ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η΄- ΚΑΠΗΡΟΣ

[Φιλόσοφος δη καϊ θυμοειδής καϊ ταχύς καϊ ισχυρός ήμΐν την φύσιν έσται ό μέλλων καλός κάγαθός έσεσθαι φύλαξ πόλεως.] Πλάτων Πολιτεία 11, 376 c, 5-6.

Το φεγγάρι του Γενάρη ήταν ολόγιομο. Λένε ότι το φως του μπορείς να διαβάσεις. Ο Χριοτάκης το δοκίμασε και το επιβεβαίωσε. Τώρα όμως δεν κοιτούσε το φεγγάρι. Καθόταν σε μια πέτρα στο αλώνι και περίμενε. Περίμενε τη Στέλλα, που θα ήταν ο μάρτυρας του. Η νύχτα είχε προχωρήσει και ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν έξω από το σπίτι μόνος τόσο αργά. Όμως το είχε αποφασίσει, θα πήγαινε στον Καπηρό. θα πήγαινε και θα έφερνε ένα κλαδί από ευκάλυπτο, σημάδι ότι τόλμησε. Ήταν το παιγνίδι των παιδιών. Κατάνυκτα, με τους χίλιους φόβους της νύκτας να τους τρομοκρατούν, έπρεπε να πάνε στον σκοτεινό Καπηρό και να επιστρέψουν. Μόνο εκεί σε όλη την περιοχή υπήρχε ένας ευκάλυπτος, έτσι αν επέστρεφαν μ'ένα κλαδίτου θα ήταν η απόδειξη ότι πραγματικά πήγαν εκεί.
«Χιλάδες δαίμονες γυρίζουν στ' απόσκια κάθε βράδυ», σκεφτόταν ο Χριοτάκης, «δαίμονες και φαντάσματα που τρομάζουν τους ανθρώπους και κυνηγούν τους φοβιτσάρηδες και κάνουν τη χολή να τους βγαίνει από τα νύχια των ποδιών. Κάποτε παρουσιάζεται και η γουρούνα με τα κουδούνια, που είναι χρυσά και μόνο λίγοι ακούνε το γλυκό κουδούνισμα τους και μαγεύονται, χάνουν τα λογικά τους κι αρχίζουν να σκάβουν για ένα θησαυρό που ποτέ δεν θα τον βρουν!»
Ήταν ωραίες και συναρπαστικές ιστορίες που τους έλεγε η γιαγιά η Δεσποινού, κοντά στην τσιμινιά που σκορπούσε γλυκιά ζεστασιά. Ήταν ωραίες και συναρπαστικές, μα όταν τις θυμούνταν το βράδυ, που πήγαιναν να κοιμηθούν, τους έπιανε δυνατός φόβος και κρύβονταν βαθιά κάτω από τα στρωσίδια μην τους ανακαλύψουν οι δαίμονες και τα στοιχειά. Όταν έβγαιναν έξω από το σπίτι τη νύκτα, νόμιζαν ότι στο σκοτάδι παραμόνευαν φαντάσματα και παράξενες μορφές ζώων κι ανθρώπων, που είχαν κακούς σκοπούς και μπορούσαν να κάνουν μεγάλο κακό στους απερίσκεπτους.
Ο Χριοτάκης, όπως και τα άλλα ξαδέρφια, δεν πίστευε αυτές τις ιστορίες. Τις θεωρούσε παραμύθια της Χαλυμάς, όπως έλεγε και ο Νίκος, χωρίς να ξέρουν ακόμα, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, τι ήταν η Χαλυμά. Όσο κι αν δεν τις πίστευαν όμως, η ψυχή τους ήταν γεμάτη φόβους και τρόμαζαν στο σκοτάδι από τους ψίθυρους του αέρα ανάμεσα στις πυκνές φυλλωσιές. Αυτές τις φοβίες έπρεπε να νικήσουν. Να νικήσουν, δηλαδή, τη φαντασία τους και να κάνουν κουμάντο με τη λογική. Η δοκιμασία του Καπηρού δεν ήταν απλά ένα παιγνίδι για τα παιδιά, ήταν μια απόδειξη αντρειωσύνης εναντίον ενός κακού και τρομαγμένου εαυτού. Η απόδειξη αυτή είχε δυό, πολύ σημαντικά σημεία. Το ένα, αυτός που θ'αποτολμούσε ήταν μόνος στο σκοτάδι, να νικήσει τους κρυφούς φόβους, χωρίς καμιά βοήθεια ή συμπαράσταση, να αποδείξει δηλαδή την αξία του στον δικό του εαυτό. Αν δεν τα κατάφερνε, αν υποχωρούσε, θα το ήξερε μόνο αυτός. Το άλλο σημείο της απόδειξης, ήταν ακόμα πιο δύσκολο. Έπρεπε να υπάρχει ένας σιωπηλός μάρτυρας. Αυτός θα πιστοποιούσε ότι πήγε και ήρθε, ότι πραγματικά πήγε, γιατί θα έφερνε το φρεσκοκομμένο κλαδί του ευκαλύπτου. Δυό χρόνια πριν, ένα από τα παιδιά της παρέας ξεγέλασε τον μάρτυρα του. Το κλαδί του ευκαλύπτου το έκοψε από το απόγευμα και το έκρυψε στο χαρουπώνατου Τζιυπρή κι έτσι δεν χρειάστηκε να κατέβει στο Καπηρό κατάνυκτα. Ο μάρτυρας του πραγματικά ξεγελάστηκε, όμως μερικές μέρες μετά, όταν παρουσιάστηκε το κατόρθωμα στα άλλα παιδιά βρήκαν τρόπο να φανερώσουν την αλήθεια και τότε εκείνο το αγόρι εξοστρακίστηκε κυριολεκτικά από την παρέα, κι όταν τον συναντούσαντον έκαναν να σκύβει στο χώμα ντροπιασμένος
Ο μάρτυρας ήταν λοιπόν πολύ ουσιαστικός και σημαντικός, όμως πάντοτε υπήρχε ένας μοναδικός και αξεπέραστος κριτής στην πράξη αυτή των παιδιών κι αυτός ήταν και πάλι και πάντα, ο ίδιος τους ο εαυτός.
Ο Χριοτάκης ήξερε τους κανόνες του παιγνιδιού και τους εξήγησε, κρυφά να μην τον ακούσει κανείς, στη Στέλλα. Εκείνη γέλασε στην αρχή. Το παιγνίδι του Καπηρού, που ήξερε ότι έπαιζαν τα αγόρια της φαινόταν αστείο. Ήξερε ότι και ο Χριστάκης, πιο πολύ από την ίδια φοβόταν το σκοτάδι και τους ίσκιους της νύκτας. Τι τον έπιασε τώρα και ήθελε να πάει στον Καπηρό κατάνυκτα, μόνο και μόνο για ένα κλωνάρι ευκαλύπτου; Και γιατί ήθελε αυτήν για μάρτυρα; Γιατί δεν έλεγε του Νίκου, που ήταν και αγόρι, είχε όμως και ο ίδιος τολμήσει το «κατόρθωμα», λίγο καιρό πρίν; Ύστερα όμως, κατάλαβε ότι ο Χριστάκης σοβαρομιλούσε και θεωρούσε απαραίτητο το τόλμημα. Δοκίμασε να τον αποτρέψει, χωρίς να τα καταφέρει, του είπε ότι στα σκοτεινά μπορεί να πέσει και σε κανένα φίδι. Ήξερε πόσο φοβόταν τα φίδια, κι εκείνος ήταν ανένδοτος της απάντησε ότι το Χειμώνα τα φίδια κοιμούνται. Έτσι η Στέλλα, με τα πολλά δέχτηκε να γίνει η μάρτυρας του, αν και δεν είχε ξανασυμβεί, μάρτυρας να είναι κορίτσι και μάλιστα η αδερφή του.
Ο Χριοτάκης είχε εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια τα πράγματα. Η μαμά δεν έπρεπε να μάθει τίποτα, αν κι αυτο ήταν αδύνατο. Θα έφτιαχναν όμως μια ιστορία όσο κι αν δεν ήταν πολύ αισιόδοξοι ότι θα την πίστευε, θα έλεγαν ότι ήταν οτου θείου του Κωστή κι ότι τους είχε ξαναπεί την ιστορία «του πελλού που την πόρτα». Ήταν μια ιστορία που κρατούσε πολλή ώρα, όσο θα χρειαζόταν να πάει στον Καπηρό και να επιστρέψει. Ούτε η γιαγιά, ούτε ο Κωστάκης έπρεπε να μάθουντίποτα.
Εκεί στο αλώνι, όπου καθόταντώρα και περίμενε τη Στέλλα, το κρύο ήταν τσουχτερό. Ο Δεκέβρης, λίγο πριν τα Χριστούγεννα αγρίεψε. Στην αρχή έκανε πολύ κρύο για μερικές μέρες, μέχρι τα Χριστούγεννα. Έβρεξε μετά και το κρύο έσπασε. Ο καιρός γλύκανε, αλλά με τη πρωτοχρονιά το κρύο επέστρεψε πιο δυνατό και κρατούσε. Ξαστέρωσε και οι μέρες ήταν καλές με πλούσια λακάδα, τα βράδια, όμως, έκανε πολύ κρύο και βροχή δεν φαινόταν να έρχεται. «Είναι Αλκυωνίδες μέρες», τους είπε ο Πασιήσταυρος στο μάθημα της Υγιεινής και φυσικής ιστορίας, που τους έκανε και τους διηγήθηκε και το μύθο. Το αγιάζι έκανε τον Χριστάκη, που ήταν κι ελαφρά ντυμένος να τρέμει. Σηκώθηκε και περπάτησε λίγο προσπαθώντας να ζεσταθεί- μάταια όμως.
Και η Στέλλα δεν φαινόταν να έρχεται. Μα τι έκανε λοιπόν; Μήπως το ξέχασε; Α, μπά! Η Στέλλα δεν ξεχνούσε ποτέ. Το πιο πιθανό κάποια δουλειά την έβαλε η μαμά, θα την τέλειωνε και θα ερχόταν. Η ώρα όμως περνούσε και δεν φαινόταν. Δεν γινόταν να επιστρέψει για να δει τι γινόταν γιατί ίσως να υποχρεωνόταν τότε να εγκαταλείψει το εγχείρημα. Περίμενε λοιπόν, και ο χρόνος της αναμονής, του φαινόταν ατέλειωτος και ανησυχούσε ότι η νύκτα προχωρούσε κι έφευγε πιο γρήγορα από ότι έπρεπε και ότι δεν θα προλάβαινε να πραγματοποιήσει το τόλμημα. Ήθελε να αρχίσει να χοροπηδά, μήπως ζεσταθεί λίγο, φοβόταν όμως, ότι θα έκανε θόρυβο και θα τον άκουγαν από το σπίτι, που δεν ήταν και πολύ μακριά. Ο Χριοτάκης άρχισε να θυμώνει μετην αδερφή του, που δεν έλεγε να φανεί.
Πίσω, κατά τον Νότο, ο χαρουπώνας ήταν πυκνός και σκοτεινός, πολύ οικείος, όμως για να τον φοβίζει. Από μακριά έφτανε ο αχός του γιαλού της Βρέξης. Όταν ο αχός θα δυνάμωνε θα σήμαινε ότι η βροχή ήταν κοντά. Από τη μακρινή άκρη του αλωνιού, πριν από τον μεγάλο δρυ ακούστηκε το γρύλλσμα της γουρούνας. Ήταν ένα βαθούλωμα εκεί, που το σκέπαζε μια τεράστια χαρουπιά. Οι κλώνοι της είχαν απλώσει τόσο πολύ και είχαν χοντρύνει τόσο που ο κορμός δεν άντεχε το βάροςτους και, για να μην σπάσουν, ο παππούς ο Λεωνής, μετη βοήθεια του θείου Γιώρκου, τους στήριξε με χοντρούς λαπάδες*, που ο θείος είχε μαζέψει ξεβρασμένους στο γυαλό, μετα από δυνατή μια τρικυμία. Το μικρό βαθούλωμα κυκλωνόταν από τις τρείς μεριές από ψαμίττινο βράχο, ενάμιση μέτρο ψηλό, όπου βρίσκονταν σκαμμένες μικρές σπηλιές, "τάφοι των αρχαίων", όπως εξηγούσε η γιαγιά η Δεσποινού . Σε μια από αυτές τις σπηλιές, διαχείμαζε μια εγκυμονούσα γουρούνα, που θα γεννούσε σε κανένα μήνα.
«Γιατί γρυλλίζει κι αυτή, τώρα;» σκέφτηκε ο Χριστάκης. Πραγματικά το ζώο έπρεπε να κοιμάται αυτή την ώρα. Κάποτε όμως, κανένας αρουραίος ή σκαντζόχοιρος, που βρίσκει καταφύγιο στην ίδια σπηλά, μπορεί να το αναστατώσει. Γρήγορα, καθώς το ζώο δεν ξανακούστηκε, το ξέχασε.
Η νύχτα, όμως, όπως και κάθε νύκτα ήταν γεμάτη θορύβους. Κάπου ακούστηκε ένα μοναχικό κοκόρι και ξεχώρισε από τους άλλους ήχους, έκραξε δυο-τρεις φορές και σιώπησε. Δεν το ακολούθησαν άλλα, σημάδι ότι έκραξε πριν την ώρα του. Ακούστηκε κι ένα γκάρισμα γαϊδάρου, σημάδι ότι τον ξέχασαν έξω και χωρίς τροφή. Τα γαϊδούρια γκαρίζουν συνήθως, όταν βρίσκονται σε ερωτική έξαρση, όχι όμως τέτοια εποχή με τόσο κρύο. Ακούστηκαν κι ομιλες και μια πόρτα που άνοιξε, κάπου στη γειτονιά. Από μακρύα ακούστηκε και το γαύγισμα ενός σκύλου, γρήγορα ησύχασε κι αυτό και για λίγο η νύκτα κυριεύτηκε από μια παράξενη σιγαλιά.
Τέντωσε το αυτί του ο Χριστάκης, γιατί του φάνηκε ότι άκουσε ένα μακρινό θόρυβο αυτοκινήτου. «Αυτό θα έλειπε τώρα, να πλακώσουν και οι Εγγλέζοι», σκέφτηκε. Όμως ο θόρυβος χάθηκε μακριά κι έσβησε.
Η Στέλλα δε φαινόταν. Ο Χριοτάκης θύμωνε, θεωρώντας ότι η αδερφή του δε φάνηκε συνεπής. Σίγουρα θα είχε ξεχάσει, ίσως και να είχε κοιμηθεί. Δεν είχε άλλο χρόνο για χάσιμο. Άλλωστε, τον μάρτυρα τι τον ήθελε; Δεν είχε να αποδείξει τίποτα σε κανένα, μόνο στον εαυτό του είχε να δώσει λόγο. Όλα εκείνα

* Λαπάδες: Παραστατούς.

που βάραιναν την καρδιά και τη σκέψη του, μετα την επίσκεψη στις φυλακές και το μακρινό ταξίδι μέσα στις απροσδιόριστες όχθες της συνείδησης του έπρεπε να εκδηλωθούν και να φανερωθούν σαν χειροπιαστή πραγματικότητα μπροστά στα μάτια του. Διαφορετικά δεν θα νικούσε τη θλ'ψη και την αβεβαιότητα που τον βάραιναν.
θα μπορούσε να επιστρέψει σπίτι, να βρει μια εύκολη δικαιολογία για τη μαμά, να καθίσει σε μια καρέκλα για λίγο και να πάει μετά για ύπνο τυλιγμένος στις ζεστές κουβέρτες του κρεβατιού, αγκαλιά με τον Κωστάκη, που σίγουρα τώρα θα κοιμόταν ξέγνοιαστος. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος. Ούτε ο θείος Κώστας, ούτε οι άλλοι θα το μάθαιναν ποτέ ότι δείλιασε.
θα το ήξερε αυτός! Η νύκτα προχωρούσε, μισή ώρα έλειπε τώρα από το σπίτι και ήθελε άλλη μισή για να πάει και να επιστρέψει. Δεν χωρούσε άλλη σκέψη, θα πήγαινε. Στη μικρή ζωή του δυσκολευόταν, καμιά φορά να αποφασίσει, όταν όμως έπαιρνε μια απόφαση, την εκτελούσε με σιγουριά κι αποφασιστικότητα. Θα πήγαινε και θα ερχόταν χωρίς μάρτυρα. Στο κάτω-κάτω το ήξερε αυτός. Θα ήταν η δική του, μοναδική μαρτυρία εναντίοντης δικής του ατολμίας.
Το αλώνι, το χώριζε από τον χαρουπώνα μια στενή λωρίδα πετρώδους καφκάλλας, που ήταν γεμάτη μικρούς αγκαθωτούς θάμνους και θρουμπιά. Ενίοτε πετιόνταν τούφες ασφόδελων, που είχαν ήδη αρχίσει να πετούν το μίσχο του άνθους τους και φάνταζαν στο φεγγαρόφωτο σαν παιδιά που στέκονταν στη σειρά. Το μονοπάτι προς τον χαρουπώνα, περνούσε μέσα από σειρές ασφόδελων και φαινόταν καθαρά. Ο Χριοτάκης ακολούθησε το μονοπάτι και ξεκίνησε το μικρό του τόλμημα. Δεν είχε ξαναμπεί στον χαρουπώνα νύκτα, αν και απήχε από το σπίτι τους μόλις διακόσια μέτρα. Οι ψηλές χαρουπιές, οι αγριελιές και κυρίως τα πυκνά σκοίνα, έκαναν όλη την περιοχή μυστηριώδη κι έφερναν παράξενους φόβους στα παιδιά, που τους αγρίευαν πιο πολύ οι ιστορίες της γιαγιάς για φαντάσματα και τελώνια, που κυκλοφορούσαν τη νύκτα και παραμόνευαν θέλοντας να κάνουν κακό στους ανθρώπους που απερίσκεπτα περιπλανιούνταν τέτοιες ώρες σε τέτοια μέρη. Ο Χριοτάκης όμως είχε πια νικήσει τους φανταστικούς φόβους του.
Προχώρησε στο μονοπάτι, δρασκέλισε ένα χαμηλό τοίχο με ξερολθιά κι εκεί είχε το πρώτο του ατύχημα. Κάτι που γυάλιζε μετά τον τοίχο το πήρε για πέτρινη πλάκα ενώ στην πραγματικότητα ήταν μια λαγκούβα γεμάτη νερό από την πρόσφατη βροχή. Το κατάλαβε πολύ αργά, όταν βούτηξε σ'αυτό και γέμισαν τα παπούτσια του και πλατσούριζαν, έτσι υποχρεώθηκε να καθίσει κάτω, να τα βγάλει για να τα αδειάσει και να τα ξαναφορέσει. Το δυσάρεστο αίσθημα όμως, από τις βρεγμένες κάλτσες θα έμενε να τον συνοδεύει και να τον εκνευρίζει. Προχώρησε μέσα από τα πυκνά σκοίνα, είχε συγκεντρωθεί και πρόσεχε τα βήματα του, ένα προς ένα, και νικούσε αποτελεσματικά τις φοβίες που προσπαθούσε να του ζωντανέψει η φαντασία του. Μια κουκουβάγια που έκρωξε και ο θόρυβος από μικρά πουλιά που φτεροκόπησαν σε μια φυλλωσιά τον ξάφνιασαν, αλλά τα αγνόησε. Μια πέτρα όπου σκουντούφλησε και κόντεψε να πέσει, τον εκνεύρισε μα δεν τον αποθαρυνε.
Έφτασε στο σύνορο μετο σπίτι του Τζιυπρή. Εκεί ήταν ένας δεύτερος χαρουπώνας, που τον χώριζε από τον πρώτο ακόμα ένας χαμηλός τοίχος από ξερολιθιά. Ήταν του θείου Γιώρκου και το νοίκιαζε σε πετροκόπους, που έβγαζαν πολύ καλή πέτρα για το κτίσιμο των σπιτιών. Το σημείο ήταν γεμάτο βαθιούς λάκκους και χιλιάδες κομμάτια από σπασμένες πέτρες και η διάβαση του απαιτούσε πολλή προσοχή, ακόμα καιτηνημέρα.
Ο Χριοτάκης ήξερε πολύ καλά την περιοχή, που την είχε περπατήσει βήμα-βήμα, γιατί τις μέρες που δεν είχε σχολείο, του άρεσε να έρχεται και να παρακολουθεί το κόψιμο της πέτρας για ώρες ολόκληρες. Είχε μάλιστα πιάσει και φιλίες με το Ττοουλή και τον Αντωνή, που ήταν οι πιό κάλοι πετροκόποι του χωριού. Στο μυαλό του είχε οργανώσει την πορεία του, γι' αυτο ήταν απόλυτα σίγουρος για το κάθετου βήμα. Άλλωστε, το φεγγάρι φώτιζε τόσο καθαρά, που έκανε τη νύκτα μέρα. Με όλη τη προσοχή του στραμμένη στη μικρή του πορεία, ξέχασε το κρύο και τις βρεγμένες του κάλτσες. Το μόνο που τον ανησυχούσε ήταν μήπως η μαμά είχε βγει στη γειτονιά και τον αναζητούσε. Δεν ήθελε να της προκαλέσει, ούτε αγωνία, ούτε θυμό.
Έφτασε κάτω από τις δυό χαρουπιές, που στέκονταν σαν δίδυμες πάνω από ένα ψηλό τοίχο. Ο τοίχος ήταν συνέχεια ενός μεγάλου βράχου, που ήταν φορτωμένος με σκοίνα και ξισταρκές, που όταν άνθιζαν την άνοιξη έδιναν την αίσθηση του πιο φαντασμαγορικού βραχόκηπου της περιοχής. Πίσω από τον φυσικό βραχόκηπο βλάσταινε θαλλερή κάππαρη, που η γιαγιά τη μάζευε και την έβαζε στο ξύδι. Πάντα όμως έμεναν βλαστοί, που άνθιζαν το καλοκαίρι και στον Χριοτάκη πολύ άρεσε να έρχεται τα πρωινά και να καμαρώνει τα μεγάλα, κάτασπρα λουλούδιατους.
Κάτω από τον τοίχο ήταν ο δρόμος, που χωριζόταν μ'ένα διχάλι κι ένας τραβούσε κατα τον Πύρκο, τη βρύση κι έφτανε κι ενωνόταν με το δρόμο του Αρχαγγέλου και ο άλλος πήγαινε προς τα χωράφια και κατέληγε σε ένα στενό μονοπάτι. Σε κάποιο σημείο ο τοίχος ήταν πιο χαμηλός κι από εκεί κατέβηκε ο Χριστάκης στο δρόμο. Τον διέσχισε κι ανέβηκε σε ένα άλλο τοίχο, απέναντι, όχι πολύ ψηλό, χρειαζόταν όμως πολλή προσοχή γιατί οι πέτρες ήταν χαλαρές και μπορούσε να κατρακυλίσει. Στάθηκε μια στιγμή πάνω στο τοίχο και προσανατολστηκε. Ο Καπηρός δεν φαινόταν, ακόμα, γιατί ήταν μπροστά ψηλές τρεμυθιές και χαρουπιές. Δεν ήταν όμως ούτε εκατό μέτρα μακριά. Ήδη άκουγε το νερό από το μικρό ρυάκι. Το ρυάκι σχηματιζόταν από μια πηγή που ήταν κάτω από ένα χαμηλό κι επίπεδο βράχο κι ανάβρυζε μόνο τις καλοχρονιές. Το μουρμουρητό του μικρού ποταμού, έκανε ακόμα πιο μυστηριώδες το βαθύσκιωτο περιβάλλον.
Ο Χριστάκης βρήκε το στενό μονοπάτι, που οδηγούσε μέσα από ένα σπαρμένο χωράφι σ' ένα ακόμα, ψηλό τοίχο κι από εκεί στο μικρό, δεντροφυτεμένο χωραφάκι του Κρούζου, όπου ήταν κι ο ευκάλυπτος από τον οποίο θα έκοβε και το κλωνάρι της μαρτυρίας. Πολύ προσεκτικά μετακινήθηκε στην πλάτη της ξερολιθιάς, όπου στεκόταν και κατέβηκε στο μονοπάτι. Μόλις που πάτησε το πόδι του στο χώμα, σταμάτησε ξαφνικά και το αυτί του έπιασε κάτι σαν ψίθυρο στον αέρα. Φοβήθηκε ότι κάποιο αερικό ή ξωτικό πλανιόταν ανάμεσα στα φυλλώματα και έμεινε ακίνητος. Γρήγορα έδιωξε τις σκέψεις που του έφερναν φόβο. Πίστευε ότι πολλά αόρατα όντα ζούσαν στις παρυφές του μύθου, εκεί που είναι τα σύνορα του με τη πραγματικότητα και ότι κάποτε μπορούσαν να ξεστρατίσουν και να τα αρπάξουν οι ανθρώπινες αισθήσεις. Πίστευε πιο πολύ ότι άνθρωποι που είχαν φύγει από τη ζωή, κυρίως εκείνοι που έφυγαν με βίαιο τρόπο, μπορούσαν να κυκλοφορούν σ' αυτό το σύνορο και κάποτε το διάβαιναν, ηθελημένα ή οδηγούμενοι από δαίμονες της άλλης ζωής. Τα πίστευε όλ' αυτά κι ένιωθε άβολα όταν τα σκεφτόταν, όμωςτα ξεπερνούσε, απλώς αγνοώντας τα.
Πριν λίγους μήνες, στις αρχές του προηγούμενου καλοκαιριού κι ενώ έβοσκαν τις γίδες τους, κάτω στο αγίασμα του Αρχαγγέλου, ήρθε ο Γιαννάκης και τον φώναξε για να κρυφοκοιτάξουν ένα ζευγάρι φρέσκο- αρραβωνιασμένων νέων, της γειτονιάς τους, που έκαναν έρωτα μέσα στα σπαρτά, πίσω από τον μεγάλο δρυ. Ο Χριοτακης θύμωσε. Δεν θα ήταν σωστό να φέρουν σε δύσκολη θέση τους δύο νέους, αν ανακάλυπταν πως τους παρακολουθούσαν. Το ίδιο σκεφτόταν και για τα αόρατα στοιχειά. Θα έπρεπε να τα αφήνει στην ησυχία τους κι όχι, αδιάκριτα να τα παρακολουθεί, τότε, ούτε κι αυτά θα τον ενοχλούσαν.
Έμεινε ακίνητος για λίγο, προσπαθώντας να βεβαιωθεί ότι πραγματικά κάτι είχε ακούσει. Τίποτα όμως, δεν ξανάπιασε τ' αυτί του, εκτός από το ελαφρό αεράκι, που ερχόταν από τη Δύση κι έφερνε μαζί του και τον ήχο του γιαλού. Έτσι, πήρε το μονοπάτι, δίπλα από το σπαρτό κι έφτασε μέχρι τον απέναντι ξερότοιχο. Είχε τεντωμένα τ' αυτιά κι έπιανε όλους τους ήχους της νύκτας, ενώ ήταν και πολύ προσεκτικός να μην κάνει ο ίδιος θόρυβο αλλά και να μην γλιστρήσει, γιατί το χώμα ήταν βρεγμένο και λασπωμένο.
Γρήγορα έφτασε στον τοίχο που τον χώριζε από το χωράφι με τον ευκάλυπτο. Ο τοίχος ήταν μισοχαλασμένος και η πρόσβαση εύκολη, μετά όμως το χώμα ήταν βουρκωμένο από το νερό της μικρής πηγής και κυριολεκτικά αδιάβατο και ο ευκάλυπτος ήταν μόλις λίγα μέτρα μετα τη λάσπη. Ο Χριστάκης είχε βέβαια σχεδιάσει με κάθε λεπτομέρεια το εγχείρημα του και ήξερε που έπρεπε να πατήσει για να μην τον ρουφήξει η λάσπη από το αργιλλώδες χώμα. Ήταν μια σειρά από ψηλά χόρτα, κυρίως αγριοσίταρο και σιφουνάρες, που ξεκινούσαν από τον τοίχο, περνούσαν μέσα από το ρυάκι και κάτω από τον ευκάλυπτο και συνέχιζαν μέχρι την άλλη άκρη του χωραφιού, που κατέληγε σε χαμηλό γκρεμμό, πιασμένο με ξερολιθιά. Ήταν ένα μονοπάτι από αγριόχορτα, αρκετά ασφαλές για να το περπατήσει και διακρινόταν καθαρά στο δυνατό φως του Γεναριάτικου φεγγαριού.
Στεκόταν ακόμα στον μισοχαλασμένο τοίχο κι ετοιμαζόταν να τον δρασκελλίσει, όταν ξανάκουσε τους ψιθύρους. Όλα τα ξωτικά είχαν μαζευτεί στο χωράφι του Κρούζου. Έστησε αφτί και οι ψίθυροι ακούονταν κοντά. Ήταν χαμηλότονοι και μόλις ξεπερνούσαν το ελαφρό κελάρισμα που έκανε το νερό κυλώντας στο μικρό ρυάκι. Ακίνητος, συνέχισε ν' αφουγκράζεται και ο φόβος άρχισε να τον κυριεύει. Η μέθοδος του να αγνοεί και να τον ξεπερνά, δεν έπιανε. Δεν θα το έβαζε όμως στα πόδια. Είχε πολλές φορές τσακωθεί με άλλα αγόρια, αλλά ποτέ δεν κτυπήθηκε με κανένα. Εκτός από εκείνη τη φορά που άρπαξε μια πέτρα και την αμόλυσε, σπάζοντας τις ακτίνες του ποδηλάτου του Γιαννή, του μεγάλου αδελφού του Ελπιδοφόρου, του συμμαθητή του. Εκείνος όμως τον είχε κτυπήσει πρώτος. Όσες άλλες φορές τσακώθηκε, ποτέ δεν άπλωσε χέρι να κτυπήσει κανένα, όσο άγριος κι αν ήταν ο καβγάς, ούτε όμως και ποτέ το έβαζε στα πόδια. Οι συμμαθητές του ήξεραν την ιδιοσυγκρασία του και σιγά-σιγά άρχισαν να τον εκτιμούν και ν' αποφεύγουν τις αντιπαραθέσεις μαζί του. Εκτός βέβαια από τον Ελπιδοφόρο που ήταν άγριο πειραχτήρι και τον ενοχλούσε συχνά χωρίς καν να του δίνει αφορμή. Κι αυτόν όμως κατάφερνε στο τέλος να τον αποφεύγει. Ούτε τώρα θα το έβαζε στα πόδια, κι ας είχαν μαζευτεί χίλια τελώνια. Θα πήγαινε και θα έκοβε ένα κλωνάρι από τον ευκάλυπτο.
Ξαφνικά όμως ένα χαλίκι κύλησε και ύστερα άλλο κι άλλο. Ο θόρυβος ερχόταν κάτω από μια μεγάλη χαρουπιά, που άπλωνε τους δυνατούς της κλώνους πάνω από τον βράχο από οπου πήγαζε το μικρό ρυάκι. Ο Χριοτάκης ήξερε ότι εκεί βρισκόταν ένας ψηλός σωρός από χαλίκια, απομεινάρια από το κόψιμο πέτρας, όπως γινόταν τώρα και οτου Τζιυπρή. Στην άκρη της σωρού είχαν φυτρώσει πανύψηλα βάτα. Το καλοκαίρι ερχόταν σ' αυτά τα βάτα μετους φίλους του και μάζευαν βατόμουρα.
Κάθισε και περίμενε. Όμως ο θόρυβος συνεχιζόταν κι έγινε ρυθμικός, σαν να μετακινούνταν τα χαλίκια. Οι ψίθυροι δεν ακούγονταν πια. Κάποια στιγμή, που σώπασε το θρόισμα του αέρα ανάμεσα στις φυλλωσιές, του φάνηκε ότι άκουσε κάποια βαριά ανάσα. Τρόμαξε περισσότερο αλλά δεν κινήθηκε. Μια ξαφνική σκέψη του ήρθε στο μυαλό "Μπας και ήταν κανένα ζευγαράκι, που έκανε έρωτα;". Τα παιδιά όλο και διηγούνταν τέτοιες ιστορίες, για πράγματα που είχαν δει κατά λάθος. Οι αρραβωνιασμένοι νέοι έκαναν τέτοια αμαρτήματα, έξω, μέσα στους μυστικούς κρυψώνες, αφού τα σπίτια που έμεναν ήταν μόνο ένα δωμάτιο, συνήθως, όπου συνωστίζονταν πολλοί άνθρωποι και κάθε εκδήλωση της αγάπης τους μπορούσε να παρεξηγηθεί και να οδηγήσει σ' ένα καλό ξυλοφόρτωμα, συνήθως της κοπέλας, από τον πατέρα της. Ο έρωτας όμως είναι ατίθασος και δυνατός και πάντα βρίσκει τρόπο να εκδηλώνεται και πάντα κάποια παιδικά μάτια κι αφτιά, θα γίνονται μάρτυρες, ακόμα και χωρίς να τον θέλουν.
«Δεν μπορεί όμως να είναι κάποιο ζευγαράκι, μια τέτοια κρύα νύκτα», σκέφτηκε, «Το σίγουρο, δεν είναι ούτε αερικά. Μήπως είναι κλέφτες που ήρθαν να ξεθάψουν ή να κρύψουν τα κλοπιμαία τους;». Στη σκέψη αυτή ακροκάθησε μέσα στο ψηλό χορτάρι γιατί δεν ήθελε να τον πάρουν είδηση. Έμεινε εκεί και περίμενε. Δεν μπορούσε ούτε να φύγει γιατί ίσως να έκανε κάποιο θόρυβο που θα τον πρόδιδε. Κι ασφαλώς ήταν εκτός κάθε σκέψη να πλησιάσει τον ευκάλυπτο, που απείχε μόλις δυό βήματα και να κόψει το κλωνάρι, όπως προνοούσετο παιχνίδι.
Κάποια στιγμή όμως κόπασε το αγεράκι και τότε ακούστηκε καθαρά μια κουβέντα.
-Τους προειδοποιήσαμε και τους δυό, έλεγε, αν δεν φέρουντο νου τους θα εκτελεστούν!
Η απάντηση, από μια δεύτερη, αντρική φωνή, ήρθε κι αυτή καθαρή:
- Γι' αυτό μας έστειλαν και τα όπλα. Μακάρι να μην χρειαστούν!
Ο Χριοτάκης κατάλαβε πια τι συνέβαινε. Ήταν άνθρωποι της Οργάνωσης που έκρυβαν όπλα. Μιλούσαν για εκτέλεση. Δεν έπρεπε να ακούσει τίποτε άλλο. Ήταν ένα φοβερό μυστικό που δεν έκανε να το ξέρει οποιοσδήποτε. Ούτε αυτός, γι'αυτό έπρεπε να φύγει!
Πισωπάτησε μέσα στο χορτάρι και απομακρύνθηκε αθόρυβα. Η καρδιά του κτυπούσε παράξενα και κατά έναν περίεργο τρόπο δεν ένιωθε κανένα φόβο1 ένιωθε μόνο ευθύνη. Χωρίς να το θέλει, είχε γίνει μάρτυρας σε μια μυστική συνομωσία. Είχε ακούσει ότι η Οργάνωση εκτελούσε προδότες του Αγώνα. Κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί μέχρι τώρα στο χωριό τους, μα να που τώρα θα γινόταν κι αυτό.
Ένιωσε θυμό. Δεν μπορεί να υπήρχαν προδότες εδώ. Ήταν όλοι άνθρωποι ήσυχοι, οικογενειάρχες, με πολλά παιδιά και μια ζωή σκέτη βιοπάλη. Τέτοιοι άνθρωποι είναι, είτε επαναστάτες, είτε υποστηρικτές των επαναστατών. Δεν είναι δυνατό να συνταχθούν με τον δυνάστη και να τον βοηθούν να συλλαμβάνει και να κρεμάζει. Στη σκέψη του μικρού παιδιού χωρούσαν μόνο δυό καταστάσεις, ο τύραννος και ο επαναστάτης. Στο μυαλό του δεν υπήρχε εξήγηση για τον προδότη, άρα δεν μπορούσε να υπάρχει.
Ανεβαίνοντας, προς τα πίσω αυτή τη φορά, τον ψηλό πετρότοιχοτου Τζιυπρή διαλογιζόταν νιώθοντας να τον κυριεύει η αμηχανία. Τα παιδιά δεν κάνουν πόλεμο φυσικά. Ή μήπως κι αυτο είναι ένα ψέμα; Τα παιδιά μετέχουν σε κάθε πόλεμο, αλλά δεν τον κάνουν; Κι αν ακόμα μόνο ξέρουν αλλά πρέπει να κρατούν μυστικά όσα ξέρουν, μήπως δεν είναι κι αυτό ένα μέρος του πολέμου; Μήπως δεν είναι το δικό τους μέρος, η δική τους συμμετοχή στο πόλεμο;
«Εγώ δεν ήθελα ούτε να ακούσω, ούτε να δώ», σκεφτόταν και ήταν πολύ βασανιστικό να ξέρει μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Παραξενευόταν με τον εαυτό του και την επιθυμία του να ξέρει. Δεν μετάνιωνε που έφυγε, αν έμενε ακόμα λίγο, ίσως να μάθαινε και ονόματα κι αυτό θα ήταν φοβερό. Γιατί θα ήξερε! Θα ήξερε μια αλήθεια που ίσως να μην τη σήκωναν οι ώμοι του και ίσως να του έφευγε μια κουβέντα πάνω στο παιχνίδι με τα άλλα παιδιά.
Έφτασε στον φυσικό βραχόκηπο κι εκεί κοντοστάθηκε. Έφερε ξανά στο νού του όλη τη σκηνή, που έζησε πριν λίγο. Δυό άντρες έκρυβαν όπλα, λίγο έξω από το χωραφάκι με τον ευκάλυπτο και τις χαρουπιές του Κρούζου, δίπλα στον βράχο από όπου ανάβρυζε η μικρή πηγή του Καπηρού. Δεν τους είχε δει, τους άκουσε όμως και στην αρχή τρόμαξε πάρα πολύ. Δεν έπρεπε να είχε ακούσει όσα άκουσε, ήξερε όμως, πως θα έπρεπε να τα κρατήσει μόνο για τον εαυτό του. Έτσι γίνεται μια επανάσταση. Εκείνοι δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι εκεί, όπου κανένας δεν πλησίαζε τη νύκτα, ένα οκτάχρονο αγόριτους είχε, άθελα του, ακούσει. Το καθήκον του ήταν, λοιπόν, να κρατήσει μόνο για τον εαυτό του το συμβάν. Διαφορετικά θα ήταν κι αυτός ένας προδότης.
Ξαναπήρε το δρόμο. Ο θόρυβος ενός αρουραίου, που μασούσε αλύπητα το φλοιό μιας χαρουπιάς, τον τρόμαξε για λίγο, γρήγορα όμως κατάλαβε. Άνοιξε το βήμα του, το τρωκτικό τον άκουσε και σταμάτησετο φαγοπότι του.
Ήταν πια πολύ αργά και το φεγγάρι, ολόγιομο, μεσουρανούσε. Τώρα που ήξερε το καθήκον του γι' αυτό που έγινε στον Καπηρό, άρχισε να σκέφτεται και τι δικαιολογία θα έβρισκε για τη μητέρα του, που θα ήταν εξαγριωμένη από την αγωνία να τον ψάχνει για πάνω από μια ώρα τώρα.
Πραγματκά η Στασού είχε βγεί, ανήσυχη στη γειτονιά και τον έψαχνε. Ακόμα και η γιαγιά η Δεσποινού και ο παππούς ο
Λεωνής ήταν έξω και τον φώναζαν μέσα στη νύκτα. Αυτο που έκανε απόψε δεν είχε ξανασυμβεί. Όσο κι αν άφηναν στα παιδιά αρκετή ελευθερία, τόση που πήγαιναν μόνα, ακόμα και στη θάλασσα από τα εφτά τους και κατέβαιναν στα βαθιά πηγάδια από τα οκτώ τους, τώρα οι εποχές ήταν δύσκολες και τα ήθελαν, τουλάχιστον για το βράδυ να μαζεύονται από νωρίς στο σπίτι.
Όλοι ένιωσαν ανακούφιση όταν τον είδαν να έρχεται από το αλώνι. Ξέχασε το θυμό της η Στασού κι εκεί που ορκιζόταν ότι θα έσπαζε το σαρόξυλο* στη πλάτη του, τώρα δεν έκρυβε την ανακούφιση της που τον είδε να επιστρέφει. Ούτε που τον ρώτησε που ήταν. Ο παππούς και η γιαγιά αποσύρθηκαν, ανακουφισμένοι κι αυτοί, στο δωματιάκι τους.
Μπήκε μέσα ο Χριοτάκης και κάθισε στον καναπέ. Ήταν αμίλητος και χλωμός. Η χλωμάδα του όμως ούτε που διακρινόταν στο φτωχό φως της λάμπας πετρελαίου. Αναζήτησε με το βλέμμα τη Στέλλα. Όπως το είχε σκεφτεί, κοιμόταν, το ίδιο και ο Κωστάκης και ο Κυριάκος. Καλύτερα, όπως ήρθαν τα πράγματα, γιατί θα τον κοροϊδεύε μια ζωή που πήγε στον Καπηρό και δεν έφερε μαρτυρία. Θα έλεγε ότι φοβήθηκε και δεν έφτασε μέχρι το τέλος, ενώ τώρα τουλάχιστον θα είχε την ευκαιρία να ξαναδοκιμάσει.
Πήρε το αναγνωστικό του από τη σάκκα του. Είχε ήδη διαβάσει και ποτέ δεν διάβαζε κάτι δυό φορές. Τώρα όμως ήθελε να κρύψει την αμηχανία, που ένιωθεπίσω απότο βιβλίο. Η μητέρα του τον είδε που έπιασε το βιβλ'ο και χάρηκε. Είχε γίνει πολύ μελετηρός τελευταία κι αυτό την ικανοποιούσε πάρα πολύ. Ήταν και η ίδια πολύ καλή μαθήτρια, όταν πήγαινε στο δημοτικό και χαιρόταν που ο γιος της της έμοιαζε.
Πραγματικά, ο Χριστάκης είχε αλλάξει πάρα πολύ μετά την παρατήρηση που του έκανε η δασκάλα του. Δεν ήταν τόσο η διαπόμπευση, όσο εκείνη η συμβουλή του φίλου του του Αντρικού, να διαβάζει λίγο περισσότερο. Όμως η κυρία Έλλη

* Σαρόξυλο: Σκουπόξυλο.

χαιρόταν που η μέθοδος της έφερε τόσο καλό αποτέλεσμα. Στο τετράδιο της ορθογραφίας του τώρα, το ένα δέκα ακολουθούσε το άλλο και στην ανάγνωση ήταν αλάνθαστος.
Εκείνο το βράδυ ήρθε και ο μπαμπάς νωρίς στο σπίτι. Λέγεται ότι βγήκε μυστική διαταγή από την Οργάνωση να σταματήσει η κυβεία. Δεν είχε βέβαια βγει κανένα φυλλάδιο ακόμα, όμως υπήρχε ήδη η προάγγελος σκιά της διαταγής και πολλές οικογένειες ένιωθαν ήδη το ευεργετικό αποτέλεσμα. Όπως καλή ώρα, ο Χαμπής που τα παιδιά είχαν χρόνια να τον δουν να επιστρέφει στο σπίτι το βράδυ πριν κοιμηθούν.
Η Στασού δεν κατήγγειλε τον Χριοτάκη για την αταξία του κι εκείνος ένιωσε ευγνωμοσύνη. Αν το μάθαινε ο πατέρας του θα επέμενε να μάθει που είχε πάει και ήταν θέμα τιμής να μην ομολογήσει. Ίσως η μητέρα να καταλάβαινε πολύ περισσότερα από όσα έδειχνε.
Το μικρό αγόρι το βασάνιζε μια παράξενη μελαγχολ'α από τότε που επισκέφτηκαν τις φυλακές. Την έκρυβε με το διάβασμα, όχι μόνο των μαθημάτων του, αλλά και βιβλίων που δανειζόταν από τη μικρή βιβλιοθήκη του σχολείου, κομμάτια από εφημερίδες που μάζευε από το δρόμο και δυο-τριων περιοδικών, που του έφερε ο Χριστόδουλος. Τον παρακολουθούσε διακριτικά η Στασού αλλά δεν του έλεγε τίποτα. Άλλωστε είχε να σκοτίζεται και για χίλια δυο άλλα πράγματα, η Στέλλα ήταν πάντα άρωοτη κι αδύνατη σαν σπίνος, είχε τις δουλειές του σπιτιού, που δεν τέλειωναν ποτέ, είχε το μικρό της περιβόλι, που το είχε φυτέψει μαρούλια, λάχανα και λίγα κουνουπίδια και ήθελαν κι αυτα τη περιποίηση τους, είχε και το καφενείο που της έτρωγε όλη τη μέρα. Ευτυχώς τα παιδιά, ο Χριστάκης, η Στέλλα, και η μάνα της τη βοηθούσαν πάρα πολύ, όχι όμως τόσο που να μην νιώθει την πίεση. Ο Χαμπής έκανε κι αυτός ότι μπορούσε, εργαζόταν στον Σύμβουλο, μετέφερε και τους εργάτες, έμενε και στο καφενείο το απόγευμα και το βράδυ, ποτέ όμως δεν δοκίμασε να τη βοηθήσει με τα παιδιά ή το σπίτι. Αντίθετα, της πρόσθετε ένα σωρό σκοτούρες με το κουμάρι*, που τον είχε κυριολεκτικά αιχμαλωτίσει και που αφαίμασσετα οικονομικά τους.
Μπήκε ο Χαμπής και κάθισε σε μια καρέκλα. Ήταν πολύ κουρασμένος. Δοκίμασε να κάνει κουβέντα με το Χριοτάκη μα δεν πέτυχε. Πήρε ένα περιοδικό που το είχε φέρει πριν από καιρό, με περιπέτειες του Τομ Μιξ και δοκίμασε κι αυτός να διαβάσει λίγο, όμως ένιωσε έτσι την κούραση του πιο έντονη και τη νύστα να τον κυριεύει. Είχε μια πολύ δύσκολη μέρα, με τη δουλειά στις Βάσεις. Οι φρουροί στην είσοδο του εργοταξίου άλλαξαν και ήρθαν σκληροτράχηλοι κοκκινοσκούφηδες σκωτσέζοι μιλήταροι**. Τους δυσκόλεψαν πολύ το πρωί όταν πήγαν για δουλειά και στη μέση της μέρας ήρθαν στον κάμπο και τα έκαναν όλα άνω κάτω ερευνώντας όλους τους εργαζόμενους σωματικά και τα έβαλαν και τα φτωχά υπάρχοντα τους, κυρίως το μικρό τους καλαθάκι μετο φαγητό. Του Χαμπή, αλλά κι άλλωντους πέταξαν χάμω το λιγοστό φαγητό, που είχαν φέρει για μεσημεριανό. Κράτησε βέβαια τη ψυχραιμία του, όπως και όλοι οι συνάδελφοι του γιατί κατάλαβε ότι οι σκωτσέζοι τους προκαλούσαν να αντιδράσουν και να τους δώσουν έτσι αφορμή να τους συλλάβουν και να τους κάμουν μαύρους στο ξύλο.
Κανείς δεν ήξερε αν υπήρχαν μέλη της Οργάνωσης στο εργοτάξιο, σίγουρα όμως κάποιοι θα συμμετείχαν στον Αγώνα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αυτό βέβαια, το υποψιάζονταν και οι Εγγλέζοι. Ήταν όμως φανερό ότι η επίσκεψη τους δεν οφειλόταν μόνο σ' αυτό. Η συμπεριφορά τους ήταν πρωτοφανής και πολύ βίαια, σημάδι ότι είχαν πάρει κάποιες πολύ βάσιμες πληροφορίες και περίμεναν ότι κάτι θα βρουν. Δυστυχώς και πάλι οι καταδότες έκαναντη δουλειά τους.
Ο Χαμπής δεν μετείχε στην Οργάνωση. Πολύ θα το ήθελε, είχε όμως ένα σοβαρό εμπόδιο που δεν μπορούσε να μην

* Κουμάρι: Τζόγος, χαρτοπαίγνιο.
** Μιλήταροι: Από το Military Police, Στρατιωτική αστυνομία.

ληφθεί υπόψη, είχε τέσσερα παιδιά. Όμως είχε πάρει μέρος σε μάχες, στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε εκπαιδευτεί από καλούς αξιωματικούς του Αγγλικού στρατού, στην ανάρρωση του, μετά το σοβαρό τραυματισμό του στη μεγάλη υποχώρηση του Τομπρούκ, τον έστειλαν κι εργάστηκε για μερικούς μήνες σ' ένα εργοστάσιο κατασκευής ναρκών στη Παλαιστίνη. Είχε δηλαδή πολλά προσόντα για να προσφέρει με τη συμμετοχή του στην ΕΟΚΑ. Κι όμως δεν τον δέχτηκαν, παρόλο που ο ίδιος το επεδίωξε.
Δε μισούσε τους Εγγλέζους, κάθε άλλο, μάλλον τους συμπαθούσε και είχε υιοθετήσει μερικές από τις συνήθειες τους, όπως να πίνει τουλάχιστο δυό φορές την ημέρα, χειμώνα-καλοκαιρι, ένα ποτήρι τσάι με λίγο γάλα, αντί το ξανθό ρώσικο που έπιναν όλοι στο χωριό.
Εκείνη την ώρα που τα σκεφτόταν αυτα, ήρθε η Στασού μ'ένα ψηλό ποτήρι τσάι, όπως συνήθιζε, το έβαλε πάνω στο τραπέζι, δίπλα του και τον ρώτησε αν πεινούσε. Όχι δεν ήθελε να φάει και δεν ήθελε ούτε να κοιμηθεί.Ήταν πολύ φορτισμένος. Εκτός από τη βίαια κι άτσαλη συμπεριφορά των Εγγλέζων στρατιωτών, εκείνη τη μέρα επέστρεψε στη δουλειά κι εκείνος ο εργάτης, ο Βίκος, από το Ζακάκι, που τον δάγκωσε η έχιδνα τον περασμένο μήνα και τον είχε μεταφέρει ο ίδιος, με το αυτοκίνητο του, στο νοσοκομείο. Κινδύνεψε να πεθάνει όμως τη γλίτωσε, το δήγμα όμως του άφησε σοβαρή αναπηρία. Τα δάκτυλα του χεριού του έπαθαν γάγκραινα και οι γιατροί υποχρεώθηκαν νατου κόψουντα δυο. Αυτό όμως που έκανε τον Χαμπή και τους άλλους συναδέλφους του να τον λυπηθούν και να καταοτεναχωρεθούν ήταν γιατί ο μάστρος, όταν πρόσεξε την αναπηρία του, του φώναξε «Τι να σε κάνω, έτσι κουτσό;» και τον έδιωξε απότη δουλειά. Βέβαια, δεν υπήρχε ούτε αποζημείωση ούτε καν ένας καλός λόγος ή έστω μια δικαιολογία.
Αυτή η σκηνή, ήταν στη σκέψη του όλη μέρα, ο φτωχός άνθρωπος, που έφευγε διωγμένος από τη δουλειά, καμπουριασμένος λες κι όλα του τα χρόνια έγιναν βαρίδια που βάραιναν την πλάτη του. Αν ήταν ο παλός επιστάτης, ο μαστρε-
Χαρής, σίγουρα θα έβρισκε τρόπο να τον κρατήσει. Δεν ήταν όμως. Λίγες μέρες, μετά που έφυγε ο Ευαγόρας, τον σήκωσαν κι αυτόν και τον απομάκρυνε η εταιρεία από τις βάσεις. Σίγουρα θα το είχαν ζητήσει οι Εγγλέζοι, γιατί ήταν γνωστή η φιλία του με τον Ευαγόρα.
Αν και κουρασμένος ο Χαμπής είχε και κάτι σοβαρό να πει στη Στασού και δεν σήκωνε άλλη αναβολή. Σηκώθηκε, πήγε στο αυτοκίνητο κι επέστρεψε με δυό βιβλιάρια, που τα έριξε πάνω στο τραπέζι. Πήρε το τσάι του και το απόλαυσε με αργές ρουφιξιές. Ο Χριστάκης τον παρακολουθούσε. Είχε διαισθανθεί από την αρχή ότι ο πατέρας του κάτι σοβαρό είχε στη σκέψη του. Το ότι κάθισε και διάβαζε αυτή την ώρα, κάτι που ποτέ δεν έκανε, το ότι δεν ζήτησε τίποτα, για να φάει και το ότι δεν ξάπλωσε ακόμα αν και φαινόταν πολύ κουρασμένος, αλλά κυρίως το ότι δεν γκρίνιαζε για χίλια δυό πράγματα, όπως έκανε συνήθως, όλα του έλεγαν ότι κάτι ετοίμαζε.
Ενώ ο Χαμπής απολάμβανε το τσάι του, ήρθε η Στασού μ' ένα βαθουλό πιατάκι γεμάτο με ξερά, αλατισμένα τρεμύθια κι ένα κομμάτι φρέσκο ψωμί. Ήξερε πως του άρεσαν και μια και δεν ζήτησε φαγητό, αυτά μαζί με το τσάι θα τον κρατούσαν. Δεν είναι καλό για τον ύπνο ένα άδειο στομάχι. Είχε και η ίδια καταλάβει ότι κάτι είχε να της πει. Ουσιαστικά ήξερε τι θα της έλεγε. Τον είχε ακούσει που μιλούσε με τους φίλους του ότι δεν πήγαινε άλλο πια, η δουλειά στο μαγαζί δεν πήγαινε καλά, μετα που άρχισε να λειτουργεί το συνεργατικό στο χωριό και η Στασού, με τέσσερα παιδιά δεν ήταν δυνατό να εργάζεται και στο καφενείο.
Ο Χαμπής έριξε στο στόμα λίγα τρεμύθια, αδρά και καλοτσάκκιστα, όμως δε συνέχισε. Έβαλε το ποτήρι με το τσάι, που δεντο είχε τελειώσει ακόμα, στο τραπέζι.
-Πρέπει να κλείσουμε το μαγαζί, είπε κοιτάζοντας τη γυναίκα του σοβαρά.
Η Στασού τον κοίταζε κι αυτή πολύ σοβαρά, αλλά δεν μίλησε. Πήγε και κάθισε στο καναπέ, δίπλα στον Χριοτάκη και ήταν πολύ σκεφτική. Ο Χριστάκης κοίταζε μια αυτή, μια τον πατέρα του. Να κλείσει το μαγαζί ήταν μια πολύ σοβαρή απόφαση, που θα άλλαζε τελείως τη ζωή τους. Η μητέρα θα έμενε στο σπίτι, όπως όλες οι γυναίκες στο χωριό και θα την είχαν μαζί τους όλη μέρα. Αυτο ήταν πολύ σημαντικό. Κι ο πατέρας θα άλλαζε δουλειά. Και τι θα έκανε;
Ο Χαμπής πήρε ένα από τα βιβλιάρια που είχε φέρει πριν από λίγο από το αυτοκίνητο και το άνοιξε. Ήταν μπροσούρες με φορτηγά αυτοκίνητα. Ο Χριστάκης κατάλαβε αμέσως. Ο πατέρας του θα αγόραζε φορηγό και θα γινόταν σωφέρης. Το ήξερε ότι από μωρό είχε πάθος με τα αυτοκίνητα. Άλλωστε παλιά είχε ένα λεωφορείο, που το είχαν μετατρέψει και δυο-τρεις φορές τη βδομάδα το φόρτωνε φθαρτά και τα μετέφερε στη Λευκωσία κι επέστρεφε, πάλι φορτωμένος, με φρούτα. Δυό μέρες κρατούσε το κάθε του ταξίδι. Όμως και η γιαγιά η Τζιυρκακού του είχε πει δυο-τρεις φορές πόσο ο πατέρας αγαπούσε τα αυτοκίνητα. Πριν ακόμα περπατήσει, έλεγε η γιαγιά, στηριζόταν σε μια αναποδογυρισμένη καρέκλα και την έσπρωχνε κάνοντας βου-ου-ου σα να οδηγούσε αυτοκίνητο. Και στο Σουέζ, που πήγε, τον σωφέρ έκανε κι όταν επέστρεψε η πρώτη του δουλειά ήταν να πάρει ένα σαραβαλάκι, για να μεταφέρει επιβάτες και εμπόρευμα για το μαγαζί. Το σαραβαλάκι το έδωσε μέσα και πήρε το βαν, που είχε τώρα και θα το έδινε κι αυτό τώρα, για ένα πιο μεγάλο, για ένα φορτηγό. Όλη η ταινία πέρασε από το μυαλό του Χριοτάκη, ξέχασε για λίγο τον Καπηρό και παρακολουθούσε με πολύ ενδιαφέρον τον πατέρα του.
Η Στασού έμενε αμίλητη και περίμενε. Ποτέ δεν είχε εκφράσει παράπονο, όμως είχε ξεπεράσει τα όριά της. Δεν συμφωνούσε ότι το μαγαζί δεν πήγαινε καλά, είχαν τακτικούς πελάτες, που δεν θα έφευγαν με τίποτα, ο τζίρος ήταν ικανοποιητικός και τα βερεσέδια καλύπτονταν. Ήταν και το καφενείο, που άφηνε ένα καλό μεροκάματο. Καταλάβαινε, από την άλλη, ότι ο Χαμπής ήθελε να κάνει μια δουλειά που να του πηγαίνει. Δεν ήταν γεννημένος, οπωσδήποτε για μαγαζάτορας, αν κι έκανε αυτή τη δουλειά αρκετά καλά. Πιο παλιά, μόλις παντρεύτηκαν άνοιξε και μαγερειό, στο Κτήμα, συνεταιρικό με τον κουμπάρο τούτο Χριστοφή κι έκανετον μάγερα. Κι εκεί καλά τα κατάφερνε, όμως δεν άντεξε και πολύ, το άφησε για να κάνει εμπόριο φθαρτών, πιο πολύ όμως για να οδηγεί μεγάλο αυτοκίνητο και να μεταφέρει τα φθαρτά.
-Με ένα αυτοκίνητο θα έχουμε αρκετά και δεν θα χρειάζεται ούτε εσύ να εργάζεσαι, συνέχισε ο Χαμπής αφού μετροφύλλισε πρώτα όλο το βιβλιάριο με τις μπροσούρες.
Η Στασού συνέχισε να τον κοιτάζει αμίλητη. Στα μάτια της όμως έπαιξε για μια στιγμή μια ειρωνική φλογίτσα. «Δεν είναι αυτο το θέμα», σκέφτηκε, «Θα μου πεις τώρα ότι χρειαζόμαστε λεφτά και θα πρέπει να κάνουμε δάνειο». Το δάνειο ττιντρόμαζε. Ήταν νωπό στο νου της που ο τοκογλύφος πούλησε το χωράφι του αδερφού της, του Χαμπή, μόλις τον έκλεισαν στα κρατητήρια, για τις εκατό λίρες που χρωστούσε.
Ο Χαμπής πρόσεξε την ειρωνεία στο βλέμμα της γυναίκας του. Υπο κανονικές συνθήκες θα θύμωνε και θα έκοβε εκεί την κουβέντα. Τώρα όμως δεν σήκωνε θυμούς. Είχε ήδη κλείσει το αυτοκίνητο, πήρε καλή τιμή για το βάν, έδωσε και κάποια λεφτά προκαταβολή, θα του έκαναν και δώδεκα συναλλαγματικές στην τράπεζα, χρειαζόταν όμως ακόμα τρακόσιες ογδόντα λίρες. Είχε μιλήσει με τον κουμπάρο του τον Φουκιδή, το γραμματέα της Συνεργατικής και του είπε ότι είχαν να τον δανείσουν όλο το ποσό με γραμμάτειο κι εγγυητές, όμως μόνο μέχρι διακόσιες λίρες το άτομο δάνειζαν. Ο κουμπάρος ο Φουκιδής είχε ρίξει την ιδέα «να κάνει δάνειο και η κουμέρα η Στασού». Ήταν και η μόνη λύση κι όσο κι αν ο ίδιος δεν ήθελε να βάλει τέτοιο φορτίο στη γυναίκα του, τελικά συμβιβάστηκε με την ιδέα.
-Πρέπει να πάρουμε φορτηγό, συνέχισε ο Χαμπής. Δουλειές υπάρχουν πολλές, η Κυβέρνηση κάνει νέους δρόμους, κτίζονται νέα σπίτια, ο κόσμος μεταφέρει τώρα τα γεννήματα του με αυτοκίνητα. Ένα αυτοκίνητο κάνει άνετα έξι φορτία την ημέρα και αν βγάλουμε όλα τα έξοδα, ακόμα και την εξόφληση των γραμματίων και των συναλλαγματικών θα έχουμε ένα μεροκάματο περίπου στις δυο-τρεις λίρες. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε ούτε με το μαγαζί, ούτε με το καφενείο και ο Σύμβουλος όπου να ναι θα κλείσει. Πρέπει να έχουμε μια πιο σίγουρη δουλειά.
-Και πόσο θα στοιχίσει να πάρεις ένα μεγάλο αυτικινητο; μίλησε για πρώτη φορά η Στασού, φέρνοντας την κουβέντα στο ψητό.
Ο Χριοτάκης ενθουσιαζόταν στην ιδέα ενός καινούριου, μεγάλου αυτοκινήτου στη αυλή τους. Είχαν περάσει από εκεί πολλά αυτοκίνητα, η ιδέα όμως ενός ολοκαίνουριου φορτηγού μπροστά στην πόρτα της παράγκας ήταν εντυπωσιακή. Ένα αυτοκίνητο με ελαφριά γκρί μουσούδα και καμπίνα, με πράσινη κάσα με ψηλά κάγκελα. Ένα φορτηγό ψηλό, με τεράστιους τροχούς, διπλούς στο πίσω μέρος, ένα φορτηγό ολοκαίνουργιο, που δεν είχε φέρει, μέχρι τότε, κανείς άλλος στο χωριό. Το φαντάστηκε να ακούγεται από μακριά μετο βροντερό βουητό της μηχανής του, να τραντάζεται στο χαλικόστρωτο δρόμο με τον χαρακτηριστικό θόρυβο της λαμαρίνας και των αλυσίδων που κτυπούν μεταξύ τους και το δυνατό φρενάρισμα του στις στροφές.
Η Στασού όμως δεν ήταν τόσο ρομαντική. Από τη μια, σκεφτόταν ότι ο Χαμπής θα άλλαζε ξανά δουλειά, λες και δεν μπορούσε να στεριώσει πουθενά, φοβόταν το χρέος, και από την άλλη, όμως, πίστευε ότι φεύγοντας από το καφενείο ίσως να μην είχε συνέχεια κοντά του τον πειρασμό του χαρτοπαίγνιου, να κατάφερνε να απομακρυνθεί και να του περισσέψουν έτσι λίγα λεφτά. Ήξερε πως ότι έκανε το πετύχαινε, όμως το καταραμένο το κουμάρι του έτρωγε όλα τα λεφτά. Αν όμως συνέχιζε το πάθος του πως θα ξοφλούσαν και το χρέος που τώρα θα φορτώνονταν;
Ο Χαμπής την είδε πόσο προβληματιζόταν, πόσο φοβόταν, άλλωστε διάβαζε καθαρά τη σκέψη της και προτίμησε ν' αφήσει το πράγμα μέχρι εκεί.
-Υπάρχουν καλά και δυνατά αυτοκίνητα, είπε, εμείς χρειαζόμαστε ένα εξάτονο. To Austin, μου είπαν ότι είναι το καλύτερο. Είναι βενζινοκίνητο, είναι Εγγλέζικο και υπάρχουν πάντοτε εξαρτήματα, που είναι και τα πιο φθηνά. Στοιχίζει πάνω από οκτακόσιες λίρες, έχουμε, όμως τα πιο πολλά, θα δώσω μέσα και το Bedford, θα πρέπει βέβαια να πάρουμε και δάνειο από τη Συνεργατική. Θα μιλήσω με τον κουμπάρο το Φουκιδή, αν μπορούν να μας δώσουν κανένα δάνειο. Έχουμε όμως καιρό να το σκεφτούμε.
Η Στασού όμως δεν γελόταν. Ήταν σίγουρη ότι ο Χαμπής δεν της τα είχε πει όλα. Ήταν σίγουρη πια ότι το μαγαζί και το καφενείο ήταν πια ιστορία και ότι στη ζωή της οικογένειας ερχόταν ένα εξάτονο φορτηγό, Εγγλέζικο, μάρκας Austin.
Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν γεμάτες δράση για όλη την οικογένεια. Η Στασού, ξέροντας ότι θα έκλειναν το μαγαζί, λιγόστεψε όσο μπορούσε τα βερεσέ και άρχισε με τρόπο να μαζεύει τα χρωστούμενα. Δεν το είπε πουθενά, ούτε και στη μάνα της ότι θα έκλειναν. Ακόμα και η ίδια δεν το πολυπίστευε ότι τα πράγματα είχαν αλλάξει τόσο πολύ κι ότι σε δυό- τρείς μήνες θα έμενε στο σπίτι και θα μεγάλωνε τα παιδιά της όπως ήθελε κι όπως έπρεπε, ότι το καφενείο και τα ψευτοφλέρτ του Χαμπή με την Ελένη από το απέναντι καφενείο θα γίνονταν ιστορία, ότι θα μπορούσε να καλλεργεί τα λαχανικά της στο μικρό περιβόλι, ότι θα είχε τέσσερις κατσίκες για να φτιάχνει η ίδια τα χαλλούμια της και τον τραχανά της, ότι θα έπαιρνε και θα πουλούσε στο Κτήμα την παράγωγη του χωραφιού της και τόσα άλλα που στερήθηκε με δεκατέσσερις ώρες, κάθε μέρα, δουλειά στο καφενείο.
Ο Χριοτάκης διάβαζε πολύ, εκτός από όλες του τις δουλειές στο περιβόλι και τις υποχρεώσεις για τα ζώα. Δεν είχε γίνει ο αγαπημένος μαθητής της κυρίας Έλλης, είχε όμως γίνει ο καλύτερος της. Μετά το γιό της τον Τώνη, βέβαια, που ήταν πραγματικά άπιαστος. Ανακάλυψε όμως και μια νέα μαγεία στο διάβασμα. Τον μικρό βοηθούσε πολύ ο δάσκαλος του, ο Πασιήσταυρος, που του γινόταν όλο και πιο αγαπητός, όλο και πιο απαραίτητος. Ο Πασιήσταυρος του έκανε μόνο μια περίοδο τη βδομάδα μάθημα, το απόγευμα κάθε Τρίτης, όταν τα παιδιά της Τετάρτης τάξης, που ήταν μαζί στην ίδια αίθουσα, έκαναν το μάθημα του κήπου έξω στην αυλή, ερχόταν ο Πασιήσταυρος και τους έκανε επιστήμη ή καλύτερα φυσική ιστορία, όπως έλεγε ο ίδιος. Πολύ άρεσε στον Χριστάκη αυτό το μάθημα και ο δάσκαλος του, λες και διάβαζε τη ψυχή του, πολύ διακριτικά και χωρίς τα άλλα παιδιά να το προσέχουν, του έδινε όλη τη σημασία που χρειαζόταν για ν' αναπτύξει τα ενδιαφέροντα του. Είχε προσέξει τον Χριοτάκη από τον προηγούμενο χρόνο, όταν ήταν ο αποκλειστικός δάσκαλος του και συνέχισε να ενδιαφέρεται και να παρακολουθεί τις επιδόσεις του. Η συνάδελφος του, η Έλλη, του ανάφερε ότι έγραφε πολύ ωραίες εκθέσεις και θεώρησε ότι και ο ίδιος μπορούσε να τον ενθαρύνει. Έτσι, την τελευταία μέρα πριν από τις διακοπές των Χριστουγέννων, αφού τέλειωσε το μάθημα του, τον φώναξε και τον πήρε μαζί του στο γραφείο όπου ήταν και η μικρή βιβλιοθήκη του σχολείου. Τα βιβλ'α ήταν πολύ λίγα και τα δανείζονταν μόνο τα παιδιά της πέμπτης κι έκτης τάξης. Ο διευθυντής, ο κύριος Πολύβιος πείσθηκε να γίνει αυτή η εξαίρεση για τις διακοπές των Χριστουγέννων και μόνο αν περίσσευαν βιβλία. Είχε περισσέψει μόνο ένα βιβλίο «Το λιμάνι του Θεού», του Έκτορος Μαλό. Κι αυτό πήρε ο Χριοτακης, που δεντο διάβασε απλώς, το ρούφηξε. Και δεν διάβασε μόνο εκείνο, διάβασε και το βιβλίο που δανείστηκε ο ξάδερφος ο Κόκος, που ο ίδιος ούτε που το άννοιξε, ήταν «Το παιδί που χάθηκε», μια διασκευή του «Δαβίδ Κόπερφιλντ», του Ντίκενς που κι εκείνο πολύ του άρεσε. Ο καλός του δάσκαλος ο Σταύρος, τον βοήθησε και πάλ να πάρει ακόμα ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη, μόλις επέστρεψαν από τις διακοπές των Χριστουγέννων και τώρα το διάβαζε αχόρταγα. Ήταν «Οι Αραβικές νύκτες», ένα βιβλ'ο που όλα τα παιδιά μάλλωναν μεταξύ τους ποιος να το πρωτοδιαβάσει και ο Χριστάκης, τώρα που το διάβαζε, καταλάβαινε το γιατί. Ήταν η «Αραβική Χαλυμά», που τους ανάφερε ο Νίκος, χωρίς να ξέρει, τότε τι ήταν ακριβώς. Όμως, ο μικρός είχε γίνει κολλιτσίδα στον Πασιήσταυρο, που η τάξη του ήταν στην Παιδική Στέγη, σε κάποια απόσταση από το μεγάλο σχολείο. Ο δάσκαλος άφηνε τα παιδιά χωρίς επιτήρηση για να κάνει το μάθημα στη τρίτη τάξη και βιαζόταν πάντα να επιστρέψει, μόλις τέλειωνε το μάθημα. Και ο Χριστάκης ήταν πάντα εκεί, να τον κοιτάζει παρακλητικά μετα μεγάλα μάτια του. Και φυσικά αυτός δεν του χαλούσε χατήρι.
Η Στέλλα, ο Κωστάκης και ο Κυριάκος μεγάλωναν με τσιριμόνιες* και ζαβολιές. Η αυλή γέμιζε κάθε απόγευμα με παιδιά που έπαιζαν, έτρεχαν, μάλλωναν και τα ξανάβρισκαν. Η γιαγιά ήταν πανταχού παρούσα και ο παππούς υπέφερε όλο και πιοπολύ μετονπροοτάτητου. Ο Γιώρκος είχε βρεί τρόπο να τον πάει να δεί το γιό του τον Χαμπή στα κρατητήρια της Κοκκινοτρεμυθιάς. Ανακάλυψε μια ασυμπλήρωτη πρόσκληση, που έστειλε παλιά ο πατέρας του, έβαλε πάνω τρία ονόματα, το δικό του, της μάνας του της Βάρβαρους κι εκείνο του πάππου του Λεωνή και τώρα περίμεναν να μεσώσει ο Γεννάρης και να πάρουντο ταξί για την επίσκεψη.
Ο Χαμπής προχωρούσε με την αγορά του φορτηγού του. Όλα συμπληρώθηκαν, εξασφαλίστηκαν και τα δάνεια από τη Συνεργατική. Η Στασού υπέγραψε, για πρώτη φορά στη ζωή της ένα γραμμάτιο ότι χρωστούσε 180 λίρες, που έπρεπε να το ξοφλήσει μεσοπρόθεσμα, σε δυό χρόνια δηλαδή, με τόκο ενιά τα εκατό. Ανησυχούσε πολύ γιατί είχε πάντα πολύ λίγα χρήματα στη τζέπη της, δυό τρία σελίνια συνήθως, από τα οποία δεν μπορούσε να γίνει καμιά οικονομία. Πώς λοιπόν θα το ξοφλούσε το καταραμένο; Από τον Χαμπή δεν περίμενε ότι θα το θυμόταν κάν. Αυτός το κουμάρι του κι άσε όλα τα άλλα να πάνε οτ'ανάθεμα. Ακόμα και τον Θεό, παρ'όλη τη βαθιά της πίστη δεν ήθελε να τον ανακατέψει. «Είναι ντροπή», σκεφτόταν «να ζητούμε απότο Θεό χρήματα. Θέλουμετη βοήθεια του Θεού για τόσα άλλα και σπουδαία. Ας μην του ζητάμε ν' ασχολείται και με τα οικονομικά μας. Ο Χαμπής θα κάνει μια καλύτερη δουλειά τώρα. Μακάρι να τον φωτίζει ο Θεός να είναι για καλό και κυρίως

* Τσιριμόνιες: Κόλπα.

να καταφέρει ν' απομακρυνθεί από το καταραμένο κουμάρι».
Και πραγματικά, λές κι ο Θεός άκουσε τις προσευχές της, βγήκε από την ΕΟΚΑ η διαταγή που απαγόρευε το κουμάρι και μάλιστα με απειλή εκτέλεσης για όσους δεν θα συμμορφώνονταν. Τα παιδιά, που μέχρι τότε δεν έβλεπαν τον πατέρα τους, παρά ελάχιστα, τον είδαν να επιστρέφει στο σπίτι νωρίς, να τα κουβεντιάζει, να αγκαλιάζει τα πιο μικρά ακόμα και να παίζει μαζί τους. Ζούσαν πραγματικά μια πολύ όμορφη περίοδο οικογενειακής ενότητας. Η Στασού ήταν πολύ ευτυχισμένη και δεν ήξερε ποιό να ευχαριστήσει, το Θεό ή την Οργάνωση. Ο Χαμπής, τώρα είχε γίνει άλλος άνθρωπος, ήταν πάντα γελαστός και ήσυχος, παρ'όλο που ένιωθε όλη τη βιαιότητα με την οποία εξελισσόταν ο Αγώνας. Το καφενείο έκλεινε νωρίς το βράδυ κι επέστρεφε αμέσως στο σπίτι και τις Κυριακές απολάμβανετον ύπνο ως αργά, παρόλο που η Στασού έφευγε πιο νωρίς, για να ανοίξει το καφενείο.
Η Στασού ήξερε ότι η Κυριακή ήταν για την εκκλησία. Η Στέλλα και ο Χριστακης πήγαιναν κάθε Κυριακή. Αυτό το επέβαλλε το σχολείο. Υπήρχε όμως πρόβλημα με τον Κωστάκη και τον Κυριάκο, που έπρεπε να τους παίρνει μαζί της στο καφενείο και να τους έχει να τρέχουν μέσα στα πόδια της και να τη δυσκολεύουν στη δουλειά της. Άσε που ούτε σκέψη μπορούσε να γίνει, να πάει η ίδια να εκκλησιαστεί. Ευτυχώς η πόρτα της εκκλησίας ήταν απέναντι από το καφενείο και ακουγόταν καθαρά η δυνατή φωνή του Ευαγόρα, του ψάλτη, έτσι παρακολουθούσε έστω και λιγάκι τη θεία λειτουργία. Ήταν πολύ θρήσκα, αν και δεν το διατυμπάνιζε και ένιωθε πολύ άσχημα που δεν μπορούσε να πάει στην εκκλησία και παρακαλούσε το Θεό να τη συγχωρέσει. Το είχε πει και πολλές φορές στον Παπάγιωρκη, έτσι σαν εξομολόγηση, όταν του έψηνε τον καφέ του. Εκείνος κουνούσε πάντοτε το κεφάλι, σαν να λυπόταν, δεν έλεγε όμως ποτέ τίποτα. Σίγουρα ήταν αποδοκιμαστικός, αν και έδειχνε κατανόηση. Παρακαλούσε λοιπόν, να βρεθεί ένας τρόπος να μένει κλειστό το καφενείο κατά τη διάρκεια τουλάχιστοντης λειτουργίας της Κυριακής.
Κι αυτή η επιθυμία της Στασούς πραγματοποιήθηκε. Το φυλλάδιο της ΕΟΚΑ το βρήκαν ένα πρωί καρφωμένο στη πόρτα της παλιάς εκκλησίας, που λειτουργούσαν τώρα, αφού η νέα τους εκκλησία ήταν ακόμα μισοχαλασμένη και η τσίγγινη παράγκα που τους έστησε η Κυβέρνηση, μετά το σεισμό, ήταν ακατάλληλη και αμύρωτη. Το φυλλάδιο ήταν απλό και σύντομο. Έλεγε ότι τα καφενεία και τα υποστατικά που προορίζονταν για διασκέδαση, θα έμεναν κλειστά κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές. Απειλή φυσικά ήταν η εκτέλεση! Ο Θεός άκουε τις προσευχές της Στασούς! Τώρα, βέβαια, θα έκλεινε το καφενείο και θα έπαυε να είναι εμπόδιο γιατον εκκλησιασμό της.
Στη Στασού έμενε μια εκκρεμότητα που έπρεπε να τη φροντίσει αμέσως. Ο μικρός Κυριάκος εξακολουθούσε να θηλάζει αν και ήταν πάνω από δυό χρόνων. Ήδη αυτό της έκανε ζημιά, πονούσετα κόκκαλάτης κι έχασε κι ένα δόντι, που σχεδόν διαλύθηκε. Ο οδοντογιατρός, που πήγε να της το διορθώσει, της τόνισε ότι, αν δεν σταματήσει τον θηλασμό, θα χαλάσει όλα της τα δόντια. Ο Κυριάκος λες και καταλάβαινε τις προθέσεις της, αρνιόταν να φάει από το μπιμπερό αν δεν του έδινε πρώτα να αδειάσει το στήθος της. Και είχε ακόμα μπόλικο γάλα. Συζητούσε το θέμα, πότε με τη μάνα της, πότε με τη νύφη της, την Ελένη και τη Μαρία, τη γειτόνισσα και μια φορά με τον Χριστάκη. Όλοι της έλεγαν πόσο είχε αδυνατίσει και ότι ο θηλασμός, τόσους μήνες χωρίς να τον χρειάζεται το μωρό, της έκανε πολλή ζημιά κι ότι έπρεπε να σταματήσει. Αυτή, αθετούσε την απόφαση της να το κάνει, κάθε φορά που ο Κυριάκος σκαρφάλωνε στη ποδιά της κι έψαχνε τον κόρφο της. Ήταν πια αρκετά μεγάλος, για να της κουβαλά, σπρώχνοντας τη, μια καρέκλα, για να καθίσει και να τον θηλάσει.
Εκείνο το βράδυ, είχαν πια περάσει τα μισά του Γενάρη, το φεγγάρι έβγαινε αργά και ήταν λειψό, είχε μέρες να βρέξει και το κρύο ήταν αισθητό. Η οικογένεια καθόταν γύρω από τη λάμπα πετρελαίου, ο Χριστάκης και η Στέλλα διάβαζαν στο τραπέζι, ο Κωστάκης και ο Κυριάκος έπαιζαν ήσυχα στον καναπέ και η Στασού δίπλωνε τα ρούχα της μπουγάδας. Μαζί ήταν και η γιαγιά, που καθόταν κοντά στη πόρτα, τυλιγμένη το παλτό της, όπως πάντα. Ο Χαμπής δεν είχε έρθει ακόμα. Έξω είχε πέσει η νύκτα, ήταν όμως νωρίς ακόμα κι ακούγονταν ένα σωρό θόρυβοι, ένα γαύγισμα σκυλού, μια ανθρώπινη φωνή και η μηχανή ενός αυτοκινήτου.
Κάποια στιγμή, ο Κυριάκος παράτησε το παιχνίδι με τον Κωστάκη κι έτρεξε στην ποδιά της Στασούς. Σκαρφάλωσε, καλοκάθισε κι άρχισε να ψάχνει στον κόρφο της, προσπαθώντας να ξεκουμπώσει ένα κουμπί. Σταμάτησε η Στασού να διπλώνει ρούχα και του πήρε το χεράκι και το απομάκρυνε από το κουμπί. Το έφερε στα χείλα της και το φίλησε ενώ τα μάτια της γέμισαν φως σαν να χαμογελούσαν.
-Δεν έχει βυζί απόψε, του είπε σιγανά και η φωνή της ήταν σαν χάδι.
Ο Κυριάκος δεν έφερε αντίρρηση. Την κοίταξε μόνο παραξενεμένος χωρίς να επιμένει. Για λίγο. Ύστερα γλίστρησε από τη ποδιά της και συνέχισε το παιχνίδι με τον Κωστάκη. Τον λυπήθηκε η Στασού και σκεφτόταν να τον φωνάξει πίσω. Το κατάλαβε η Δεσποινού και χαμογέλασε.
-Θα πάει σχολείο και θα τον βυζάνεις; Θα πάθεις κι εσύ σαν τη Χατζηφιλ'ππαινα που τον βύζανε μέχρι που έγινε πέντε χρονών και της έφερνε μόνοςτουτο σκαμνί για να καθίσει να τον θηλάσει; Και την κοροϊδεύαμε όλες μας; Σε έχει φάει. Πρέπει να το αποφασίσεις και να το σταματήσεις.
Η Στασού ήξερε πως η μάνα της είχε απόλυτο δίκιο, ήθελε όμως το μικρό της αγόρι ν' αποφασίσει μόνο του να σταματήσει τον θηλασμό. Της το είπε. Χαμογέλασε ξανά η Δεσποινού και σηκώθηκε. Άφησε το παλτό της στη καρέκλα, πήρε από το χέρι την κόρη της και τη τράβηξε στη κουζίνα. Γρήγορα επέστρεψαν και οι δυό και κάθισαν γελώντας. Ο Χριστάκης και η Στέλλα σήκωσαν τα κεφάλα τους από τα βιβλα και τις κοίταξαν παραξενεμένοι. Κατάλαβαν ότι κάτι μαγείρευαν η μαμά και η γιαγιά. Γρήγορα όμως το ξέχασαν και βυθίστηκαν ξανά στο διάβασμα.
Ο Κυριάκος έπαιξε για αρκετή ώρα με τον Κωστάκη. Είχαν απλώσει πάνω στο καναπέ μικρά κουρέλια και τα μετέφεραν φτιάχνοντας διάφορους συνδυασμούς με τα χρώματα. Ήταν ένα παιχνίδι που το έπαιζαν ο Αλέξαντρος με τον Κλεόβουλο, το σήκωσε ο Κωστάκης και το μάθαινε τώρα και στον Κυριάκο, αν και ήταν πολύ μικρός, για να καταλαβαίνει τη σημασία των χρωμάτων.
Κάποια στιγμή ο Κωστάκης βαρέθηκε το παιγνίδι και πήγε κοντά στη γιαγιά. Τον πήρε εκείνη στην αγκαλιά της και χάιδεψε τα σγουρά του μαλλιά, ενώ του έκανε κάποιες παρατηρήσεις ότι έπρεπε να φορά το τρικό του γιατί ήταν κρύο και να μην τρέχει ξυπόλητος στο πάτωμα. Ταυτόχρονα παρακολουθούσε και τον Κυριάκο που έμεινε για λίγο ακόμα στον καναπέ αλλά τον περίμενε από στιγμή σε στιγμή να σηκωθεί και να πάει στη μαμά σε μια νέα απόπειρα να τον θηλάσει.
Πραγματικά, ο Κυριάκος γλίστρησε από τον καναπέ κι έτρεξε προς τη μαμά, σκαρφάλωσε στην ποδιά της και τη κοίταζε παρακλητικά. Η Στασού χαμογέλασε.
-Βυζί τέρμα, του είπε, είναι λερωμένο. Ο γάτος του έβαλε κακά!
Τον άφησε λίγα λεπτά να καταλάβει τι του είπε και ύστερα έβγαλε το στήθος και του το πρότεινε. Το κοίταξε καλά ο Κυριάκος και το είδε πραγματικά πολύ λερωμένο. Μετά από συμβουλή της Δεσποινούς, η Στασού είχε πάρει καπνιά από το έξω μέρος του χάλκινου τηγανιού και το είχε αλείψει παντού, γύρω απότη ρόγα.
Τα άλλα παιδιά μαζεύτηκαν κοντά στη μαμά και παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον. Η Στέλλα έδωσε τη χαριστική βολή.
-Μη, του είπε, μην το πάρεις, δεν βλέπεις που του έκανε ο γάτος τα κακά του;
Κοίταζε ο Κυριάκος μια το μουζωμένο* βυζί και μια τη μαμά.

* Μουζωμένο: Μουντζουρωμένο.

Η σκηνοθεσία ήταντέλεια και τον έπεισε. Αν ήταν εκείνη την ώρα ο γάτος παρών θα του βαρούσε μια καλή κλωτσιά. Κοίταξε ξανά τη μαμά στα μάτια. Κοίταξε μετά το βυζί κι έκανε μια γκριμάτσα αποστροφής που τους έκανε όλους να γελάσουν.
-Α, αα, κακά, έκανε και πήγε και κάθισε στον καναπέ θυμωμένος.
Ήταν πραγματικά ένα θέαμα και όλοι το απόλαυσαν, αν και τον λυπούνταν λίγο. Ήταν όμως και το τέλος του θηλασμού. Η Στασού θα υπόφερε για λίγο ώσπου να σταματήσει το γάλα και μετά θα περίμενε τη νέα εγκυμοσύνη.

Ο Λεωνής φοβόταντο ταξίδι, κυρίως γιατίήξερε ότι θα τους ταλαιπωρούσε όλους με το πρόβλημα του προστάτη του, να τους σταματά κάθε λίγο για να κατουρήσει κι όχι μόνο αυτό. Φυσικά ήθελε να δει τον γιό του, που ήταν τόσους μήνες στα κρατητήρια. Θα ήθελε να έβλεπε και τον άλλο του γιό, στις Κεντρικές Φυλακές, δυστυχώς όμως αυτό δεν κανονίστηκε. Είχε αποφασίσει να κάνει την εγχείρηση και ήξερε πως για μήνες δε θα μπορούσε να πάει πουθενά, αν επιβίωνε της επέμβασης σ' αυτή την ηλκία. Όσο πλησίαζαν οι μέρες γινόταν βαρύς και δύσθυμος και η Δεσποινού δεν είχε και τον καλύτερο τρόπο να τον καθησυχάσει. Του έβαζε τις φωνές κι αυτό τον έκανε να νιώθει ακόμα πιο άσχημα. Προσπαθούσε να περνά τις ώρες του με πιο πολλή δουλειά, κυρίως μέσα στη μάντρα, από το νου του όμως, δεν έφευγαν οι δυσκολίες του ταξιδιού.
Ο Γιώρκος είχε κανονίσει τα πάντα, ακόμα και το ταξί που θα τους έπαιρνε. Προγραμμάτισε τις δουλειές του, έβαλε ταξη στο πελεκανάδικό του, ενημέρωσε την αρραβωνιαστικιά του, έβαλε τις γυναίκες να φτιάξουν τις λιχουδιές, σουσαμένιο κουλλούρια και καττιμέρια, που ήξερε ότι άρεσαν στο πατέρα του και τώρα ανησυχούσε κι αυτός για διαφορετικό όμως λόγο. Η πρόσκληση, που θα χρησιμοποιούσε ήταν παλά γιατί τότε δεν μπόρεσε κανείς να πάει να τον δει. Θα την δέχονταν, άραγε ή θα επέστρεφαν άπρακτοι; Πιο πολύ λυπόταν για τον παππού, να πάει τόσο τόπο και να ταλαιπωρηθεί άδικα...
Είχαν μιλήσει και με την Πολυξένη, που τον ενημέρωσε για την επιθυμία του πατέρα τους να ορίσουν τις ημερομηνίες των γάμωντους. Η αλήθεια είναι ότι και στον ίδιο έκανε μια νύξη στην τελευταία του επίσκεψη, δεν το πήρε όμως στα σοβαρά, αν και δεν το ξέχασε. Η Πολυξένη ήταν πολύ στενοχωρημένη κι έκλαιγε συνέχεια. Της ήταν πολύ βαρύ να λείπει ο πατέρας της από το γάμο της. Ο Ανάστασης, της είχε πει ότι θα δεχόταν αυτό που εκείνη θα αποφάσιζε, κάνοντας ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή της. Ο αρραβωνιαοτικός της ήταν πάντα καλόβολος και την αγαπούσε υπερβολικά, ίσως όμως να μηντον ήθελε αμέτοχο σε μια τόσο σοβαρή απόφαση. Τα εκμυστηρεύτηκε όλα αυτα, κλαίγοντας, στον αδερφό της κι εκείνος ένιωσε ότι τον ίδιο βάραινε πια η ευθύνη να αποφασίσει τόσο για την Πολυξένη και τον Ανάσταση όσο και για τον εαυτό του. Γιατί ήταν κι εκείνος αρραβωνιασμένος, σ' ένα καλό σπίτι, όπου όλοι, με το δίκιο τους, περίμεναν να βάλει στεφάνι το συντομότερο. Άλλωστε και το προικοσύφωνο προνοούσε το γάμο ένα χρόνο μετά τη μνηστεία και ο χρόνος ήταν ήδη κοντά να κλείσει.
Εκείνο το πρωινό, ο Χριστάκης είχε μια μικρή περιπέτεια. Ο Γενάρης αποδείκτηκε άνομβρος και οι γεωργοί άρχισαν ν' αγωνιούν για τα σπαρτά. Επειδή όμως, οι προηγούμενοι μήνες ήταν πολύ βροχεροί, η βρύση κάτω στα Μήλα είχε κατεβάσει μπόλκο νερό και η μεγάλη λίμνη της γέμιζε και κάθε πρωί ένας δικαιούχος χρησιμοποιούσε το νερό, για να ποτίζει τα σπαρτά του. Δεν ήταν πολλοί οι δικαιούχοι, ήταν όμως αρκετοί, τόσοι που μόλς θα προλάβαιναν να ποτίσουν από δύο φορές όλη την περίοδο.
Είχε έρθει από το προηγούμενο βράδυ η γιαγιά η Δεσποινού και είπε ότι την επομένη έπρεπε να πάει κάποιος να ανοίξει το νερό και να το καθοδηγήσει μέσα από τα χωματένια αυλάκια για να ποτιστεί το σιτάρι που είχαν σπείρει στα Σκαλούθκια. Ήταν ένα κομμάτι χωράφι, τέσσερις σκάλες, με παχύ χώμα, που το έσπερναν συνήθως κριθάρι. Εκείνη τη χρονιά όμως το έσπειραν σιτάρι γιατί φάνηκε ότι θα είχαν καλές βροχές και τον υπόλοιπο χειμώνα. Το σιτάρι χρειαζόταν παχιά γη και πλούσια βροχόπτωση για να φυτρώσει.
Ήρθε η γιαγιά, τυλιγμένη στο μαντώ* της, τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε κοντά στην πόρτα, ως συνήθως. Σπίτι ήταν κι ο Χαμπής και διάβαζε το περιοδικό του. Ο Χριοτάκης διάβαζε ένα βιβλίο για την Ελληνική μυθολογία, η Στέλλα έκανε ακάματα μαθήματα της, ο Κωστάκης έπαιζε με τον Κυριάκο το συνηθισμένο τους πια παιγνίδι με τα πολύχρωμα κομματάκια από ρούχο και η Στασού πηγαινοερχόταν κάνοντας ένα σωρό δουλειές.
-Έχουμε το νερό της βρύσης αύριο, είπε στον Χαμπή η Δεσποινού, ενώ η Στασού πήγε στο άλλο δωμάτιο για να φτιάξει τσάι. Ο Λεωνής, συνέχισε η γιαγιά, θα πάει αύριο, πολύ πρωί να δεί το Χαμπή στα κρατητήρια. Θα φύγουν πολύ πρωί, με το Γιώρκο και δεν προλαβαίνει να πάει να ανοίξει το νερό.
Ο Χαμπής άφησε το περιοδικό, που διάβαζε.
-Ούτε εγώ μπορώ να πάω, είπε, πρέπει να φύγουμε κι εμείς πολύ νωρίς, γιατί οι Εγγλέζοι μας έβαλαν τα δυό πόδια σ' ένα παπούτσι. Ένα λεπτό να καθυστερήσουμε, δεν μας επιτρέπουν να μπούμε στις βάσεις. Είναι κρίμα να χάσουμε το νερό. Δεν μπορούμε νατο αλλάξουμε με κάποιον άλλο;
-Μεθαύριο θα το έχει ο Πύρκος, μα που να τον βρούμε τέτοια ώρα και μετά ο Σπύρος, που κι αυτός είναι στην άλλη γειτονιά.
Η Στασού, που άκουε τη κουβέντα από το άλλο δωμάτιο, επενέβηκε.
-Θα πάω εγώ, είπε. Θα καθυστερήσω λίγο να ανοίξω το καφενέ και θα πάω να ποτίσω. Είναι κρίμα να χάσουμε το νερό. Μόνο ο Θεός ξέρει πότε θα ξαναβρέξει και τα σπαρτά έχουν διψάσει πολύ.
Έφερε τσάι με φασκόμηλο και μπόλικη ζάχαρη, που άρεσε πολύ στη μάνα της και παχύ τσάι με γάλα για τον Χαμπή. Τα ακούμπησε στο τραπέζι και φρόντισε τα παιδιά. Έβαλε τα δυό

* Μαντώ: Ριχτό καλυμμάτων ώμων.

μικρά για ύπνο και μάζεψε τα βιβλία του Χριοτάκη, που τα είχε σκορπίσει στον καναπέ και τα έβαλε στη σάκκα του. Έκανε και μια μικρή παρατήρηση στη Στέλλα να τελειώνει μετο διάβασμα και τελικά κάθισε κι εκείνη σε μια καρέκλα.
Το ξημέρωμα ήρθε ο Βάννας μετο ταξί. Είχε ήδη μαζέψει τη Βάρβαρου με το Γιώρκο, θα έπαιρνε το Λεωνή και τελευταία τη Μαρούλα, την αρραβωνιαστικιά του Γιώρκου και θα ταξίδευαν για τη Χώρα. Ο Χριστάκης, αν και το φως δεν είχε ακόμα πέσει, είχε ξυπνήσει. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και ήταν ήδη στην αυλή, όταν ήρθε το ταξί. Ήταν πολύ συγκινημένος γιατί ο παππούς θα τα κατάφερνε να πάει να δει τον θείο. Όταν βγήκε ο παππούς πήγε και του φίλησε το χέρι. Δεν είπε τίποτα, μα η πράξη του άξιζε χίλιες λέξεις. Ο παππούς του έδωσε την ευχή του και, πολύ συγκινημένος, μπήκε στο ταξί κι έφυγαν.
Μια και βγήκε στη αυλή, ο Χριστάκης με λίγη βοήθεια απότη γιαγιά, που κι εκείνη ζητούσε διέξοδο στη λύπη της γιατί δεν ήταν και η ίδια στο ταξίδι για τη Χώρα, έκανε και τις δουλειές του. Ήταν ακόμα σκοτεινά όταν επέστρεψε στο σπίτι. Άναψε τη μηχανή πετρελαίου κι έφτιαξε την αγαπημένη σούπα του μπαμπά, ρύζι με φιδέ, καβουρδισμένο σε λιόλαδο. Σηκώθηκε εκείνος, του έριξε νερό, ο Χριοτάκης και νίφτηκε, έφαγε μια κούπα σούπα κι έφυγε με το βαν του. Το φως της νέας μέρας άρχισε να πέφτει από τον ψηλό φεγγίτη και να γεμίζει το δωμάτιο.
Ο Χριοτάκης παραξενεύτηκε που η μαμά δεν είχε ακόμα σηκωθεί. Έμενε κάτω από τα σκεπάσματα, ακόμα και το κεφάλι της το είχε χώσει κάτω από το πάπλωμα. Αυτό δεν ήταν κάτι συνηθισμένο, σήμερα μάλστα είχε να ανοίξει και το νερό για να ποτίσει το σιτάρι στα Σκαλούθκια. Μήπως αποκοιμήθηκε;
Πήγε κοντά της, δεν ήθελε όμως να τη σκουντήσει. Όπως στεκόταν, αναποφάσιστος την άκουσε να αφήνει ένα ελαφρό βογγητό. Τρόμαξε. Την ακούμπησε ελαφρά στον ώμο, πάνω από το πάπλωμα, Γύρισε εκείνη και ξεσκέπασε το κεφάλι της. Ήταν χλωμή και το πρόσωπο της φαινόταν πολύ κουρασμένο. «Φώναξετη γιαγιά», είπε αχνά κι Χριστάκης έτρεξε με όλη του τη δύναμη και σε ένα λεπτό η Δεσποινού έσκυβε, με ανησυχία πάνω απότην κόρη της.
Η Στασού της είπε ότι είχε δει αίμα και ότι ένιωθε πολύ άρρωστη. Πήρε ύφος πολυπράγμονα η Δεσποινού, την έβαλε να καθίσει στο κρεβάτι, της έφτιαξε τσάι και την έβλεπε να το πίνει σιγά-σιγά. Ο Χριοτάκης κάθισε στον καναπέ γεμάτος ανησυχία και παρακολουθούσε. Από το νου του περνούσαν χίλιες δυό υποψίες.
Η Στασού γρήγορα ένιωσε πολύ καλύτερα. Η γιαγιά γνωμάτευσε ότι το αίμα δεν ήταν τίποτε. «Θήλαζες και δεν είχες περίοδο, μήπως τώρα που πόκοψεςτο Κυριάκο, είναι η πρώτη σου περίοδος;» Η Στασού έγνεψε ναι. «Τότε αυτό είναι. Ξεκουράσου λίγο και θα περάσει», συμπλήρωσε. Της έβαλε και μια κούπα από τη σούπα που έφτιαξε ο Χριστάκης και τη βοήθησε να τη φάει χωρίς να κατέβει απότο κρεβάτι.
-Το νερό της βρύσης, ξεφώνησε κάποια στιγμή ο Χριστάκης, που το θυμήθηκε μόλις ένιωσε πιο ήσυχος για τη κατάσταση της μαμάς. Θα πάω εγώ να ποτίσω το σιτάρι.
Άρπαξε τη σάκκα του κι έφυγε τρέχοντας για να μην αργήσει ούτε για το σχολείο. Ούτε η γιαγιά, ούτε η μαμα πρόλαβαν να εκφράσουν οποιαδήποτε αντίρρηση.
Πήγε ο Χριοτάκης στη μεγάλη λίμνη, δυό φορές στο ύψος του κι ακόμα περισσότερο, ήταν. Δεν πήρε μαζί του ούτε τσάππα, ούτε άλλο σύνεργο και όταν δοκίμασε να βγάλει το ξύλο, από το οτομόλιμνο και να ελευθερώσει το νερό, ήταν τόσο σφηνωμένο που στάθηκε αδύνατο να τα καταφέρει. Για μια στιγμή ένιωσε απόγνωση, δεν τα 'βαλε κάτω όμως. «Θεέ μου, βοήθησε με», προσευχήθηκε. Και η προσευχή του έπιασε.
Εκεί κοντά είχε ένα μικρό χωραφάκι με αγκινάρες ο Κρούζος κι εκείνη τη στιγμή ερχόταν κι εκείνος να το ποτίσει. Το νερό της βρύσης περνούσε από την άκρη του χωραφιού του, πριν καταλήξει στη μεγάλη λίμνη κι αυτό το εκμεταλλευόταν για να ποτίζει συχνά τις αγκινάρες του. Είδε τον Χριοτάκη και κατάλαβε αμέσως το πρόβλημα του και όχι μόνο του άνοιξε το νερό, μα του δάνεισε και τη τσάππα του για να οδηγήσει το νερό στα αυλάκια και να το ρίξει στο χωράφι τους με το σιτάρι που ήταν καμιά πεντακοσαριά μέτρα πιο κάτω.
Όταν τέλειωσε, ο Χριοτάκης ήταν βρεγμένος και γεμάτος λάσπες. Πήγε τη τσάππα πίσω στο Κρούζο κι εκείνος την πήρε βάζοντας τα γέλια.
-Όλο λάσπες έγινες! του είπε, πώς θα πας τώρα και στο σχολείο;
Ο Πασιήσταυρος που ήταν αδερφός του Κρούζου, Αγαθοκλής ήταν το όνομα του, του είχε μιλήσει για το γιό της Στασούς. Τον έβρισκε και κάθε πρωί, όταν πήγαινε στο Κτήμα με το ποδήλατο του και του άρεσε πάρα πολύ γιατί του χαμογελούσε. Ο Χριστάκης χαμογελούσε, αντί να πει καλημέρα, σε όσους γνωστούς του συναντούσε στον δρόμο για το σχολείο.
Ο Κρούζος τον συμπαθούσε πάρα πολύ και χάρηκε που βρήκε την ευκαιρία να τον βοηθήσει. Του είπε μάλιστα να φύγει αμέσως, να πάει να αλλάξει και να προλάβει το σχολείο και θα φρόντιζε αυτός να κλείσει τη λίμνη όταν θα άδειαζε.
Ο Χριστάκης όμως, δεν πήγε να αλλάξει. Όπως ήταν βρεγμένος και γεμάτος λάσπες, έφυγε για το σχολείο. Έφτασε, όταν το κουδούνι είχε κτυπήσει και μπήκε στη τάξη τελευταίος. Η κυρία Έλλη ήταν ήδη εκεί. Πήγε να καθίσει στη θέση του μα η δασκάλα τον άρπαξε απότο χέρι.
-Τι χάλι είναι αυτό; τον κατσάδιασε.
Ο Χριστάκης δεν είπε τίποτα. Τι να πει άλλωστε. Τι ήξερε αυτή από σπαρτά και πότισμα από το νερό της βρύσης που κατέβαινε εποχιακά και δεν έπρεπε να πηγαίνει χαμένο; Ή να της πει ότι τα σκότωσε κι ότι πήγε να ποτίσει χωρίς καν να ρωτήσει πώς και χωρίς να πάρει μαζί του μια τσάππα; Η σιωπή του την εξαγρίωσε.
-Να πας αμέσως στο σπίτι σου να αλλάξεις, του φώναξε και τα άλλα παιδιά, που παρακολουθούσαν, χωρίς να καταλαβαίνουν τι συνέβαινε, γέλασαν δυνατά.
Έφυγε ο Χριοτάκης τρέχοντας, ευχαριστημένος που δεν τις έφαγε κιόλας. Ένα χρόνο πριν είχε πάλ πάθει το ίδιο, για άλλο όμως λόγο. Ο Διευθυντής τους φώναξε στο προαύλιο του σχολείου. Τότε η τάξη τους ήταν στη παιδική στέγη, ένα σχεδόν χιλιόμετρο από το Κεντρικό σχολείο. Τους έπιασαν και τους πήγαν εκεί μαζί με τα παιδιά των άλλων τάξεων, για να επιθεωρήσει τα νύχια τους οΔιευθυντής.
Τα νύχια του Χριοτάκη ήταν, όχι μόνο μεγάλα, αλλά και λερωμένα από το κακάο που έβαλε στο γάλα που τους έδιναν στο σχολείο. Του τις έβρεξε για τα καλά ο Διευθυντής και τον έστειλε να πάει στο σπίτι, να κόψει τα νύχια του και να επιστρέψει. Αυτό που τον ενόχλησε πιο πολύ τότε, ήταν που ένα από τα πιο μεγάλα παιδιά, ο Γιαννάκης, που ήταν και πολύ φίλος του, κρατούσε νυχοκόπτη και, πριν από τη συγκέντρωση, του είπε να του τον δανείσει και αυτός αρνήθηκε την προσφορά του. Τα πράγματα ήταν απλά κι όμως τα έκανε πολύπλοκα με τη σκέψη του ένα χρόνο τώρα, προσπαθώντας να τα εξηγήσει σαν ένας μικρός φιλόσοφος. Αρνήθηκε και τις έφαγε. Είχε θυμώσει τόσο πολύ με τον εαυτό του που έφυγε κι ορκίστηκε να μην επιστρέψει ξανά στο σχολείο. Πάτησε όμως τον όρκο και όταν επέστρεφε την επομένη, με τα νύχια κομμένα και καθαρά, ένιωθε πολύ άσχημα γιατί τόσο εύκολα, ασυλλόγιστα κι αχρείαστα είχε δώσει ένα τέτοιο όρκο.
Ο Βάννας ήταν έμπειρος κι επιδέξιος οδηγός. Ήταν και σοβαρός και μισούσε τις επιδείξεις στο οδήγημα. Μετον Γιώρκο ήταν πρώτος ξάδερφος από τη μητέρα του και συνδέονταν πάρα πολύ, ήταν όμως και στενός συγγενής με τη Δεσποινού και ο Λεωνής τον αγαπούσε πάρα πολύ, γιατί γεννήθηκε και μεγάλωσε κυριολεκτικά σε μια αυλή με τα παιδιά του. Οδηγώντας πολύ προσεκτικά και με τις σωστές κουβέντες που έκανε, δημιούργησε μια πολύ όμορφη ατμόσφαιρα σε όλο το ταξίδι. Ο δρόμος κύλησε χωρίς ταλαιπωρία για τους επιβάτες του, έκανε δυό σταθμούς, στο Πισσούρι και στη Σκαρίνου, όπου ο Λεωνής μπόρεσε ν' αδειάσει την κύστη του και δεν χρειάστηκαν άλλες στάσεις.
Έφτασαν στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμυθιάς στην ώρα τους. Ο Γιώρκος έδωσε τη πρόσκληση για την επίσκεψη και περίμεναν να τους επιτρέψουν να μπουν. Ήταν όλοι τους αμίλητοι και σκεφτικοί. Εκεί έξω από τις τσίγγινες παράγκες, δίπλα στο συρματόπλεγμα ένιωσαν έντονα το βάρος της σκλαβιάς που κρεμόταν στο λαιμό τους. «Στη σύγχρονη εποχή, το να σκέφτεσαι τη Λευτεριά είναι από μόνο το μεγάλο έγκλημα και πρέπει να σε κλείνουν μέσα σαν τρομοκράτη», σκεφτόταν με θλίψη ο Γιώρκος, που ρίχνοντας μια ματιά στη μάνα του, κατάλαβε ότι με δύσκολα συγκρατούσε τα δάκρυα της. Ήθελε να της πει μια κουβέντα, να της δώσει κουράγιο μα ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό του και φοβόταν ότι, αν δοκίμαζε να μιλήσει, θα άρχιζε κι αυτός να κλαίει.
Ο Βάννας στεκόταν απέναντι και μετρούσε τα αισθήματα τους. Καταλάβαινε τι ένιωθαν... Ήταν κι ο γέρος! Αυτόν κι αν τον λυπόταν. Τώρα στα γεράματα του να έχει ένα παιδί στη φυλακή κι ένα στα κρατητήρια. Έδειχνε τόσο κουρασμένος, ακουμπημένος στη λεπτή βέργα, που χρησιμοποιούσε για μπαστούνι, που ένιωσε την ανάγκη να πει μια κουβέντα, έτσι για να αλλάξει ατμόσφαιρα.
-Τα μεσάνυκτα, είπε, με φώναξαν και πήγα στο Κτήμα κι έφερα το γιατρό στον Δημητρό! Είναι πολύ άρρωστος ο φτωχός, φαίνεται ότι έπιασε πνευμονία.
Τον κοίταξαν οι άλλοι και για μια στιγμή ξέχασαν τις δικές τους βαριές σκέψεις. Η γυναίκα του Δημητρού, η Μυριάνθη ήταν αδερφή της Δεσποινούς, η πιο αγαπημένη από όλα της τα αδέρφια, την επισκεπτόταν συχνά κι έκαναν παρέα. Ο Λεωνής εκτιμούσε πολύ τον Δημητρό και, αν και είχε μάθει ότι ήταν άρρωστος, ξαφνιάστηκε που άκουσε ότι χειροτέρεψε και δεν ειδοποίησαν πρώτη τη Δεσποινού, όπως γινόταν συνήθως.
-Γι' αυτό είναι δυό μέρες που δεν φάνηκε στον καφενέ, είπε και η φωνή του ήταν ήρεμη, γεμάτη όμως θλίψη. Ούτε και η Μυριάνθη ήρθε αυτές τις μέρες να δει τη Δεσποινού.
Κουβέντιασαν για λίγο για τον Δημητρό, μα γρήγορα έπεσε και πάλι σιωπή. Αργούσαν και να τους ειδοποιήσουν και τον Γιώρκο άρχισαν να τον ζώνουν μαύρα φίδια, μήπως ανακάλυψαν ότι η πρόσκληση ήταν ληγμένη και θα τους προκαλούσανπρόβλημα.
Ο Λεωνής ζήτησε τουαλέτα, πού να βρεθεί όμως τέτοιο πράγμα. Τον πήρε ο Βάννας και τον πήγε σε μια άκρη του συρματομπλέγματος. Ένας Άγγλος στρατιώτης, που τους είδε πήγε κάτι να φωνάξει, κατάλαβε όμως κι έστριψε διακριτικά την πλάτη του. Κατούρησε ο Λεωνής πάνω στα τέλια* και ο Βάννας χαμογέλασε με νόημα. «Να, έτσι πρέπει να κατουρούμε στα τέλα τους!» σκέφτηκε κι αναστέναξε, «Τώρα όμως μας γαμάνε αυτοί τα πάτερα», συνέχισε τη σκέψη του, «να δούμε που θα βγάλει αυτή η ιστορία, αν θα μαζέψουν τα κατουρημένα τους και θα ξεκουμπηστούν ή αν δεν αντέξουμε εμείς ως το τέλος και θα τα παρατήσουμε. Ο Θεός να δίνει φώτιση στον Μακάριο, να μην μας κάψει». Δεν ήταν και θεοσεβούμενος όμως τους τελευταίους μήνες ένιωθε μια ανάγκη να επικοινωνεί μετον Θεό και να προσεύχεται, όχι για τον εαυτό του, μα για όλα εκείνα τα παιδιά που αψηφούσαν τον θάνατο και τον προκαλούσαν κυριολεκτικά, που νόμιζαν ότι με μια αυτοσχέδια βόμβα υδροσωλήνα μπορούσαν να νικήσουν τον τόσο καλά οργανωμένο αγγλικό στρατό. Ακόμα κι εκεί, μπροστά στο συρματόπλεγμα, στο ένα λεπτό που περίμενε τον Λεωνή, είπε νοερά μια προσευχή για κείνη τη γυναίκα που σκότωσαν οι Άγγλοι στο Βαρώσι, για τον αγωνιστή που πριν ένα μήνα έπεσε στο Μερσινάκι και γιατον νέο που καταδικάστηκε σε θάνατο και θα τον εκτελούσαν, γιατί η Βασίλσσα αρνήθηκε να του δώσει χάρη.
Επέστρεψαν στους άλλους. Τώρα πια η Βάρβαρου δε συγκρατούσε τα δάκρυα της που έτρεχαν βουβά κι αυλάκωναν τα μάγουλα της ενώ η νύφη της, κρατούσε το χέρι της και ήταν και η ίδια βαριά και δακρυσμένη. Ο Γιώρκος ήταν πια βέβαιος για την επιπλοκή, αφού είχε, ήδη, περάσει πάνω από μισή ώρα κι ακόμα δε φάνηκε κανένας να τους οδηγήσει στο επισκεπτήριο. Άρχισε πια να σχεδιάζει την απολογία και τι θα έλεγε. Ήξερε

* Τέλια: Σύρματα.

από ένστικτο ότι μια λάθος κουβέντα, ίσως να σήμαινε το κελί της φυλακής ενώ αντίθετα αν ήταν προσεκτικός, ίσως να έσωζε την κατάσταση.
Πραγματικά σε λίγο τους φώναξαν όλους. Όχι στο επισκεπτήριο, μα σε ένα γραφείο. Δεν τους είπαν ούτε να καθίσουν μόνο τους κοίταζαν βλοσυρά. Ήταν ένας λοχίας της Αστυνομίας, που καθόταν πίσω από ένα μεγάλο γραφείο από ξύλο πεύκου και ένας μονάστερος Εγγλέζος αξιωματικός. Ο Γιώρκος μελετούσε την κατάσταση. Πήρε το πιο κακόμοιρο του ύφος και φαινόταν έτοιμος να κλάψει. Πόνταρε να κερδίσει τη συμπάθεια του Εγγλέζου αξιωματικού, που δεν φαινόταν και πολύ μεγαλύτερος από τον ίδιο. Και το πέτυχε. Μια ώρα τους είχαν να στέκονται και να τους ανακρίνουν. Οι γυναίκες δεν καταλάβαιναν τίποτα και είχαν τρομοκρατηθεί. Ο Λεωνής ήταν καταστενοχωρημένος και το έδειχνε, δεν επενέβη όμως ούτε στιγμή γιατί ήταν σίγουρος ότι ο Γιώρκος θα ξέμπλεκε τα πράγματα και ίσως μια δική του παρέμβαση να χειροτέρευε την υπόθεση.
-Είναι καθαρή πλαστογραφία, είπε σοβαρά ο λοχίας. Αν σας στείλουμε πιο πάνω, θα πάτε φυλακή. Ποιος από σας το έκανε αυτό; Ρώτησε.
-Εγώ έβαλα τα ονόματα, απάντησε ο Γιώρκος. Αυτό κάνουμε πάντα. Ο πατέρας μου μας στέλλει κενή την πρόσκληση και τα ονόματα τα γράφουμε εμείς.
-Δεν κατάλαβες! παρατήρησε θυμωμένα ο λοχίας. Αυτή είναι παλιά πρόσκληση, που σας έστειλε πριν από μήνες. Δεν ισχύει και το ξέρατε κι όμως την έχετε συμπληρώσει και ήρθατε να μας ξεγελάσετε.
Ο Γιώρκος ήταν αξιοθαύμαστα ετοιμόλογος και απαντούσε στη κάθε ερώτηση και στην κάθε παρατήρηση. Είπε ότι δεν πρόσεξε την ημερομηνία, ότι τη φόρμα του την έφερε ο μικρός, πεντάχρονος αδερφός του, ο Νίκος, που την πήρε από ένα τραπεζάκι όπου η μητέρα του έβαζε όλες τις προσκλήσεις και τα γράμματα που τους έστελλε ο πατέρας τους και φαίνεται ότι πήρε κατά λάθος τη φόρμα εκείνη.
Μια ώρα κράτησε η δοκιμασία. Ο Πώρκος φαινόταν έτοιμος να κλάψει. Αν έκανε τον ηθοποιό, ή έτσι ένιωθε στη πραγματικότητα κανείς, δεν μπορούσε να είναι βέβαιος. Όμως τα κατάφερε. Τελικά τους άφησαν να δουν τον Χαμπή. Όλους, ακόμα και τον Βάννα, που δεν ήταν στη πρόσκληση. Περιποιήθηκαν και το Λεωνή με πολύ σεβασμό, τον οδήγησαν στη δική τους τουαλέτα για να ξαλαφρώσει, του πρόσφεραν κι ένα ποτήρι νερό, που μετά την τόση αγωνία πραγματικά το χρειαζόταν.
Το φεγγάρι ήταν στο τελευταίο τουτέταρτο. Έβγαινε απότο μεσημέρι και το βράδυ μεσουρανούσε φωτίζοντας τα μονοπάτια που χρησιμοποιούσαν όσοι πλανιόνταν έξω τη νύκτα. Ήταν το φεγγάρι της συνομωσίας. Ο Γενάρης έριξε επιτέλους λίγη βροχή, πριν δυο-τρεις μέρες και τα σπαρτά, που είχαν αρχίσει να κιτρινίζουν από τη δίψα και το κρύο, ζωντάνεψαν και οι γεωργοί τους έριξαν και το τελευταίο λίπασμα, έστω και καθυστερημένα. Η βροχή μαλάκωσε τον καιρό και το κρύο έσπασε. Όλα ήταν καταπράσινα και γλυκά.
Αν και η εποχή ήταν καλή, αυτόν τον Γενάρη τα παιδιά δεν βγήκαν το βράδυ να μαζέψουν σαλιγκάρια κάτω από τις ξερολιθιές. Τα σαλιγκάρια έβγαιναν να βοσκήσουν στο πλούσιο χορτάρι τις νύκτες και τα παιδιά άναβαν ένα κομμάτι λάστιχο για να βλέπουν, τα μάζευαν και τα πουλούσαν στο Κτήμα βγάζοντας ένα καλό χαρτζιλ'κι. Φέτος όμως, τα πράγματα δεν ήταν όπως πρώτα. Οι νύκτες ήταν γεμάτες φόβο και συνομωσίες. Τα καφενεία έκλειναν νωρίς, ο κόσμος μαζευόταν στο σπίτι και η οικογένεια έπαιρνε μια νέα, σημαντική υπόσταση.
Ο Χριστάκηςτο είχε αποφασίσει να πάει ξανά στον Καπηρό και να φέρει την απόδειξη ότι είχε πια μεγαλώσει και ότι άξιζε όλη την εμπιστοσύνη που θα έπρεπε να του έχουντα πιο μεγάλα του ξαδέρφια.
Εκείνες τις μέρες βρήκαν κι ένα σκυλάκι στην αυλή τους και το μάζεψαν. Ήρθε από μόνο του ένα βράδυ και κοιμήθηκε στο κρύο σκαλοπάτι της παράγκας. Το μάζεψε ο Χριστάκης πρωί-πρωί, όταν βγήκε να κατουρήσει και το έβαλε στα ζεστά του στρωσίδια να συνέλθει απότο κρύο.
Ήταν ένα πολύ όμορφο σκυλάκι, μπαστάρδικο, μα πολύ χαριτωμένο, ήταν κατάμαυρο με μια άσπρη λουρίδα, που ξεκινούσε από τον λαιμό κι έφτανε μέχρι τη μέση της κοιλιάς του. Το ονόμασαν Αράπη, όπως κι ένα άλλο σκυλί, που είχαν και το δολοφόνησε ο γείτονας μ' ένα πολύ βάναυσο τρόπο. Τον είχε δεί ο Αλέξαντρος πως το σκότωσε και τους το είπε. Το έβαλε σ' ένα σακκί, το κρέμμασε σ' ένα δέντρο με ένα σκοινί και το κτυπούσε με ένα ξύλο με όλη του τη δύναμη. Ούρλιαξε στα πρώτα κτυπήματα το φτωχό ζώο, γρήγορα όμως σταμάτησε και παραδόθηκε στον θάνατο. Ο Αλέξαντρος τους είπε ότι πολλοί χρησιμοποιούσαν αυτή τη μέθοδο για να σκοτώνουν γάτους και σκυλά, ο Αράπης όμως ήταν τόσο ήσυχος και καλός, που δεν του άξιζε τέτοιος θάνατος. Τους πήγε μάλιστα και τους έδειξε τη χαρουπιά όπου κρέμασε το σακκί για να τον σκοτώσει και τον γκρεμό, οτου Τζιυπρή όπου τον πέταξε. Είδαν το σακκί τα παιδιά, όμως δεν το άνοιξαν και ήταν πάρα πολύ λυπημένα για πολλές μέρες.
Έτσι υποδέκτηκαν με ενθουσιασμό το νέο σκυλάκι. Από τότε που ψόφησε η Σπίθα δεν είχαν σκυλί και αυλή χωρίς σκύλο, όπως έλεγε και η γιαγιά, ήταν λειψή. Ο νέος Αράπης ήταν χαδιάρης και ο Χριστάκης τον έβρισκε πολύ συχνά να κοιμάται στο κρεβάτι του, αν και του είχαν φτιάξει ένα πολύ όμορφο χώρο στο αχερωνάρι με παλιά ρούχα και ξερό χόρτο. Ακόμα και η μαμά τον συμπαθούσε πάρα πολύ και δεν θύμωνε όταν τον ανακάλυπτε στο κρεβάτι, να κοιμάται κάτω από το πάπλωμα. Ο Κόκος ανέλαβε να τον εκπαιδεύσει και η ανταπόκριση του ήταν καταπληκτική. Αν και δεν ήταν καθαρόαιμο λαγωνικό, ήταν σίγουρο ότι θα ξετρύπωνε και θα έπιανε πολλούς λαγούς. Αλλά θα ήταν και το φόβητρο των αλεπούδων αν τολμούσαν να επισκεφτούν το κοτέτσι τους, ούτε και κλέφτες θα τολμούσαν να μαζέψουν τίποτα από την αυλή, όταν έλειπαν. Θα ήταν και ένας πολύ καλός φύλακας, έτσι έλεγε ο Κόκος.
Ο Αράπης έγινε το νέο μέλος της οικογένειας. Μερικές μέρες μετά τον Αράπη, παρουσιάστηκε στην αυλή ένας νέος μουσαφίρης. Μια κατάμαυρη γατούλα που εγκαταστάθηκε κι απαιτούσε, με πολύ θράσος, χάδια και προσοχή από τα παιδιά σαν να καταλάβαινε τα φιλόζωα αισθήματα τους. Τα παιδιά χάρηκαν πάρα πολύ και γι' αυτό το γεγονός. Η παλά τους γάτα, η Μαύρη ψόφησε πριν από καιρό, ο Χριστάκης με τη Στέλλα την έθαψαν με πολλές τιμές, μέχρι και σταυρό της έβαλαν στον τάφο! Το καρέ στην αυλή συμπληρώθηκε και τα παιδιά και κυρίως η Στέλλα, ήταν πολύ ευτυχισμένα.
Ο Χριστάκης φάνηκε εκείνες τις μέρες να βρίσκει τη συναισθηματική του ισορροπία. Τα δυό ζωάκια, το ότι στο σχολείο βρήκε τον παλιό καλό του εαυτό, η μητέρα που έμενε πιο πολύ μαζίτους, ίσως ακόμα και ο πατέρας που επέστρεφε νωρίς, δρούσαν πολύ καταλυτικά και τον ηρεμούσαν. Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν ο Καπηρός. Θα μιλούσε στον Νίκο εκείνη τη μέρα και, αν μπορούσε, θα γινόταν ο μάρτυρας του το ίδιο βράδυ, γιατί τη Στέλλα, δεντην εμπιστευόταν πια.
Πλησίαζε το μεσημέρι. Η Στασού δεν είχε ακόμα φύγει για το καφενείο αφού σήμερα πήγε και το άνοιξε πρωί ο Χαμπής, ο οποίος σταμάτησε να πηγαίνει στο Σύμβουλο και είχε δώσει ήδη το βαν και την προκαταβολή έναντι και τώρα περίμενε από μέρα σε μέρα να τον ειδοποιήσουν να παραλάβει το νέο του αυτοκίνητο.
Μαγείρεψε η Στασού, έβαλε και τα μαύρα ρούχα να φουσκώσουν στην αλυσίβα, για να τα πλύνει την επομένη κι ετοιμαζόταν να φύγει για το καφενείο, όταν ήρθε η θεία η Μυριάνθη. Η μάνα της, δεν ήταν σπίτι, είχε πάει, όπως το έκανε δυο-τρεις φορές τη βδομάδα, να πιει τον καφέ της με τη Σοφιανού στον καφενέ του Γιαννή. Ο Γιάννης ήταν γιός της Σοφιανούς και του Αντωνή, αδερφού της Δεσποινούς από άλλο πατέρα. Τόσο η μάνα της Δεσποινούς, η Ττοούλα, όσο και ο πατέρας της, ο Χατζηχαράλαμπος είχαν παντρευτεί δυό φορές και όλα τα αδέρφια, ακόμα και τα ετεροθαλή έκαναν ήταν πολύ δεμένα.
Η θεία η Μυριάνθη είχε μέρες να φανεί, την είχαν όμως συναντήσει όταν πήγαν, η Στασού με τη Δεσποινού, να δούν το
Δημητρό που ήταν πολύ βαριά άρρωστος, ετοιμοθάνατος. Το ότι έφυγε για λίγο από το σπίτι, ήταν καλό σημάδι και σήμαινε ότι ο Δήμητρας την είχε γλιτώσει. Ήταν όμως πολύ καταβεβλημένη, έσερνε κυριολεκτικά τα πόδια της και είχε χάσει πολύ βάρος. Η παχουλή και πάντα γελαστή θεία είχε γίνει φάντασμα του εαυτού της, αλλά ο κόπος της δεν πήγε χαμένος. Ο άντρας της κατάφερε να σηκωθεί από το κρεβάτι και τον άφησε στην λακάδα να τον φροντίζει η μικρή τους η κόρη κι αυτή έφυγε για λίγο να ξεσκάσει και πήγε να επισκεφτεί την αδερφή της, να πιουν ένα καφέ μαζί, να της πει τα βάσανα της. Ζούσαν κι αυτοί σε μια από εκείνες τις αντισεισμικές παράγκες, κι όπως ήταν κτισμένη στον Βορρά ήταν πάντοτε παγωμένη κι αυτό σκότωνε τον Δημητρό που ήταν γέρος, είχε κι αδύνατη κράση.
-Είναι καλά κόρη, είπε μόλις είδε τη Στασού και σαν να μάντεψε την ερώτηση της. Εκεί που τον χάναμε και τον κοινωνήσαμε κιόλας, νεκραναστήθηκε. Έγινε θαύμα, η Παναγία μας βοήθησε. Τουλάχιστον, να ζήσουμε να παντρέψουμε κι αυτή μας τη κόρη και μετά ας μας πάρει ο Θεός, δε θα ζούμε και μετα βουνά.
Πάντα άρεσε στη Στασού η βαθιά πίστη της θείας της και η απλοϊκή φιλοσοφία της για τη ζωή. Χάρηκε που ο θείος ο Δημητρός ήταν καλύτερα, γιατί, όταν πήγαν να τον δούν, ούτε να τους μιλήσει δεν μπόρεσε. Έψησε καφέδες και κάθισαν μπροστά από τη πόρτα της Δεσποινούς, στον ήλο, να τον πιουν, ήταντο μέρος που προτιμούσε πάντα η θειά, έφερε και παξιμάδι και τα είπαν απολαμβάνοντας τον καφέ τους. Είχαν πολλά να πουν, η Στασού συνδεόταν πάρα πολύ με την κόρη της θείας Μυριάνθης, την ξαδέρφη της, την Αυρού και της έλεγε όλα της τα βάσανα κι εκείνη ασφαλώς τα μετέφερε στη μάνα της, που ήταν πάντα ενήμερη και όταν βρίσκονταν την ανέκρινε. Η Στασού, σα να έκανε εξομολόγηση στο πιο έμπιστο της άνθρωπο, δεν έκρυβε τίποτα, και την είχε αποκούμπι.
-Θα μας φέρει βροχή. Ο ήλος καίει, είπε η θεία Μυριάνθη, τελειώνοντας τον καφέ της.
Πραγματικά, στην Ανατολή ταξίδευαν σκόρπια σύννεφα και η Στασού πρόσεξε την προηγούμενη νύκτα ότι κτυπούσε η Βρέξη. Όλα τα σημάδια έδειχναν ότι ερχόταν βροχή.
Ο Χριοτάκης βρήκε στο σχολείο τον ξάδερφο τον Νίκο και του μίλησε για τον Καπηρό. Τον κοίταξε ο Νίκος, σοβαρός στη αρχή, ύστερα γέλασε.
-Παραμύθια, του είπε. Τι θα πάς να κάνεις εκεί; Να αποδείξεις τι; Εσύ δε φοβάσαι τίποτα, ακόμα και μετο Γιαννή τα έβαλες και του χάλασες το ποδήλατο.
Ο Χριοτάκης όμως επέμενε.
-Εσύ έχεις πάει, του απάντησε. Το ίδιο και ο Χρύσανθος, ο Κόκος και ο Κουρούσιης. Όπου να 'ναι θα πάει και ο Αλέξαντρος και ο Χαμποτός κι εγώ, αν δεν πάω, όλοι θα με κοροϊδεύουν. Θέλω να είσαι ο μάρτυρας μου.
Μετα πολλά ο Νίκος δέχτηκε και συμφώνησαν να βρεθούν το βράδι στο αλώνι.
Η μαμά μαγείρεψε κουκιά εκείνη τη μέρα. Ο Χριοτάκης δεν ήταν δύσκολος με το φαγητό, η Στέλλα όμως ήταν πολύ εκλεκτική και πού ν' ακούσει για κουκιά. Κατέβασε το μπουκάλι με τα λουκάνικα, έριξε δυό κομμάτια στο τηγάνι έσπασε και δυό αυγά, που πήρε φρέσκα από το κοτέτσι και κάθισε να τα απολαύσει. Ο Χριστάκης και τα πιο μικρά αγόρια την κοιτούσαν θυμωμένοι. «Αυτο δεν είναι δίκιο», σκέφτηκε ο Χριστάκης, «η Στέλλα να τρώει λουκάνικα, κι εμείς κουκιά και μάλοτα με τρεμυθόλαδο».
Έσφαξαν τη γουρούνια, το θρεφτάρι, τα Φώτα, γιατί όπως το φοβούνταν τα Χριστούγεννα βρισκόταν σε οίστρο. Ο θείος Γιώρκος που τους έσφαζε το χοίρο κάθε χρόνο, έλειπε και ήρθε ο θείος Σωτήρης. Δεν ήταν όμως και τόσο γρήγορος, με το που έμπηξε το μαχαίρι πριν καν προλάβει να κόψει την καρωτίδα, η γουρούνια τους ξέφυγε κι έτρεχε στην αυλή με το μαχαίρι μισομπηγμένο στο λαιμό της. Κι έλα τώρα να ξαναπιάσεις το εξαγριωμένο ζώο. Το θαύμα το έκανε ο Χριοτάκης που από μικρό ζωάκι το είχε μεγαλώσει με πολλά χάδια, παχύ χυλό από κριθαράλευρο και τρυφερά χόρτα. Μετο που το πλησίασε, αυτό δέχτηκε τα χάδια του και στάθηκε να γρυλλίζει φοβισμένο και πονεμένο. Το άρπαξαν, το έριξαν ξανά κάτω και το ακινητοποίησαν. Βοήθησε φυσικά και ο Χριστάκης κρατώντας σφικτά τα πισινά του πόδια. Το έσφαξαν και η Στασού επεξεργάστηκε όλο το κρέας, που θα τους κρατούσε μέχρι το Πάσχα. Έλιωσε το λίπος, έφτιαξε λουκάνικα, πάστωσε τις λούντζες, την καρκαλαμιά και τα πλευρά, έκανε ζαλατίνα, και αλάτισε το λαρδί. Η γουρούνια έβγαλε πάνω από ογδόντα οκκάδες καθαρό κρέας.
Η Στέλλα έτρωγε τώρα λουκάνικα. Ο Χριοτάκης έφαγε τα κουκιά του κι ένιωθε περισσότερο θυμωμένος παρά χορτασμένος. Δεν ήθελε να πει η Στέλλα ότι τη ζήλεψε αν και, ευχαρίστως, θα έβραζε κι εκείνος δυό τρία κομμάτια λουκάνικα, έστω και χωρίς αυγά αφού εκείνη τη μέρα οι κότες μόλς είχαν γεννήσει δύο, εκείνα που πήρε η Στέλλα.
Είχε όμως μια άλλη ιδέα. Σηκώθηκε, έβαλε μια καρέκλα, ανέβηκε κι έκοψε μ' ένα κοφτερό μαχαίρι, ένα καλό κομμάτι από το λαρδί, που κρεμμόταν στο ταβάνι, το καθάρισε από το αλάτι, πετάχτηκε στο περιβόλ κι έφερε δυό τρυφερά φρέσκα κρεμμύδια, τα έκοψε μικρά-μικρά, και τα έριξε όλα μαζί στο τηγάνι. Ήταν ένας μεζές που πολύ άρεσε και στον μπαμπά. Γέμισε η αυλή απότη μυρωδιά του τσιγαρίσματος, ανησύχησε η γιαγιά και έτρεξε να δεί τι γινόταν. Γέλασε όταν βρήκε τα παιδιά να μαγειρεύουν και τα άφησε καθησυχασμένη.
Σε λίγο, όπως προβλέφθηκε άρχισε και η βροχή. Ήταν μια πολύ δυνατή μπόρα συνοδευομένη από βροντές κι αστραπές. Ο θόρυβος που έκανε πάνω στη αμιαντένια σκεπή της παράγκας σκέπαζε κάθε κουβέντα που έκαναν τα παιδιά, που φοβούνταν τις αστραπές και τις βροντές, αυτό όμως δεν τα εμπόδισε να απολαύσουν το γευστικό λαρδί με το κρεμμύδι, κυριολεκτικά μέσα από το τηγάνι.
Ήρθε και το βράδι της δοκιμασίας. Ο Νίκος ήταν εκεί στην ώρα του. Δοκίμασε ξανά, να του αλλάξει ιδέα, ιδιαίτερα τώρα που με την απογευματινή βροχή θα υπήρχαν παντού λάσπες, ήταν και σκοτεινά, τα σύννεφα σκέπαζαν το φεγγάρι και δεν θα έβλεπε που πατούσε. Ο Χριοτάκης όμως ήταν ανένδοτος.
Ξεκίνησε αποφασιστικά, αφήνοντας τον Νίκο στο αλώνι να τρέμει από το κρύο. Πραγματικά η υγρασία από τη βροχή κι ένα ελαφρό αεράκι που ερχόταν από τη δύση έκαναν το κρύο τσουκτερό κι ανυπόφορο. Δεν το άντεξε ο Νίκος κι έφυγε. Στο κάτω κάτω, θα μπορούσε να δει τον ευκάλυπτο και το πρωί.
Ο Χριοτάκης δε μπορούσε να φανταστεί ότι ο Νίκος θα τον πρόδιδε, χειρότερα από τη Στέλλα. Πέρασε τον χαρουπώνα, κατέβηκε από του Τζιυπρή, διάβηκε το δρόμο κι εκεί που δρασκέλιζε μια ξερολθιά γλύστρισε κι έπεσε. Πήγε να σηκωθεί μα ξαναγλύστρισε και κτύπησε με δύναμη τον αγκώνα του σε μια πέτρα. Πόνεσε πάρα πολύ κι όλο του το χέρι μούδιασε. Φοβήθηκε ότι το έσπασε. Σηκώθηκε αργά, κρατώντας το κτυπημένο του χέρι και του ερχόταν να ξεφωνήσει από τον πόνο, μα κατάφερε να συγκρατηθεί. Ήθελε να προσευχηθεί να μην είχε σπάσει το κόκκαλο, μα σκέφτηκε ότι η προσευχή τώρα χρειαζόταν για τα πιο σπουδαία κι όχι για τέτοια μικροπράγματα.
Ευτυχώς ο πόνος έφυγε σταδιακά, το ίδιο και το μούδιασμα, σημάδι ότι τίποτα δεν είχε σπάσει. Κούνησε το χέρι πάνω-κάτω για να βεβαιωθεί ότι ήταν εντάξει. Πονούσε αρκετά, αλλά ο πόνος πέρασε γρήγορα κι αυτός
Ο Χριοτάκης ξεκίνησε ξανά, πιο γρήγορα τώρα, γιατί με το πέσιμο, είχε καθυστερήσει αρκετά. Πέρασε από την άκρη του σπαρμένου, νιώθοντας τα παπούτσια του να γεμίζουν νερό από τα βρεγμένα αγριόχορτα, που έφταναν μέχρι τη μέση του. Φοβόταν κι αφουγκραζόταν το κάθε τι. Πιο πολύ φοβόταν το ίδιο συναπάντημα με τη προηγούμενη φορά, όμως έφτασε στο τοίχο του χωραφιού του Κρούζου, χωρίς να συμβεί τίποτα. Μόνο, ανεβαίνοντας τον ξερότοιχο, κάποιες πέτρες υποχώρησαν με το βάρος του και κύλησαν με θόρυβο. Και ο ίδιος έχασε την ισορροπία του και βρέθηκε φαρδύς πλατύς μέσα στο νερό του μικρού ρυακιού, που είχε ενισχυθεί από τις τελευταίες βροχές.
Σηκώθηκε βρεγμένος και λασπωμένος. Το κρύο του τρυπούσε τα κόκκαλα κι έκανε τα δάκτυλα των χεριών και των ποδιών του να πονούν αφόρητα, δεν υποχώρησε! Ήταν πια πολύ κοντά και ο ευκάλυπτος ήταν εκεί μπροστά του.
Όμως, κατά μια παράξενη συγκυρία, ο Κρούζος είχε κλαδέψει πριν μερικές μέρες τα χαμηλά κλαδιά του ευκαλύπτου και τώρα, όσο κι αν προσπαθούσε ο Χριστάκης, όσο κι αν πηδούσε δεν έφτανε να κόψει ένα κλαδί που θα ήταν μαρτυρία για το ότι έφτασε μέχρι εκεί. Έπρεπε να ανέβει στο δέντρο. Τα κομμένα κλαδιά ήταν στοιβαγμένα λίγο πιο πέρα, όμως σε καμιά περίπτωση δεν θα καταδεχόταν μια εύκολη λύση. Έβγαλε τα παπούτσια και προσπάθησε να ανέβει. Ο κορμός ήταν λείος, όμως με πολλή προσπάθεια κατάφερε να φτάσει τα πρώτα κλαδιά. Κατάφερε να κόψει ένα πολύ μικρό κλαδί και γλίστρησε κάτω.
Ο μικρός δεν πρόλαβε, ούτε να φοβηθεί το σκοτάδι και ξεχνώντας το δυνατό κρύο γιατί, λες και τίποτα δεν ήταν υπέρ του εγχειρήματος του, όταν κατέβηκε δεν έβρισκε τα παπούτσια του και χρειάστηκε να ψάξει μέσα στη λάσπη για να τα βρει, κι όταν τα βρήκε είχε χαθεί το κλωνάρι που είχε κόψει. Έβγαλε ξανά τα παπούτσια και ξανανέβηκε στο δέντρο. Έκοψε ένα νέο κλαδί, πιο μεγάλο αυτή τη φορά. Απογοητευόταν μα δεν υποχωρούσε, πείσμωνε και ξαναδοκίμαζε, όμως δεν προσευχήθηκε αν και συνέχεια σκεφτόταν τον Θεό, τον Πλάστη, όπως τον ανέφερνε η γιαγιά και οταυροκοπιόταν. Αυτός δεν έκανε εύκολα τον Σταυρό του, γιατί, όπως και ο παππούς ο Λεωνής θεωρούσε ότι το σημείο του Σταυρού, όπως και το όνομα του Θεού δεν έπρεπε να τα καταχράται. Στο τέλος τα κατάφερε. Επέστρεψε βιαστικά μα δεν βρήκε τον Νίκο στο αλώνι. Λυπήθηκε μα όχι πολύ. Θα φύλαγε το κλαδί του ευκαλύπτου για να το δει την επομένη. Τώρα είχε μια άλλη δοκιμασία να περάσει.

Άνοιξε την πόρτα της παράγκας και μπήκε. Μόνο μια φορά προηγουμένως είχε μείνει ξανά έξω από το σπίτι, μόνος, τόσο αργά. Όταν ξαναπήγε στον Καπηρό αλλά δεν κατάφερε να φέρει το κλαδί του ευκαλύπτου. Ο πατέρας είχε επιστρέψει και ήταν όλοι εκεί, ακόμα και ο παππούς ο Λεωνής και η γειτόνισσα, η Μαρία, γεμάτοι αγωνία. 0 πατέρας ήταν φοβερά θυμωμένος, τόσο που δεν τον είχε δει ξανά έτσι. Κι αυτός στεκόταν στην πόρτα, βρεγμένος, γεμάτος λάσπες, ξεπαγιασμένος και στο χέριτου κρατούσε το κλαδίτου ευκαλύπτου, τη μαρτυρία.