, σε ένα λεπτό είχαν όλοι σταθεί στο δρόμο σε σειρά κατάταξη. Δεν ακουγόταν μιλιά.
Χωρίς κανένα παράγγελμα, ξεκίνησαν με βήμα γοργό. Κατηφόρισαν κατά την παιδική στέγη για να πάρουν μαζί τους και τη πρώτη και τη δεύτερη ταξη. Μεσοοτρατίς έπεσαν πάνω στον κύριο Πολύβιο, που επέστρεφε στο σχολείο μετά το μεσημεριανό του. Έμεινε να τους κοιτάζει κατάπληκτος. Δεν πρόλαβε να πει τίποτα, ούτε να τους συγκρατήσει. Γρήγορα θα καταλάβαινε κι αυτός ότι στον μεγάλο χείμαρρο ενώνονταν πια πολλοί μικρότεροι και τον έκαναν κραταιό και ανίκητο.
Τα παιδιά έφτασαν στην παιδική στέγη και παρατάχθηκαν στην αυλή, κάτω από την ψηλή τρεμυθιά, που βυθισμένη στη χειμερία νάρκη της περίμενε να ξανάρθει η άνοιξη, για να ξεπετάξει καινούρια φύλλα και βλαστούς. Οι πρωταίοι και οι δευτεραίοι είχαν μπει στην ταξη και ο Πασιήσταυρος είχε αρχίσει το μάθημα. Έκανε το μάθημα που πιο πολύ του άρεσε και πάντοτε το φύλαγε για τις παραμονές των Χριστουγέννων. Μιλούσε στα παιδιά για την αξία του βιβλίου και πόσο απαραίτητο είναι στη ζωή των ανθρώπων. Ίσως για τα μικρά παιδάκια να ήταν ένα ακαταλαβίστικο θέμα σ' αυτή την ηλικία, όμως ο κύριος Σταύρος, ως καλός εκπαιδευτικός, που ήταν ήξερε ότι ο μεγάλος πλούτος της γνώσης ήταν αποθηκευμένος κι ότι ο καθένας είχε δικαίωμα και υποχρέωση να τον αναζητήσει. Το σχολείο πολύ λ'γα μπορούσε να δώσει, μπορούσε όμως, να καθοδηγήσει την αναζήτηση και την κατάκτηση στην ίδια την πηγή. Η θεωρία του, απλή και πειστική, έλεγε κι έγραφε ότι αυτή η πηγή λεγόταν βιβλίο και Βιβλιοθήκη.
Ξαφνικά, όμως σαν να φύσηξε ένας παράξενος αέρας, σαν να ήρθε ένα μήνυμα αόρατο, κι ενώ η διδασκαλία προχωρούσε κανονικά, τα παιδιά έπαψαν να τον παρακολουθούν και, όλα μαζί, έστρεψαν τα κεφάλα κατά τα παράθυρα και κοίταζαν έξω στην αυλή. Σταμάτησε να μιλά κι ο δάσκαλος κι έστρεψε κι αυτός το κεφάλ κοιτάνοντας στην αυλή. Είδετα παιδιά που είχαν έρθει από το πάνω σχολείο και κατάλαβε.
-Αρχίζει κι αυτό, μονολόγησε κι ένιωσε λύπη στην καρδιά
του.
Κάθισε στη καρέκλα, πίσω από την έδρα κι έμεινε θεατής όσων έβλεπε, στα οποία ο ίδιος δεν συμφωνούσε αλλά ούτε και μπορούσε να τα εμποδίσει.
Τα παιδιά, μικροί άνθρωποι, σηκώθηκαν και βγήκαν με τάξη έξω στην αυλή κι ενώθηκαν με τα άλλα παιδιά. Ακούστηκαν μερικοί ψίθυροι, δημιουργήθηκε μια στιγμιαία αναταραχή και μετά πάλι απόλυτη σιωπή. Οι μικροί άνθρωποι έγιναν ξαφνικά μεγάλοι. Προστέθηκαν τα παιδιά της πρώτης και της δευτέρας στις υπόλοιπες τάξεις, σε σειρά, σαν μικροί στρατιώτες. Για λίγο έκαναν σύνταξη, ήταν βέβαιο ότι η παρόρμηση τους είχε πειθαρχία και σκοπό.
Ο Χριοτάκης έβλεπε και ζούσε πια, εκείνη την πραγματικότητα που, μόνος του, βίωσε στο ατέλειωτο ταξίδι του. Ένιωθε έντονη συγκίνηση, που όμως την έλεγχε απόλυτα. Την ώρα που ο δάσκαλος του, που του δίδαξε τον απελπισμένο ηρωισμό του Έκτορα, θλιβόταν για την εξέλιξη των πραγμάτων, αυτός δεν έβλεπε την ώρα να ανοίξει το στόμα και, μαζί με όλα τα παιδιά να βροντοφωνάξει «Περιμένετε κι εμάς!»
Και ξαφνικά ακούστηκε το σύνθημα, αν υπήρξε πραγματικά ένα σύνθημα, γιατί η κραυγή βγήκε ταυτόχρονα από το στόμα όλωντων παιδιών.
-Ένωση! Ε Ε- ΕΝΩΣΗ.
Και σιωπή, για ένα δευτερόλεπτο. Και τα παιδιά σε απόλυτη συνοχή και σειρά, σαν ένας άνθρωπος, σαν ρομφαία του Αρχαγγέλου, σαν Μακεδόνικη φάλαγγα του Μεγαλέξαντρου, ξεχύθηκαν στο δρόμο, περνώντας πάνω από την ξερολιθιά, απέναντι από το ποδηλαταδικο του Μαραγκού, κραυγάζοντας το ένα και μοναδικό σύνθημα που ήταν το όνειρο και το όραμα των παλιών και των νύν κι αυτών που θα έρχονταν.
Σε λίγο έφτασαν το δίστρατο του Χατζηφίλιππου και πήραν το δρόμο οτ'αριστερά. Στην καμπή του δρόμου, λίγο πριν στρίψουν στα δεξιά κατά τον Άη Νικόλα, έφυγε από τη σειρά η Μερόπη και πετάχτηκε στην αυλή του σπιτιού της, που ήταν μια από εκείνες τις αντισεισμικές παράγκες, που τους έκτισαν οι Εγγλέζοι. Στη αυλή ήταν η πιό μεγάλη αδερφή της, η Ελένη, που είχε ξεδιπλώσει μια Ελληνική σημαία και κρατούσε τον ιστό της ψηλά για να κυμματίζει στο ελαφρό αεράκι, που ερχόταν από τη δύση. Της έδωσε τη σημαία κι εκείνη μπήκε μπροοτα-μπροοτα. Ξανακούστηκε η ιαχή και η σημαία, με τα παιδιά σαν χείμαρος ορμητικός να την ακολουθούν, όρμησε στο δρόμο.

Τα παιδιά θα πήγαιναν στον Άη Νικόλα να γονατίσουν και να προσευχηθούν για τον Χαράλαμπο Μούσκο, κυρίως για να δώσουν όρκο τιμής ότι, άμα ερχόταν η σειρά τους, θα ήταν εξίσου γενναίοι.