ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄- Ο ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ

[Άλλα δη θεούς οντε λανθάνειν οϋτε βιάσασθαι δυνατόν.] Πλάτων Πολιτεία, II, 365d, 6-7

Πνιγμένος στις σκέψεις και την ονειροπόληση του, ο Χριστάκης, για περισσότερο από μια ώρα δεν έδωσε πολλή σημασία στο ταξίδι και στον δρόμο αλλά ούτε και στα χωριά που πέρασαν. Είχαν περάσει ήδη τον Λιμνίτη και τον Ποταμό του Κάμπου κι έφταναν στο Ξερό και είχε ξημερώσει για καλά. Δεν είχε νυστάξει, ούτε ένιωθε κουρασμένος, παρόλο που ο δρόμος ήταν στενός και το αυτοκίνητο στη σκασμένη άσφαλτο αναπηδούσε συνέχεια. Άρχισαν να βρίσκουν και αυτοκίνητα που έρχονταν από απέναντι κι αυτό σήμαινε ότι συχνά έπρεπε να μειώνουν την ταχύτητα, να βγαίνουν από το οδόστρωμα και να επανέρχονται σ' αυτό που μόλις χωρούσε ένα αυτοκίνητο. Αυτή η διαδικασία δημιουργούσε δυσφορία κι εκνευρισμό, στους επιβάτες, που πήγαιναν μια μπρος, μια πίσω, αφού δεν υπήρχε άλλος τρόπος να κρατηθούν.
Η Στασού, η Δεσποινού και η Πολυξένη είχαν τα χάλια τους. Ήταν χλωμές και πολύ ταλαιπωρημένες. Δεν έκαναν πια εμετό, όμως το στομάχι τους ήταν φοβερά αναστατωμένο. Βέβαια ο δρόμος γινόταν όλο και πιο ομαλός και σταδιακά θα άρχιζαν να νιώθουν πιο άνετα.
- Το Καραβοστάσι, είπε ο Πολεμίτης, που είχε να μιλήσει από τον Πύργο, όταν είπε εκείνη τη βλακεία, και κατάλαβε ότι η Στασού δεν την ενέκρινε. Στα αριστερά τους ήταν η θάλασσα, φουρτουνιασμένη με μεγάλα κύμματα που κυλούσαν κι έσπαζαν πάνω σε μια μαύρη άμμο, που ανακατευόταν κι έκανε το νερό να φαίνεται θολό και μαύρο σαν μολυσμένο. Μια μεγάλη αποβάθρα ξεκινούσε από ένα στενό μώλο και προχωρούσε βαθιά μέσα στη θάλασσα Τα κύματα την κτυπούσαν και τη στεφάνωναν με κάτασπρους αφρούς.
Ο Πολεμίτης, βλέποντας το ενδιαφέρον του Χριοτάκη, έριξε ταχύτητα και πήγαινε πολύ σιγά. Κι αυτόν τον ενδιέφερε αυτή η περιοχή, γιατί έμοιαζε με τα ξένα λιμάνια, που είχε δεί όταν ήταν στον πόλεμο και οι Εγγλέζοι τους μετάφεραν από τον ένα τόπο στον άλλο, στο Πόρτ-Σάίντ, στην Αλεξάνδρεια, στη Βεγγάζη, στην Ιταλία. Είχε πάρει μέρος σε μάχες και μάχες, και σε μια απόβαση στη Σικελία.
Ο Χριστάκης πραγματικά δεν χόρταινε να βλέπει. Γέμιζε τη σκέψη και τη μνήμη του με όλ' αυτά τα καινούρια που όσο κι αν δεν ήταν διαφορετικά από τις περιγραφές του Νίκου, είχαν τη μαγεία και της δικής του άμεσης επαφής κι εμπειρίας. Δεν είχε ακόμα αρχίσει να διαβάζει ξένα βιβλία και έτσι η φαντασία του δεν είχε ταξιδέψει, δεν είχε πυρακτωθεί από το απρόβλεπτο, το μη αναμενόμενο για τούτο κάθε τι νέο, που ξεπετιόταν μπρος στα μάτια του, είχε μέσα του κάτι μαγικό από την περιοχή της φαντασίας.
- Πρόσεξε τους γερανούς, είπε ο Πολεμίτης. Άκουσα ότι είναι οι πιο μεγάλοι, που έχουμε στην Κύπρο. Τους έχουν φέρει από την Αμερική και χρειάστηκε πολύς κόσμος και μηχανήματα, για να τους στήσουν.
Πραγματικά, στο βάθος της αποβάθρας στέκονταν τέσσερις τεράστιοι γερανοί. Ο Χριοτάκης δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο και αν δεν του έλεγε ο Πολεμίτης δεν θα ήξερε καν το όνομα τους. «Τι να είναι άραγε», σκέφτηκε. Ο Πολεμίτης κατάλαβε τη σκέψη του και προσπάθησε να του εξηγήσει. Και οι γυναίκες δεν ήξεραν τι δουλειά έκαναν αυτά τα πανύψηλα μηχανήματα, που άπλωναν τους βραχίονες τους πάνω από τη θάλασσα.
- Είναι μηχανήματα, που μπορούν να σηκώσουν μεγάλα φορτία, εξήγησε ο Πολεμίτης. Φορτώνουν και ξεφορτώνουν τα πλοία, που φέρνουν βαριά μηχανήματα για τη CMC, την Αμερικάνικη Μεταλλευτική Εταιρεία, που βγάζει το χαλκό. Αυτής της εταιρείας έκαναν τότε τη μεγάλη απεργία κι ακόμα πληρώνουν όσοι πήραν μέρος.
Ο Χριοτάκης πρόσεξε και τα βαγονέττα, που πήγαιναν κι έρχονταν στον αέρα.
-  Κι αυτα που πάνε κι έρχονται, τί είναι; ρώτησε.
-   Ά, αυτά μεταφέρουν το μετάλλευμα και το αδεάζουν κατευθείαν στα πλοία, απάντησε ο Πολεμίτης, ενώ το λιμάνι και οι εγκαταστάσεις του έμεναν πια πίσω.
Είχε κι άλλα να δει ο Χριστάκης, δεν μπορούσαν όμως να σταματήσουν, γιατί έπρεπε στις οκτώ να βρίσκονται στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς, για να δουν το θείο Χαμπή. Πρόλαβε όμως, να δει το πλοίο που είχε αγκυροβολήσει στα ανοικτά και τις μεγάλες μαούνες, που τις τραβούσαν οι βενζίνες κάνοντας το δυνατό, χαρακτηριστικό τους θόρυβο πλάτ-πλάτ-πλάτ. Η φουσκοθαλασσιά δε φαινόταν να τις εμπόδιζε να κάνουν τη δουλειά τους. Το πλοίο ξεφόρτωνε λιπάσματα και πατατόσπορο.
Πέρασαν από τα καταπράσινα περιβόλια της Πεντάγιας και ο Χριστάκης κοίταζε μαγεμένος τον μοναδικό συνδυασμό του πράσινου δίπλα στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας. Η μικρή του καρδιά κτυπούσε δυνατά σε μια συγκίνηση που ποτέ πριν δεν είχε ξανανιώσει. «Αυτή λοιπόν είναι η Κύπρος», σκεφτόταν. «Αυτή είναι η Κύπρος μας, δική μας, ολόδική μας!» Ήταν τόσο δυνατό το συναίσθημα, που τον κυρίευε, που τα μάτια του γέμισαν δάκρυα που κύλησαν στα μάγουλα του και καθόλου δεν τον ένοιαζε αν τον έβλεπαν. Όμως ο καθένας είχε βυθιστεί στις δικές του σκέψεις και κανένας δεντον είδε.
Το ταξί έφευγε γρήγορα πάνω στον στενό και ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Η κίνηση πύκνωνε και το ταξί έπεφτε συχνά πυκνά στην άκρη του δρόμου. Ο Πολεμίτης είχε αφοσιωθεί στο οδήγημα και δεν έλεγε τίποτα, προσπαθώντας να διώξει την έντονη επιθυμία να καπνίσει ένα τσιγάρο. Να καπνίσει πάλι μέσα στο αυτοκίνητο ντρεπόταν μην και του έκανε καμιά παρατήρηση η Στασού, και μάλλον έπρεπε να σταματήσει, αν και τους πίεζε ο χρόνος.
Οι γυναίκες πάλι, τώρα που το στομάχι τους είχε ησυχάσει, καθώς ο δρόμος ήταν πια ομαλός και χωρίς στροφές, μίλησαν για λίγο μεταξύ τους, εντυπωσιασμένες κι αυτές από το γλυκό πράσινο των φορτωμένων καρπό πορτοκαλιών, που τον χρύσωνε ένας λαμπερός ήλιος, που δεν έμοιαζε καθόλου χειμωνιάτικος.
-  Πρέπει να έχουν άφθονο νερό εδώ, παρατήρησε η Δεσποινού.
-  Ναι, είπε και η Πολυξένη και άνοιξε ελαφρά το τζάμι του παραθύρου της. Η δυνατή μυρωδιά του κίτρου έγινε πιο έντονη και γέμισε το εσωτερικό του ταξί. Ένα αίσθημα παραδείσου τους πλημμύρισε όλους και, ασυναίσθητα, γέμισαν τους πνεύμονες τους με απανωτές, βαθιές ανάσες. Η Πεντάγια έμενε πια πίσω.
-  Ποιο χωριό περάσαμε; ρώτησε η Στασού. Ο Πολεμίτης ζωντάνεψε.
-  Ήταν η Πεντάγια, απάντησε. Πραγματικά είναι πολύ όμορφη και πλούσια περιοχή. Έχουν νερά, έχουν θάλασσα, έχουν καλή γη, έχουν και καλές δουλειές στα μεταλλεία και στο νοσοκομείο της CMC. Πλουσιότοπος μετα όλα του! Και κόσμος καλός, ήσυχος και δουλευταράδες. Το ίδιο και τα χωριά που έρχονται, τα Καζιβερά, το Πραοτειό, η Μόρφου. Περιμένετε να δείτετη Μόρφου...!
Πήρε φόρα ο Πολεμίτης και ξεχνούσε το κάπνισμα. Ο Χριστάκης έστησε αυτί και τον άκουε με μεγάλο ενδιαφέρον, τόσο που ξέχασετη συγκίνηση και τα δάκρυα του στέγνωσαν. «Η Πεντάγια, τα Καζιβερά, το Πραοτειό, η Μόρφου!» Σκεφτόταν. «Θα θυμάμαι πάντα αυτά τα όμορφα μέρη και όσα άλλα θα δώ σήμερα. Ο Νίκος είχε δίκιο. Έχουμετηνπιο όμορφη πατρίδα!»
Η Στασού σκεφτόταν συνέχεια τα παιδιά, που τα είχε αφήσει στην ευθύνη της μάναςτης.
- Ανησυχώ για τα μωρά, είπε. Θα τα καταφέρει άραγε η μάνα μου;
-  Μην ανησυχείς, της είπε η Δεσποινού. Η συμπεθερά η Δεσποινού είναι η πιο κουμάντο γυναίκα του χωριού. Θα δεθεί λίγο στο σπίτι, δεν θα πάει ούτε στον Άη Νικόλα της, που πάντα τοντιμά, μα τα μωρά θα είναι σε καλά χέρια!
Η Στασού δεν απάντησε, όμως η ήρεμη φωνή της Δεσποινούς την καθησύχασε. Κι εκείνη είχε αφήσει το παιδάκι της στην αδελφή της τη Ρεβεκκού και ήταν φυσικό να ανησυχεί κι εκείνη λίγο, όσο κι αν δεν το έδειχνε. Η Ρεβεκκού βοηθούσε πραγματικά πάρα πολύ την αδερφή της. Αν και η ίδια σχεδόν νεόνυμφη ακόμα, είχε παντρευτεί τον περασμένο Οκτώβρη, αν και έγκυος, έβρισκε τον χρόνο να στέκεται πάντα δίπλα της και να της ανακουφίζει, όσο της ήταν δυνατό τις αγωνίες και τα πικρά ερωτηματικά από την απουσία του άντρα της και την αδιαφορία των ανθρώπων ακόμα και των συγγενών, μπροστά στο δράμα και την φτώχεια της. Η πιο σημαντική βοήθεια της ήταν που αναλάμβανε το Νίκο, το παιδάκι της για να πηγαίνει δουλειά στο Φασούρι και να βγάζει το φτωχό, έστω μεροκάματο, που της επέτρεπε να ζει με αξιοπρέπεια.
Τα σκεφτόταν όλα η Στασού. «Νίκος, το μωρό της Δεσποινούς, Νικόλας ο αδερφός μου, Νίκος και ο μικρός αδερφός της Πολυξένης. Νικόλας είναι και ο μεγάλος γιος και ο πατέρας του Πολεμίτη. Κάθε σπίτι έχει το Νικόλα του. Έχει το Νίκο του!
-  Να ζήσει ο κάθε Νίκος και ο κάθε Νικόλας! Είπε καθώς θυμήθηκε ότι δεν τους είχε ευχηθεί, «μια μεγάλη παράλειψη», σκέφτηκε, «μα με τόσα να σκεφτούμε σήμερα...! Κι ένας νους, στο κάτω κάτω, πόσα να προλάβει!»
Η ευχή της έφερε χαμόγελο στα χείλια όλων. Ναι, είχαν ξεχάσει τη μέρατ' Άη Νικόλα!
-  Δοξάζω τ' όνομα του! είπε η Πολυξένη κι έκανε το σταυρό
της.
Από τ'αρχαία χρόνια, στο χωριό, όλοι πίστευαν και τιμούσαν τον Άγιο Νικόλαο. Γι' αυτό του είχαν φτιάξει, πριν από χίλια σχεδόν χρόνια, το ξωκκλήσι του, στο πιο όμορφο σημείο, οτ' ανατολικά, στην είσοδο του χωριού, απέναντι απ'τη θάλασσα, που τα λαμπερά απογεύματα ο ήλιος αντανακλούσε μέσα από το θαλασσινό γυαλί κι έστελλε τις ακτίνες του, σαν πύρινες φλόγες, να το σκεπάζουν και να το κάνουν να φαντάζει σαν αιωρούμενο μεταξύ γης και αιθέρα.
Φάνηκαν τα Καζιβερά και γρήγορα έμειναν κι αυτά πίσω τους. Πέρασαν και το Πραοτειό. Ο Πολεμίτης δεν παρέλειπε να τους ενημερώνει. Τώρα πια ήταν κοντά οτου Μόρφου. Το τοπίο συνέχιζε πολύ όμορφο, πράσινο και γλυκό, στα δεξιά τους, στο βάθος, μπορούσαν να βλέπουν, κάθε φορά που περνούσαν περιβόλια χωρίς δέντρα και όπου άνοιγε για λίγο ο ορίζοντας, τα βουνά του Τροόδους. Ο Πολεμίτης εξήγησε κάποια στιγμή ότι κατα κει έπεφταν η Μαραθάσα και η Σολιά. Ο Χριστάκης έστηνε αφτί κι άκουε προσεκτικά.
- Είναι εκεί που κάνουν τον πιο καλό σουτζιούκο, τα χειρομέρια και το δυνατό κρασί, συνέχισε ο Πολεμίτης και για τον Χριστάκη γινόταν ο καλύτερος ξεναγός.
Αλλά και οι γυναίκες παρακολουθούσαν την ξενάγηση και ξεχνούσαν προσωρινά τις έγνοιες τους. Κάποιος οδηγός, προσπερνώντας άτσαλα με το μικρό φορτηγό του, τους έκανε μια άσχημη χειρονομία και ο Πολεμίτης διέκοψε την κουβέντα και πάτησε γκάζι, ενώ μόλις που συγκράτησε μια βρισιά.
- Ξέχασε τον, είπε επιτακτικά η Στασού, που κατάλαβε την πρόθεση του να τον κυνηγήσει. Δεν θα βάζουμε το νού μας με τον κάθετρελό, που βρίσκουμε μπροστά μας.
Ο Πολεμίτης κατάλαβε ότι είχε δίκιο η Στασού. Κανείς, ούτε αυτός δεν ήταν σε θέση να κάνει ζάφτι τον κάθε τρελό που συναπαντούσε. Ξαλάφρωσε το πάτημα του πενταλιού και το αυτοκίνητο πήγαινε ξανά με κανονική ταχύτητα.
«Πλησιάζουμε στη Μόρφου» σκέφτηκε ο Πολεμίτης «Καλά τα πήγαμε μέχρι τώρα. Δεν βρήκαμε ούτε μπλόκκα, ούτε άλλες δυσκολίες. Παναγιά μου, να πάμε έτσι, τουλάχιστον μέχρι τη Χώρα! Στην επιστροφή ας μας σταματήσουν όσες φορές θέλουν!»
Όπως συμβαίνει όμως πάντα, λες και νιώθουμε να πλησιάζει αυτό που απευχόμαστε, μόλις βγήκαν από μια στροφή, λίγο πριν μπουν στη μικρή πόλη, βρέθηκαν σε μια ουρά από οκτώ, δέκα αυτοκίνητα, σταματημένα, να περιμένουν τον έλεγχο που έκαναν δυο Εγγλέζοι στρατιώτες και τρεις Τούρκοι αστυνομικοί. Το στρατιωτικό τους Λαντρόβερ ήταν σταθμευμένο στη μέση του δρόμου κι όποιος τέλειωνε με τον έλεγχο έπρεπε να πέσει κυριολεκτικά στο χαντάκι* για να φύγει. Απέναντι ήταν άλλη ουρά από αυτοκίνητα, ακινητοποιημένα, καθώς ο δρόμος ήταν πολύ στενός και ο έλεγχος των απέναντι υποχρεωτικά ταλαιπωρούσε κι εκείνους που πήγαιναν κι εκείνους που έρχονταν. Πολύ λίγο όμως ένοιαζε τους Εγγλέζους και μάλιστα οι Τούρκοι αστυνομικοί το απολάμβαναν κιόλας.
Ο Πολεμίτης φρενάρισε απότομα. Σίγουρα ήταν εκνευρισμένος.
- Ησύχασε Γιώρκο, του είπε η Στασού, που κατάλαβε τον θυμό του. Πίσω μας είναι αυτοκίνητο της εταιρείας και μόλις το δουνθαλύσουντο μπλόκκο και θα φύγουμε.
Ο Πολεμίτης κοίταξε από το καθρεφτακι του. Πραγματικά πίσω τους ήρθε και σταμάτησε ένα τζίπ της Αμερικάνικης εταιρείας. Στην οροφή του άρχισε ν' αναβοσβήνει ένας κίτρινος φάρος σαν σήμα για τους Εγγλέζους. Όπως σωστά είχε προβλέψει η Στασού, οι Εγγλέζοι, μόλις το αντιλήφθηκαν, τα μάζεψαν, ανέβηκαν στο Λαντρόβερ, έβαλαν μπρος, έστριψαν κι έφυγαν κατά τη Μόρφου, ελευθερώνοντας το δρόμο.
- Καταραμένοι σκατοκερατάδες, τους έβρισε ο Πολεμίτης ενώ ξεκινούσε, να μαζέψετε τα κατουρημένα σας και να ξεκουμπιστείτε από αυτόντοντόπο!
Η Στασού έσκυψε ελαφρά το κεφάλι, κάνοντας ότι δεν άκουσε, μα και τον Πολεμίτη δεντον ένοιαζε και αν είχε ακούσει. «Στο διάβολο οι Εγγλέζοι και όλοι όσοι τους υποστηρίζουν σκεφτόταν, ενώ κατόρθωνε να κουμαντάρει τον θυμό του. Πιο

* Χαντάκι: Αυλάκι.

πολύ μισούσε τους Τούρκους, που έπαιζαν πια ολοφάνερα το παιχνίδι τους. «Οι σκύλοι βρήκαν ευκαιρία να μας κρατούν οι Εγγλέζοι και να μας δέρνουν αυτοί!» συνέχισε να σκέφτεται και τη σκέψη του άρχισε να θολώνει ένα παράξενο μίσος, που δεν το είχε νιώσει, κι όταν ακόμα πολεμούσε στη μάχη τους Γερμανούς.
Ο Χριοτάκης άκουσε τη βρισιά του και τη σημείωσε στη καρδιά του. Δεν προσευχόταν ποτέ του, αν και έκανε επίκληση την Παναγιά σε κάποιες δυσκολίες που συναντούσε. Αυτό βέβαια δεν ήταν προσευχή. Ήξερε ότι, ούτε ο παππούς ο Λεωνής προσευχόταν, τουλάχιστον φανερά, κι όμως πίστευε βαθιά και τιμούσε όλους τους αγίους. Κι αυτός, όπως και ο παππούς έκαναν το σταυρό τους, όχι πολύ συχνά, μα μόνο όταν έπρεπε κι αυτο άξιζε όλες τις προσευχές.
Η βρισιά του Πολεμίτη γέμισε τη σκέψη του παιδιού. Αυτός δε θα έβριζε ποτέ κανένα, όμως ήθελε οι Εγγλέζοι να φύγουν και να έρθει η Ελευθερία και η Ένωση με την Ελλάδα. Δεν μισούσε κανένα. Στην τρυφερή, μικρή καρδιά του δεν χωρούσε μίσος, ποθούσε όμως όλοι οι άνθρωποι να είναι δίκαιοι και να πράττουν δίκαια. Θυμήθηκε που ρώτησε το δάσκαλο του, τον Πασιήσταυρο, όταν τους εξηγούσε το «είς οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης», που είχε πει ο Τρώας Έκτορας στους συμπολεμιστές του. «Κύριε», τον ρώτησε «εμείς είναι τους Αχαιούς, που ήταν Έλληνες, που υποστηρίζουμε, έτσι δεν είναι;» Ήταν τότε στη δευτέρα ταξη και ο δάσκαλος τον κοίταξε για λίγο πριν του απαντήσει και την απάντηση του τη σημείωσε και δεν θα τη ξεχνούσε ποτέ. «Δεν υπάρχει τίποτε πιο αγαπητό από την πατρίδα!», του απάντησε ο Πασιήσταυρος, «και γι' αυτήν αξίζει ακόμα και να πεθαίνουμε! Δεν έχει σημασία ποιος το είπε αυτό. Για τον κάθε άνθρωπο υπάρχει μια πατρίδα, μια ιερή πατρίδα!»
Έμπαιναν πια οτου Μόρφου. Μπροστά σε'κείνο τον παράδεισο, όλοι τους ξέχασαν για λίγο όλες τις σκοτούρες και τα βάσανα τους. Τις βαριές σκέψεις αντικατέστησε μια παράξενη ευφορία σαν προμήνυμα των καλών καιρών που θ' ακολουθούσαν. Ξέχασαν πως πήγαιναν για παρηγοριά εκείνων που ήταν πίσω από τα σίδερα, ξέχασαν ότι και οι ίδιοι περίμεναν την παρήγορη ματιά των ουρανών κι έμειναν ν' αποθαυμάζουν, αυτό που ο Θεός και οι άνθρωποι, έφτιαξαν σ' εκείνη τη μαγική γωνιά της γης. Όλοι τους, κοίταζαν αχόρταγα, ο Χριοτάκης θαύμαζε και πίστεψε, για μια στιγμή, ότι όλα αυτά που έβλεπε ήταν τόσο μοναδικά, που δεν θα χρειαζόταν να δει τίποτα άλλο γιατί πίστευε ότι δεν υπήρχε πουθενά αλλού τόση ομορφιά, φτιαγμένη σωστή ευλογία για όλους τους ανθρώπους.
Όλη η μικρή πόλη ήταν ένας κήπος με πορτοκαλιές και λεμονόδεντρα, φορτωμένα με ώριμα φρούτα. Μερικά, ο Χριστάκης δεν τα είχε ξαναδεί και ο Πολεμίτης το μάντευε και του εξηγούσε. Παλιά όταν ο πατέρας έκανε, μαζί με τον παππού τον Κώστα, εμπόριο φθαρτών, ερχόταν και στου Μόρφου και ο Χριστάκης θυμόταν ότι, όταν επέστρεφε με το αυτοκίνητο φορτωμένο πορτοκάλια η μητέρα διάλεγε τα πιο ωραία από το αυτοκίνητο κι έλεγε «αυτά είναι από του Μόρφου!» Ο πατέρας έφευγε από την αυγή για να φορτώσει πορτοκάλια στη Μόρφου κι επέστρεφε σχεδόν τα μεσάνυκτα, μαζί του έπαιρνε συνήθως και το θείο το Γιώρκο, τον κουνιάδο του, που τότε ήταν ελεύθερος, για συντροφιά, αλλά και για να τον βοηθά. Δυστυχώς, δεν ήξερε να οδηγά, γιατί τότεη βοήθεια του θα ήταν ακόμα πιο σημαντική στο ταξίδι, που κρατούσε τόσες πολλές ώρες.
Ο Χριοτάκης θαύμαζε τους δρόμους της μικρής πόλης, που ήταν στενοί, γεμάτοι κόσμο, αυτοκίνητα και πολλά ζώα, γαϊδούρια, βόδια και πρόβατα. Στους δρόμους κυκλοφορούσαν και πολλοί άνθρωποι, άντρες, γυναίκες, παιδιά και όλοι κινούνταν με ταχύτητα και τάξη και κανείς δεν εμπόδιζε κανένα. Εντύπωση του έκαναν οι άνθρωποι, που χαιρετούσαν ο ένας τον άλλο με ελαφρύ κούνημα του κεφαλιού τους ή μισοσηκώνοντας το χέρι, όποιο ήταν ελεύθερο, γιατί οι περισσότεροι κρατούσαν ένα καλάθι, ένα ζεμπύλι ή ένα εργαλείο.
Εντύπωση έκανε στον Χριστάκη, που οι πιο πολλές γυναίκες δεν φορούσαν μαντήλα και πολύ λίγοι άντρες ήταν με τη βράκα. Στο χωριό όλοι οι ηλικιωμένοι άντρες, εκτός από τους δασκάλους, φορούσαν βράκα, ακόμα και οι δυό παπάδες. Εδώ οι βρακάδες ήταν τόσο σπάνιοι που δεν θα είδε πάνω από τρείς-τέσσερις. Το ταξί προχωρούσε αργά κι έτσι είχαν την ευκαιρία να βλέπουν και να ακούουν τον κόσμο, αλλά και τις κουβέντες τους ακόμα και τα γέλα των παιδιών. Ξεχώριζαν τον ήχο της μηχανής του κάθε αυτοκινήτου και κάπου-κάπου την κραυγή κάποιου ζώου.
Όλα τα σπίτια ήταν χαμηλά και το καθένα ξεχωριστά από το άλλο με τη δική του καταπράσινη αυλή. Εντύπωση έκαναν η καθαριότητα και η τάξη, πουθενά όμως δεν είδαν έστω και μια γυναίκα με τη σκούπα στο χέρι. Οι στέγες των σπιτιών δεν ήταν από χώμα, όπως στο χωριό, ούτε από αμίαντο, όπως ήταν οι δικές τους αντισεισμικές παράγκες. Εδώ οι στέγες ήταν από χωλετρωτό κεραμίδι, που είχε το χρώμα της γης ή από τσιμεντένια ταράτσα. Κι όπως τα σπίτια ήταν σε σειρές έκαναν πιο δυνατή και πιο εντυπωσιακή την εικόνα της τάξης και της πειθαρχίας.
-   Στ' αριστερά είναι η αγορά, είπε ο Πολεμίτης και πίεσε ελαφρά το γκάζι αυξάνοντας λίγο την ταχύτητα του αυτοκινήτου, καθώς η κίνηση άρχισε ν' αραιώνει.
Ο Χριστάκης όμως δεν μπόρεσε να δει τίποτα αν και κοίταξε προσεκτικά. Το αυτοκίνητο τους ανέπτυξε πιο πολλή ταχύτητα κι άφηνε πια πίσω του τη Μόρφου και, αν και όλα ήρθαν βολικά στο ταξίδι τους, δενείχανπολύ καιρό για χάσιμο.
Τώρα το χώμα, όσο φαινόταν, γιατί η γη ήταν καλλιεργημένη και υπήρχαν ακόμα περιβόλια με πορτοκαλιές, ήταν κόκκινο σαν το αίμα και δεν ήταν δύσκολο να μαντέψει κανείς πόσο εύφορο ήταν. Όπου ο Πολεμίτης έβρισκε ευκαιρία πατούσε το γκάζι κι έπιανε μέχρι κι εξήντα μίλια. Οι γυναίκες ανησυχούσαν λίγο με τέτοια ταχύτητα, δεν έλεγαν όμως τίποτα, γιατί καταλάβαιναν ότι ο χρόνος έφευγε ακόμα πιο γρήγορα. Κάποια στιγμή η Πολυξένη κοίταξε το μικρό ρολόι της, δώρο του αραβωνιαοτικούτης, του Ανάσταση.
-       Είναι εφτάμισι, είπε, προλαβαίνουμε αν δεν βρούμε πολλή κίνηση.
- Και δεν πέσουμε και σε κανένα μπλόκκο των καταραμένων των Εγγλέζων, συμπλήρωσε ο Πολεμίτης.
Τον Χριοτάκη δεν τον ένοιαζε η ώρα, ούτε αν θα τους καθυστερούσε η κίνηση ή τα μπλόκκα των Εγγλέζων. Η ταχύτητα που έπιανε το ταξί τον γοήτευε και το κενό που του δημιουργούσαν στο στομάχι κάποιες ξαφνικές βυθίσεις σε βαθουλώματα πάνω στην άσφαλτο, τον ενθουσίαζαν. Ήταν αυτές κάποιες πρωτόγνωρες εμπειρίες για το μικρό αγόρι, στην πρώτη μακρινή έξοδο από το σπίτι του. Ταυτόχρονα όμως θαύμαζε και το υπέροχο σκηνικό, που ξετυλιγόταν γύρω του. Ένιωθε σα να βρισκόταν σ' ένα ακίνητο σημείο και μπροστά του στριφογύριζε ένας τεράστιος δίσκος φορτωμένος πανέμορφες εικόνες, που εναλλάσσονταν συνεχώς, χωρίς τελειωμό! Τα ψηλά βουνά στα δεξιά, φορτωμένα με δάση αλλά και τα βουνά στ'αριοτέρα, που ξεκαθάριζαν κόβοντας τον ορίζοντα, με ένα μελανί, εντυπωσιακό χρώμα, τον πλημμύριζαν μ'ένα παράξενο δέος και του έφερναν την επιθυμία ν' απλώσει το χέρι και να τα αγγίξει!
Του έκαναν εντύπωση, όμως και τα πολλά αυτοκίνητα που έβρισκαν στο δρόμο τους, λεωφορεία γεμάτα κόσμο, φορτηγά μεγάλα και μικρά, με παράξενες, ψηλές μουσούδες, βαν και τζίπ, μικρά ιδιωτικά αυτοκίνητα, το καθένα διαφορετικό από το άλλο, με χίλια χρώματα, άλλα καθαρά και γυαλιστερά, άλλα σκονισμένα και λασπωμένα, και μέσα άνθρωποι να οδηγούν, να είναι συνοδηγοί και επιβάτες. Ήταν όμως και πολλά άλλα τροχοφόρα που εντυπωσίασαν το μικρό αγόρι, τρακτέρ, ελκυστήρες, ένας εκσκαφέας, με τη χούφτα του ψηλά, μοτοσυκλέττες κάθε είδους και ποδήλατα, που πήγαιναν στη χωματένια άκρη του δρόμου.
Εκτός από όλα εκείνα τα τροχοφόρα, ο Χριστάκης έβλεπε και πολλά ζώα να περπατούν σε μονοπάτια, χαραγμένα κοντά στο δρόμο, γαϊδούρια, κάθε μεγέθους και λίγα άλογα, που ξεχώριζαν με την περηφάνια τους και το κάθε ζώο να έχει την ανάλογη σκεύη, στρατούρια, σάγματα, συρίζες, κατσούνες, σέλλες. Τα πιο πολλά ήταν φορτωμένα, άλλα είχαν αναβάτη και άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, τ' ακολουθούσαν μετα πόδια.
-  Όλοι πηγαίνουν στη δουλειά τους, άλλοι κοντά, μετα ζώα, άλλοι, οι πιο πολλοί, πηγαίνουν στην πόλη μετα αυτοκίνητα, είπε ο Πολεμίτης και για μια στιγμή άφησε το τιμόνι κι έδειξε και μετα δυό χέρια απλωμένα τον πλούσιο, καματερό κάμπο, που έμοιαζε να περικλείεται μεταξύ των δυό βουνοσειρών. Έπιασε ξανά το τιμόνι και συνέχισε, νιώθοντας ότι ο Χριοτάκης τον παρακολουθούσε μ' ενδιαφέρον, «Εδώ, όλα είναι πλούσια. Χρειάζεται μόνο όρεξη για δουλειά. Εδώ, ο Θεός είναι Μορφίτης και Ζωδιάτης όμως, μη νομίσεις ότι τους χαρίζει τίποτα, αν οι ίδιοι δεν δουλέψουν σκληρά.
Ο Χριστάκης δεν ήταν σίγουρος ότι κατάλαβε τι εννοούσε όταν έλεγε ότι ο Θεός ήταν Μορφίτης και Ζωδιάτης. Ένας Θεός υπήρχε, στο κάτω-κάτω και αυτός ήταν για όλους τους ανθρώπους! Εκείνο που κατάλαβε, όμως, χωρίς αμφιβολία ήταν ότι εδώ υπήρχε δουλειά για όλους, και ο καθένας έβγαζε με άνεση το ψωμί του. Η ξενάγηση του Πολεμίτη ήταν άψογη. Όχι μόνο ο Χριστάκης μα και η Στασού, η Δεσποινού και, πιο πολύ η Πολυξένη, όσο κι αν ήταν απορροφημένες σε χίλιες σκέψεις, άκουαν τι έλεγε ο οδηγός τους χωρίς να κάνουν ερωτήσεις, αφού οι εξηγήσεις που έδινε και γενικά οι κουβέντες του ήταν καλοδεχούμενες.
-  Αυτή είναι η Ζώδια, μίλησε ξανά ο Πολεμίτης κι έδειξε με το χέρι το χωριό που συναπαντούσαν, η Πάνω και η Κάτω. Εδώ έχουν πορτοκαλιές, μα πιο πολύ καλλιεργούντα ονομαστά τους καρπούζια. Κοίταξε από το καθρεφτάκι του οδηγού τη Στασού, «Από εδώ φορτώνει καρπούζια, ο Χαμπής και ταΐζει όλη τη Πάφο,» συνέχισε, ξέροντας όμως ότι είπε μια υπερβολή, γιατί και η Πάφος έβγαζε αρκετά και καλά καρπούζια.
Άφησαν πίσω τους τη Ζώδια, πέρασαντον Αστρομερίτη, την Περιστερώνα και το Ακάκι. Ο Πολεμίτης συνέχιζε να αναφέρει το κάθε χωριό και να κάνει σχόλια. Μπροστά τους φάνηκε η Κοκκινοτριμιθιά. Όνομα και πράμα εκείνος ο τόπος, κατακόκκινη, εύφορη γη, καλλιεργημένη μέχρι την τελευταία σπιθαμή.
Έστριψαν στ' αριστερά, μπήκαν σ' ένα πιο στενό δρόμο, διέσχισαν το κέντρο του χωριού με μειωμένη ταχύτητα και ξαφνικά, πέρα από τα τελευταία σπίτια πάνω σε μια απέραντη καφκάλλα, γεμάτη αγκάθινους θάμνους, φάνηκαν οι ψηλοί, σιδερένιοι πυλώνες και το συρματοπλεγμάτων κρατητηρίων.
Όλοι σιώπησαν. Η σιγή τους ήταν νεκρική. Το συρματόπλεγμα το αντιλαμβάνεται ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Πάτους πολλούς είναι μια απάντηση της οργανωμένης κοινωνίας στο ντάίλίκκι κάποιων αργόμισθων επαναστατών, για άλλους είναι μια ελαφριά τιμωρία γι' εκείνους που απειλούν την έννομη ταξη, όμως άλλοι, το θεωρούν σαν την επιδιωκόμενη ευκαιρία.
Τα πράγματα είναι ασφαλώς πολύ διαφορετικά για εκείνους που το συρματόπλεγμα είναι ο ανυπέρβλητος φραγμός προς το απέραντο γαλάζιο της Ελευθερίας. Καμιά λεύτερη ψυχή δεντο αντέχει. Αυτό είναι το νόημα και το πνεύμα της σκλαβιάς, είναι η τρομακτική υλοποίηση της κακάσχημης ψυχής εκείνων που είναι γεννημένοι να καταδυναστεύουν άλλους ανθρώπους και τους απαγορεύουν ακόμα και να φωνάξουν τη λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
Οι πέντε άνθρωποι, μέσα στο ταξί, που ήρθε από την άλλη άκρη της μικρής γης, έκαναν ένα προσκύνημα σ' ένα κολαοτήριο των δικών τους ανθρώπων, που είχαν τολμήσει να ψελλίσουν αυτή την πανώρια λέξη.
Τα μάτια του Πολεμίτη έλαμπαν μ' ένα σκληρό μίσος. Πα ποιους όμως, δεν ήταν ούτε ο ίδιος σίγουρος. Πα τους Εγγλέζους ίσως, ή μήπως ήταν για τη στάση τους απέναντι στο αίτημα για Ένωση με την Ελλάδα; Ίσως να ήταν μια έκφραση φθόνου για εκείνους που αγωνίζονταν, ενώ αυτόν δεν τον είχαν προσκαλέσει.
Ο Χριστάκης είχε παγώσει τα αισθήματα του και κατά ένα παράξενο τρόπο δεν ένιωθε την ανάγκη να κλάψει ή να εξωτερικεύσει οποιαδήποτε αισθήματα. Η καρδιά του, εκείνη τη μια στιγμή, μπροστά στο συρματόπλεγμα, κολυμπούσε σ' ένα πέλαγο προσμονής ότι το πιο καλό, ότι πιο όμορφο ήταν κοντά, ερχόταν να τους ανταμώσει και κανένα εμπόδιο δεν ήταν αρκετό να το συγκρατήσει πια.
Οι τρεις γυναίκες κοίταζαν, και στο πρόσωπο τους σχηματίστηκε πόνος και αγωνία. Τα μάτια τους είχαν βουρκώσει, όμως δεν θ' άφηναν δάκρυα να κυλήσουν, έσφιξαν τα δόντια, και την καρδιά τους. Εδώ, κατέθεταν όρκο πίστης, έδιναν όρκο υπομονής και αυταπάρνησης. Καταλάβαιναν και δεν θα βαρυγκομούσαν που ο άντρας, ο πατέρας, ο αδελφός διάλεξαν αυτόντον δρόμο!
Ένας ψηλός αστυνομικός στεκόταν μπροστά τους και τους έγνεψε να σταματήσουν. Σταμάτησε ο Πολεμίτης και τράβηξε το χειρόφρενο, άνοιξε την πόρτα και κατέβηκε, χωρίς να σβήσει τη μηχανή.
- Επίσκεψη, είπε μονολεκτικά.
Ο αστυνομικός του είπε να κατεβάσει τους επιβάτες και να σταθμεύσει, δείχνοντας του τον ανοικτό χώρο, λίγο πιο πέρα από την είσοδο του στρατοπέδου συγκέντρωσης. Οι τρεις γυναίκες και ο Χριοτάκης κατέβηκαν και πήραν από το πορτ μπαγκάζ κάποια πραγματάκια που έφεραν για τον Χαμπή. Ο Πολεμίτης ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο και το οδήγησε στον άδειο χώρο, όπου στο στάθμευσε και σ' ένα λεπτό ήταν πίσω μαζίτους.
Ο αστυνομικός έμεινε κοντά τους και περίμενε να τους οδηγήσει μέσα στα κρατητήρια. Μόλις επέστρεψε και ο Πολεμίτης τους ρώτησε αν είχαν τις ταυτότητες τους μαζίτους. Όταν του απάντησαν καταφατικά, τους είπε να τον ακολουθήσουν. Φαινόταν καλός άνθρωπος και έδειχνε προθυμία να τους βοηθήσει.
Έφτασαν στην είσοδο, που ήταν μια τεράστια πόρτα από σωλήνες γαλβάνιζε των δύο ιντζών και πλεκτό σύρμα, ενισχυμένο με αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Δυο Εγγλέζοι στρατιώτες, οπλισμένοι με αυτόματα στέρλιγκ στέκονταν ένας σε κάθε πλευρό της πόρτας. Ο ένας ήταν λοχίας, με σκληρά χαρακτηριστικά και πυκνό, λεβέντικο μουστάκι, ο άλλος όμως, ήταν πολύ νέος και φαινόταν να είναι έξω από τα νερά του. Όμως είχε το κουράγιο να φλερτάρει την Πολυξένη, που το κατάλαβε κι έγινε ολοκόκκινη. Και η Στασού το κατάλαβε και του έριξε μια θυμωμένη ματιά. Ο νεαρός Άγγλος στρατιώτης ένιωσε το θυμό της κι έγινε κι εκείνος ολοκόκκινος.
Είπε κάποιες κουβέντες στα Εγγλέζικα ο αστυνομικός και ο λοχίας έγνεψε στον στρατιώτη να ανοίξει τη πόρτα. Πολύ πρόθυμα εκείνος, για να ξεφύγει προφανώς και από την αμηχανία που ένιωσε από το άγριο βλέμμα της Στασούς, άνοιξε τη βαριά πόρτα, που σύρθηκε τρίζοντας πάνω στους δυνατούς μεντεσέδεςτης.
Η πόρτα άνοιξε ένα μέτρο, όσο-όσο για να τους χωρέσει να μπουν μέσα στον κλειστό χώρο των κρατητηρίων. Την ένιωσαν να κλείνει πίσω τους, γι' αυτούς βέβαια θα άνοιγε ξανά, σε λίγο, για να φύγουν, όχι όμως και για τις εκατοντάδες των κρατούμενων, που ήταν εκεί περιορισμένοι, χωρίς να περιμένουν δίκη και χωρίς να ξέρουν πότε θα τους άφηναν.
Ο αστυνομικός πήρετιςταυτότητέςτους και τα στοιχεία του κρατούμενου που ήθελαν να δουν, τους είπε να περιμένουν λίγο και πήγε να κάνει τις διευθετήσεις. Στάθηκαν εκεί και περίμεναν. Η μέρα ήταν καλή και ηλιόλουστη, όμως φυσούσε ένα παγωμένο βοριαδάκι που τους θύμισε ότι ήταν χειμώνας.
-  Χιόνισε η Καραμανιά, είπε ο Πολεμίτης κοιτάζοντας πέρα κατά το βοριά, πέρα από τον Πενταδάκτυλο, που κατέβαινε κι έσβηνε στα δυτικά. Εκεί ανοιγόταν μια έκταση χωρίς βουνά, και λίγο πιο πέρα ξεκινούσε το Τρόοδος, που άρχιζε από τη μια άκρη του ορίζοντα κι έφτανε μέχρι την άλλη χωρίς να φαίνεται που τελείωνε.
-  Φαντάζομαι τι κρύο τραβάνε μέσα στις τσίγγινες παράγκες, μίλησε ξανά ο Πολεμίτης, κυρίως τις νύκτες το κρύο θα είναι αφόρητο, και το Καλοκαίρι θα είναι ακόμα χειρότερα1 Θα πνίγονται από τη ζέστη.
Έπιασε τις γυναίκες η κουβέντα του Πολεμίτη. «Ούτε να το έκανε επίτηδες!», σκέφτηκε η Στασού, κοιτάζοντας τον άγρια, «Και από το κρύο και τη ζέστη θα υποφέρουν, μα πιο πολύ από τους ανθρώπους. Γιατί δεν μπήκαν έτσι τυχαία τόσοι άνθρωποι στα κρατητήρια και στις φυλακές, κάποιοιτους πρόδωσαν...!»
Στέκονταν κοντά στην πόρτα της εξόδου και περίμεναν. Μπροστά τους ήταν ένας περιορισμένος χώρος, καθαρισμένος και στρωμένος με λίγα ψιλά χαλίκια. Από εκεί ξεκινούσαν σειρές από τσίγγινες παράγκες των οποίων οι τσίγκοι ξεκινούσαν από τη γή, στεραιωμένοι πάνω σε μια τσιμεντένια βάση, κύρτωναν στην οροφή και κατέληγαν πάλι κάτω από την άλλη πλευρά της βάσης. Ήταν μεγάλες παράγκες, με μια μόνη πόρτα μπροστά και μερικά μικρά παράθυρα στις πλευρές κι αυτά, όμως, καλυμμένα με δυνατό, μεταλλικό σύρμα.
Ο Χριστάκης μπορούσε να δει τέσσερις σειρές παράγκες, όμως σίγουρα θα ήταν πιο πολλές. Γύρω-γύρω, όλος ο χώρος περικλειόταν από συρματόπλεγμα. Ήταν τοποθετημένο πάνω σε πανύψηλους πυλώνες πιασμένους με μπετόν. Στη βάση, όπως και στην κορυφή, το συρματόπλεγμα ήταν αγκαθωτό και τοποθετημένο σε πυκνές σπείρες και τίποτα δεν μπορούσε να το διαπεράσει και να ξεφύγει, εκτός κι αν είχε φτερά!
Ο Χριστάκης πρόσεξε ιδιαίτερα τις σκοπιές που ήταν πυκνές και σε κάθε μια βρίσκονταν δυό οπλισμένοι στρατιώτες. Οι στρατιώτες φορούσαν καφέ μπερέ και φαίνονταν πολύ πιο έμπειροι και σκληροί από εκείνο το οτρατιωτάκο στην πύλη. Σίγουρα αυτοί δεν αστειεύονταν καθόλου.
Επέστρεψε σε λίγο ο αστυνομικός και ήταν πολύ σοβαρός.
- Είσαστε πάρα πολλοί, είπε, ο κομάντερ λέει ότι δεν μπορείτε να μπείτε όλοι.
- Μα ήρθαμε από τόσο μακριά...! είπε η Στασού και η φωνή της ήταν θυμωμένη, μα ο τόνος της παρακλητικός.
Την κοίταζε ο αστυνομικός με αμηχανία. Σίγουρα θα ευχόταν να ήταν αυτός ο υπεύθυνος και τότε δεν θα τους έφερνε καμιά δυσκολία, μα έλα να πείσεις ένα ξεροκέφαλο Εγγλέζο...
Ο Πολεμίτης παρακολουθούσε και προσπαθούσε να καταλάβει ποιο ήταν το πρόβλημα. Στο κάτω-κάτω κρατητήρια ήταν, μόνο στις φυλακές δικαιολογούνται τέτοια μέτρα. «Άκου, είναι πολλοί», σκέφτηκε. «Πέντε άτομα είναι πολλοί;». Κοίταξε μια τον αστυνομικό και μια τους άλλους. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι εκείνος περίσσευε.
-  Εντάξει, είπε, αν μείνω εγώ έξω οι άλλοι μπορούν να μπουν;
Τον κοίταξε ο αστυνομικός και φαινόταν πραγματικά στεναχωρημένος.
- Ο κομάντερ είπε ότι μόνο τρεις μπορούν να περάσουν, είπε χαμηλόφωνα, λες και ντρεπόταν, κι ένιωθε την ενοχή δική του.
- Τρεις! Αν είναι τρεις, τρεις θα μπουν, είπε η Δεσποινού και η φωνή της έτρεμε από θυμό. Να πάει η Πολυξένη με τη Στασού και τον Χριστάκη. Εμείς δενήταντυχερό να δούμε το Χαμπή, θα τον δούμε λεύτερο!
Έτσι διευθετήθηκε το θέμα. Ο αστυνομικός τους είπε να περιμένουν να τους φωνάξουν κι έφυγε από την έξοδο, που τη μισάνοιξε ξανά ο νεαρός φρουρός. Τον είδαν να φεύγει στο βάθος, σκυφτός. Ούτε ένα ευχαριστώ δεν του είπαν κι όμως τους είχε βοηθήσει.
Δεν περίμεναν πολλή ώρα και τους φώναξαν με τα ονόματα τους. Τη Στασού και τη Πολυξένη. Τον Χριστάκη δεν τον φώναξαν γιατί ήταν μικρός και δεν είχε ταυτότητα και καθώς η ταυτότητα ήταν υποχρεωτική στα δώδεκα, θα ακολουθούσε τη μητέρατου.
Πέρασαν μέσα σε μια μακρόστενη παράγκα από μια ορθάνοικτη διπλή πόρτα και μπήκαν σ' ένα δωμάτιο, που χωριζόταν στη μέση με έναν ψηλό πάγκο. Πίσω από τον πάγκο στέκονταν καμιά δεκαριά άντρες, ο ένας ήταν παπάς και δέχονταν την επίσκεψη των δικών τους, που ήταν μπροστά από τον πάγκο και με δύσκολα τα χέρια τους έφταναν να κάνουν χειραψία. Στον κάθε κρατούμενο ήταν τρεις επισκέπτες, συνήθως σύζυγοι με τα παιδιά τους ή με τους γέροντες γονείς του κρατούμενου. Οι κρατούμενοι ήταν νέοι από εικοσιπέντε μέχρι τρανταπέντε. Πέντε-έξι αστυνομικοί στέκονταν στην άκρη και παρακολουθούσαν. Όλη η αίθουσα γέμιζε από κουβέντες, στερεότυπες, που δεν μπορούσαν όμως να κρύψουν την οργη στα μάτια όλων, ακόμα και των μικρών παιδιών.
-   Εδώ κάτω, στο βάθος, Στασού, Πολυξένη... φώναξε ο θείος Χαμπής.
Στεκόταν πίσω από τον πάγκο, στο τέλος της παράγκας. Φορούσε ένα λεπτό πουλόβερ και χοντρό, μάλλινο πουκάμισο από κάτω, με ανοικτό γιακά. Ήταν ο ίδιος θείος που ήξερε πάντα ο Χριστάκης, πιο λεπτός αλλά χαμογελαστός. Σπάνια χαμογελούσε, αλλά τώρα ήταν η ώρα για ένα χαμόγελο, βλέποντας μετά από μήνες τη μοναχοκόρη του, τη μοναδική του αδερφή, και τον Χριστάκη.
Έτρεξαν και οι τρεις κοντά του, μα ο πάγκος τους χώριζε. Όσο κι αν ήθελε να σφίξει την κόρη του στην αγκαλιά του, αυτό δεν ήταν δυνατό.
-  Δώστε μου το Χριοτάκη, είπε κι άπλωσε τα χέρια του.
Τον σήκωσε η Στασού πάνω στον ψηλό πάγκο κι αυτός τον άρπαξε στην αγκαλιά του και δεν χόρταινε να τον φιλά. Γέμισαν δάκρυα τα μάτια και της Στασούς και της Πολυξένης. Και οι δυο καταλάβαιναν ότι ο Χαμπής, στον Χριστάκη, ήταν τη κόρη του, που δεν έφτανε, που αγκάλιαζε. Ουδέποτε ήταν διαχυτικός και το ήξερε αυτό η Πολυξένη, όμως τώρα τα πράματα ήταν διαφορετικά, όσους φίλους κι αν έκανε στα κρατητήρια δεν ήταν δυνατό να αντικαταστήσουν την οικογένεια του, που του έλειπε φοβερά.
Ένας αστυνομικός κινήθηκε προς το μέρος τους και κατάλαβαν ότι ήταν καιρός να κατέβει ο Χριστάκης από τον πάγκο. Τον πήρε η Στασού από τη μέση και τον κατέβασε. Ο Χριστάκης είδε τα δάκρυα να ξεχειλούν στα μάτια της και κατάλαβε. Γύρισε προς τον θείο του και κοίταξε το λεπτό λεβέντικο μουστάκι του και τον καμάρωσε. Ήταν η πρώτη φορά που τον φιλούσε και αυτο τον σάστισε λιγάκι. Ο θείος ήταν λγάκι κοντός, σαν τη γιαγιά τη Δεσποινού, ήταν όμως άτρομος, αποφασιστικός, λεβέντης. Κανένα δεν είχε φοβηθεί στη ζωή του. Ο Χριστάκηςτο ήξερε αυτό.
-       Θείε Χαμπή, είπε ξαφνικά το αγόρι, η γιαγιά η Δεσποινού και ο παππούς ο Λεωνής είπαν να σου φέρουμε χαιρετίσματα. Οι ίδιοι δεν μπορούν να κάνουν τόσο μακρινό ταξίδι και να έρθουν να σας δουν, εσένα και το θείο Κώστα. Ο παππούς είναι λίγο άρωοτος και είπε να ζητήσετε εσείς να σας πάνε να τους δείτε. Θέλουντόσο πολύ να σας δουν!
Τα είπε όλα μονορούφι και τους ξάφνιασε. Το κλίμα άλλαξε, ο Χαμπής έγινε πολύ ανήσυχος με τα νέα για τον πατέρα του. Η Στασού του εξήγησε ότι ο πατέρας τους είχε προστάτη και ο γιατρός του είπε ότι ίσως χρειαστεί να χειρουργηθεί. Δεν θα ανέφερε τίποτα, μα μετά τα λόγια του Χριοτάκη έπρεπε να τα εξηγήσει όλα, κάτι που δεν της άρεσε. Αρκετή στεναχώρια είχαν πίσω από τα κάγκελα τ' αδέρφια της, δεν χρειάζονταν κι άλλη. Από την άλλη βέβαια, σε τέτοια πράγματα οι εξηγήσεις, που δίνονται κατα πρόσωπο είναι πάντα πιο καθαρές και πιο σωστές.
Σιγά-σιγά η συναισθηματική φόρτιση άρχισε να μαλακώνει και η κουβέντα άναψε, όπως ήταν φυσικό. Ο Χριοτάκης δεν ξαναμίλησε γιατί κατάλαβε ότι είχε ήδη μιλήσει πιο πολύ από ότι έπρεπε. Η Στασού ήταν απολογητική για τον άντρα της, τον Χαμπή, που την τελευταία στιγμή άλλαξε ιδέα, ενώ είχαν στείλει μήνυμα ότι θα ήταν κι αυτός στην επίσκεψη. Η Πολυξένη είπε όλα τα νέα της οικογένειας, της μάνας της, της Βάρβαρους, που κανόνιζε επίσκεψη μετα την πρωτοχρονιά και του Γιώρκου, του αδερφού της, που είχε κάνει το δικό του πελεκανάδικο και οι δουλειές του πήγαιναν πολύ καλά, τον συμβούλευε και ο σύγαμπρόςτου ο Φύτος, αλλά και ο κουνιάδος του ο Στάθιος και ο θείος ο Κυριάκος, όλοι γύρω του ήταν πελεκάνοι και καλοί μάλιστα. Του είπε και για τα άλλα της τα αδέλφια, τον Αντωνή, που τώρα ήταν γκάλφας πελεκάνος, τον Χριοτόδουλο, που ήταν πολύ καλός μαθητής στο κολλέγιο, όπως ήταν και στο δημοτικό, το Σάββα και το μικρούλη τους το Νίκο, που ήταν η γιορτή του σήμερα.
Την άκουε ο πατέρας της και την καμάρωνε. Πήγε να την ρωτήσει και για τον Ανάσταση, τον αραβωνιαστικό της, μα τον πρόλαβε.
- Και ο Ανάστασης σου στέλλει πολλούς χαιρετισμούς, πατέρα, είπε, μου είπε να μην έχεις έγνοια, το μαγαζί πάει πολύ καλά, θα πιάσει τώρα και την αντιπροσωπεία της Sadolin και όλα θα είναι μια χαρά. Θα έρθει κι αυτός να σε δει μαζί με τη μάνα μου. Σταμάτησε για μια στιγμή και ο πατέρας της την κοίταξε χαϊδευτικά.
- Είδες, γιατί βιαζόμουν να σε αρραβωνιάσω; της είπε. Χαμήλωσε τη φωνή του κι έσκυψε λίγο προς το μέρος της. Νομίζεις δεν καταλάβαινα τι κάναμε και πού θα φτάναμε; Λυπάμαι μόνο που δεν πρόλαβα να σας παντρέψω κιόλας. Όταν έρθει το καλοκαίρι θα παντρευτείτε κι εσύ και ο Γιώρκος. Είτε είμαι μέσα, είτε είμαι έξω, θα παντρευτείτε. Αρχίστε λοιπόν τις ετοιμασίες.
Κάτι πήγε να πει η Πολυξένη, μα δεντην άφησε. Η φωνή του αν και ψιθυριστή ήταν επιτακτική. Την κοίταζε στα μάτια μα το βλέμμα του ήτανήρεμο κι αποφασιστικό.
- Αυτός ο Αγώνας δεν ξέρουμε πόσο θα κρατήσει, ψιθύρισε. Θα τελειώσει μόνο όταν φτάσουμε στον σκοπό. Οι Εγγλέζοι τρελάθηκαν, δεν θα κάνουν πίσω. Δε θα με περιμένεις, λοιπόν!
Όσο κι αν μιλούσε σιγά ο θείος, ο Χριστάκης άκουε κι έγραφε στη μνήμη του κάθε λέξη, το ίδιο και η Στασού.
Ένας αστυνομικός, όμως τους πλησίασε και τους έκανε παρατήρηση.
- Οι διαταγές, που έχουμε, είπε, είναι να σας κάνουμε παρατήρηση, όταν μιλάτε με αυτότοντρόπο και να διακόπτουμε την επίσκεψη, αν επιμένετε. Μη μας φέρνετε σε δύσκολη θέση, σας παρακαλώ.
Κατάλαβε ο Χαμπής ότι το είχε παρακάνει και ζήτησε συγγνώμη. Ο Χριστάκης δεν κατάλαβε καλά-καλά τι συνέβη, όμως δεν του άρεσε που ο θείος Χαμπής ζήτησε συγγνώμη, γι' αυτόν οι αστυνομικοί ήταν όλοι οι ίδιοι, Έλληνες και Τούρκοι και δεν διέφεραν από τους Εγγλέζους στρατιώτες. Ήταν όλοι τους καταπατητές της ελευθερίας και πήγαινε πολύ να τους ζητά κανείς συγγνώμη. Ήταν τσιράκια του μάστρου τους, του αρχικαταπιεστή και έπρεπε να συμπεριφέρονται έτσι.
Ο Πώρκος, ο μεγάλος γιος και η Πολυξένη, η μοναχοκόρη αρραβωνιάστηκαν, μετά από μεγάλη επιμονή του πατέρα τους, το περασμένο καλοκαίρι, λίγο προτού τον συλλάβουν και τον κλείσουν στα κρατητήρια. Ειδικά η Πολυξένη τον παρακαλούσε να μηντην πιέζει, γιατί ένιωθε ότι δεν ήταν έτοιμη ακόμα να κάνει οικογένεια, παρακολουθούσε μαθήματα ραπτικής, είχε πάρει τη δική της ραπτομηχανή και ήταν κοντά ν' αρχίσει να ράβει μόνη της. Όμως εκείνος επέμενε και τελικά η Πολυξένη υποχώρησε. Όταν συνέλαβαν τον πατέρα της, ένιωσε σαν να βρισκόταν στο πέλαγος αβοήθητη. Η αλήθεια, ο Ανάστασης, ο αρραβωνιαστικός της, της συμπαραστάθηκε πάρα πολύ και τη βοήθησε να ξεπεράσει τις έγνοιες και τις φοβίες που η νέα κατάσταση της δημιουργούσαν. Ήταν μια απλοϊκή κοπέλλα, μόλις που έβγαλε το δημοτικό, χωρίς καμιά εμπειρία στη ζωή, όπως οι πιο πολλές κυπριοπούλες εκείνης της εποχής, κι εκείνη δεν ήξερε τίποτα έξω από το πατρικό της σπίτι. Ακουμπούσε στον πατέρα με εμπιστοσύνη, τον αγαπούσε κι ένιωθε την προστασία, που της πρόσφερε. Τώρα όμως, ο πατέρας ήταν πίσω από τα κάγκελα και κανείς δεν ήξερε πότε θα ήταν ξανά λεύτερος να επιστρέψει στο σπίτι και στην οικογένεια του.
Όλες αυτές οι σκέψεις βάραιναν την καρδιά της και άρχισε να κλαίει. Σιωπηλά, τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλα της. Την είδε ο αστυνομικός που τους έκανε την παρατήρηση και οτεναχωρέθηκε πάρα πολύ. Τι να'κανε όμως, αυτό ήταν το καθήκον του, αναστέναξε κι απομακρύνθηκε. Ο Χαμπής όμως διάβασε την καρδιά της και κατάλαβε ότι δεν ήταν η παρατήρηση του αστυνομικού, ούτε όσα εκείνος της είπε που έφταιγαν για τα δάκρυα της, δεν ήθελε όμως να αλλάξει κουβέντα αν δεν έπαιρνε την υπόσχεση της ότι θα προγραμμάτιζε το γάμο της, έστω κι αν αυτός απουσίαζε.
- Πολυξένη, της είπε μαλακά, όλοι υποφέρουμε κι εσύ πιο πολύ από αυτή την κατάσταση. Να ξέρεις όμως ότι εγώ θα είμαι πιο καλά να νιώθω ότι είσαι ευτυχισμένη και παντρεμένη με τον Ανάσταση. Ο αρραβώνας δεν είναι αρκετός και οι μέρες μας είναι πονηρές. Είμαι σίγουρος ότι και η μάνα σου το ίδιο σκέφτεται. Κάνε μας λοιπόντη χάρη. Μετον Γιώρκο μίλησα πριν είκοσι μέρες, που ήρθε να με δει, του έγραψα κιόλας και νομίζω ότι συμφωνεί. Θα γράψω και στον Ανάσταση. Τώρα θα έχω και την έγνοια του κυρού μου, του πάππου σου του Λεωνή. Θα ζητήσω να με πάνε να τον δω. Το ίδιο θα κάνω και με το γάμο σας. Πού ξέρεις, μπορεί να μου επιτρέψουν να έρθω, έστω και με τις χειροπέδες.
Άπλωσε το χέρι και πήρε το δικό της. Δεν είχε συνηθίσει τα παιδιά του σε τέτοιες τρυφερότητες, μα τώρα η περίσταση το ήθελε. Ένιωσε τη ζεστασιά του χεριού του στο δικό της, κι αμέσως, σαν από θαύμα ένιωσε μια δύναμη να γεμίζει τη ψυχή της κι αναθάρρησε. Τον κοίταξε στα μάτια και χαμογέλασε ελαφρά. Ήταν το χαμόγελο της υπόσχεσης. Όχι ότι θα έκανε ακριβώς ότι της ζητούσε, αλλά ότι δεν θα τον απογοήτευε. Το κατάλαβε ο Χαμπής, και έστω κι έτσι ήταν ευχαριστημένος. Χαμογέλασε κι εκείνος.
Ο αστυνομικός τους πλησίασε ξανά. Στάθηκε για λίγο και τους παρακολουθούσε. Ένιωθε κι εκείνος άβολα, που έπρεπε να τους διακόψει, όμως έτσι ήταν οι κανονισμοί κι όφειλε να τους ακολουθήσει.
-  Πέρασε η μισή ώρα, είπε και όλοι κατάλαβαν ότι έπρεπε να χωρίσουν.
Τα αντίο και τα άλλα στερεότυπα, που ακολούθησαν ήταν απλώς μέρος μιας διαδικασίας. Οι καρδιές ήταν παγωμένες. Ο Χαμπής έμεινε εκεί, πίσω απότονπάγκο, να τους παρακολουθεί μέχρι που βγήκαν και δεν τους έβλεπε πια. Έσκυψε τότε το κεφάλι κι έτσι σκυφτός βγήκε από την άλλη πόρτα και οδηγήθηκε από τον αστυνομικό, πίσω στη μεγάλη παράγκα και στους συγκροτούμενους του. Όλοι τον κοίταξαν για μια μόνο στιγμή, έτσι που μπήκε σκυφτός και λυπημένος. Ήξεραν κι εκείνοι τι σήμαινε αυτή η ώρα, που ακολουθούσε μια επίσκεψη από ανθρώπους που αγαπούσαν.
-  Δεν έπρεπε να του πεις για τον παππού, είπε στον Χριστάκη η Στασού, μόλις βγήκαν στην αυλή. Ο θείος σου είναι στα κρατητήρια και δεν μπορεί να του προσφέρει τίποτα. Τώρα θα ανησυχεί και για τον πατέρα του. Η παρατήρηση της εκφράστηκε μαλακά, όμως πείραξε πολύ τον Χριοτάκη που πίστευε ότι ο καθένας, πίσω από τα κάγκελα ή όχι είχε το δικαίωμα να μαθαίνει όλα τα νέα.
Σε λίγο ταξίδευαν και πάλι για τη Λευκωσία. Ο δρόμος μέχρι τις Κεντρικές Φυλακές δεν ήταν μακρύς, «μόλις πέντε μίλια», τους εξήγησε ο Πολεμίτης και είχαν πάνω από μια ώρα στη διάθεση τους μέχρι να τους επιτρέψουντην επίσκεψη.
Όλοι όμως ήταν μελαγχολκοί και αμίλητοι, έτσι και ο Πολεμίτης έκοψετην κουβέντα. Την ώρα που περίμενε έξω από τα κρατητήρια, στην Κοκκινοτριμιθιά είχε καπνίσει απανωτά πέντε τσιγάρα. Έτσι είχε κυριολεκτικά μπαφιάσει. «Καλά κάπνισα το Μουχάμετη», σκεφτόταν και του ερχόταν να γελάσει, δεντο έκανε όμως γιατί σίγουρα θα τον έπαιρναν για τρελό.
-  Στα δεξιά μας είναι το αεροδρόμιο, είπε και μονομιάς ο Χριοτάκης έστριψε το κεφάλι, με πολύ ενδιαφέρον κι ανασηκώθηκε στο κάθισμα του για να βλέπει καλύτερα.
Πραγματικά, βγαίνοντας από τη στροφή, πολύ κοντά στον δρόμο, ξεκινούσε το κιγκλίδωμα του αεροδρομίου. Μπροστά από το κιγκλίδωμα ήταν τοποθετημένο πυκνό σπειρωτό, αγκαθωτό συρματόπλεγμα, σε διπλή σειρά, πάνω και κάτω.
-  Νομίζουν ότι με το συρματόπλεγμα θα αποφύγουν τις δολιοφθορές, είπε ο Πολεμίτης. Όμως οι δολοφθορείς είναι από μέσα και όποτε θέλουν τους ανατινάζουν και άντε να τους πιάσετε, βρωμοεγγλέζοι!
Το πυκνό συρματόπλεγμα εμπόδιζε τη θέα και ο Χριστάκης έβλεπε μόνο δυό μεγάλα αεροπλάνα στο βάθος.
-  Είναι επιβατικά, είπε ο Πολεμίτης, λες και διάβασε τη σκέψη του. Για κοίταξε όμως τι έχουμε εδώ! Ένα ξηλωμένο, πολεμικό αεροπλάνο.
Ήταν ένα μονοκινητήριο αναγνωριστικό, που του κατέβασαν τον έλικα και είχαν ανοίξει τη μουσούδα του, προφανώς για να το επιδιορθώσουν. Ο Χριστάκης εντυπωσιάστηκε. Θα είχε τώρα να λέει στους φίλους του και στους συμμαθητές του... Από την ανοικτή μουσούδα του αεροπλάνου κρέμμονταν χιλιάδες σύρματα κι από μέσα φαίνονταν ένα σωρό εξαρτήματα.
Ο Πολεμίτης είδε το ενδιαφέρον του παιδιού και μείωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου. Κι αυτός ενδιαφερόταν πολύ για τα μηχανήματα, όταν ήταν μικρός. Γι' αυτό, άλλωστε διάλεξε και το επάγγελμα του ταξιτζή. Η Στασού, όμωςτου έβαλε τις φωνές.
- Τι κάνεις εκεί; του φώναξε, αν μας δουν οι φρουροί, σίγουρα θα νομίσουν ότι κάνουμε κατασκοπία. Θα μας σταματήσουν κι έλα να τους εξηγήσεις. Κι αυτοί εξηγούνται μόνο με το ξύλο.
Ο Πολεμίτης συνήλθε. Είχε δίκιο η Στασού. Φαινόταν αρκετά ύποπτο να ρίχνεις ταχύτητα έξω από το αεροδρόμιο και να χαζεύεις τα αεροπλάνα και μάλιστα ένα στρατιωτικό, έστω και ξηλωμένο γι' αυτό πάτησε το γκάζι και το αυτοκίνητο έπιασε την κανονική του ταχύτητα.
Έφτασαν στις φυλακές μετά από είκοσι λεπτά. Στάθμευσαν λίγο πίσω σ' ένα άδειο οικόπεδο και κατέβηκαν μπροστά τους ήταν ο ψηλός τοίχος. Στη κορυφή του λαμποκοπούσαν καρφωμένα, σπασμένα γυαλιά κι από πάνω ήταν απλωμένο αγκαθωτό συρματόπλεγμα. Κατά διαστήματα ήταν ψηλοί πύργοι επανδρωμένοι με σκοπούς. Ήταν ένα βαρύ και σκοτεινό, κι ας ήταν μέρα μεσημέρι, συγκρότημα κτιρίων που έκανε τη καρδιά όλων βαριά σαν μολύβι. Κοντοστάθηκαν για λίγα δευτερόλεπτα και κοιτούσαν με δέος αυτό το κολαοτήριο της ψυχής των ανθρώπων. Αφού η κοινωνία δεν βρήκε άλλο τρόπο να κάνει τους ανθρώπους καλούς και αγαθούς, ανακάλυψε τις φυλακές ως τρόπο τιμωρίας κι εκδίκησης κι ας μηντο παραδέχεται.
«Εδώ λοιπόν ήταν οι δικοί τους, κλειδαμπαρωμένοι, μαζί με τους κακούργους! Θα έκαναν, λέει επανάσταση. Θα σκότωναν, και θα πρότειναν τα στήθη στις φονικές σφαίρες εκείνων που τους αρνούνταν την ελευθερία! Αυτών, που όταν εκείνοι έκαναν ακριβώς το ίδιο σε δυό μεγάλους πολέμους, έλεγαν ότι πολεμούσαν για την «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ». Αυτά σκέφτονταν εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα, που κοντοστάθηκαν, η Στασού, η Δεσποινού και η Πολυξένη- η αδερφή, η γυναίκα, η κόρη. Το ίδιο, ίσως να σκεφτόταν και ο Χριοτάκης κι ας ήταν πολύ μικρός για να φιλοσοφεί. Ο Πολεμίτης είχε σκοτάδι στη ματιά του, κανείς δε μπορούσε να καταλάβει τι σκεφτόταν. Τους έδειξε το δρόμο και τους είπε ότι ο ίδιος θα πήγαινε να πιει έναν καφέ στην καντίνα. Εκεί θα τον έβρισκαν όταν θα τελείωναν.
Οι τρεις γυναίκες και ο Χριοτάκης προχώρησαν δεξιά, κάτω από τον ψηλό τοίχο της φυλακής όπου ήταν μια μεγάλη παράγκα, με καμπυλωτό τσίγγο, σαν εκείνες στη Κοκκινοτριμιθιά, μόνο που εδώ ο τσίγγος ήταν παλιός και μαυρισμένος. Στην είσοδο στεκόταν ένας άντρας με στολή και πηλίκιο, ένας βαριάνος. Τον καλημέρισαν και του είπαν γιατί βρίσκονταν εκεί. Τους ανταπόδωσε κι εκείνος την καλημέρα και τους ζήτησε τις προσκλήσεις και τις ταυτότητες τους.
Ο Χριοτάκης φοβόταν μήπως δεν του επέτρεπαν, γιατί η πρόσκληση έγραφε το όνομα του πατέρα του κι όχι το δικό του. Ο βαριάνοςτου έριξε μια ματιά, αλλά δεν είπετίποτα. Άλλωστε η πρόσκληση ένα όνομα έγραφε κι, αν ο Χριστακης έλεγε πως το όνομα του ήταν Χαμπής, εύκολα θα τον πίστευαν. Όμως αυτό δε χρειάστηκε.
Ο βαριάνος τους είπε να περιμένουν και μπήκε μέσα στην παράγκα. Είναι εκείνη η ώρα που ο νους του ανθρώπου παγώνει, όπως παγώνουν τα αισθήματα και η ψυχή. Οι τρείς γυναίκες και το παιδί έμεναν αμίλητοι και περίμεναν. Είχαν ήδη βαριά καρδιά από την επίσκεψη στον Χαμπή. Όμως άλλο κρατητήρια κι άλλο φυλακή. Εδώ, πίσω από τους ογκώδεις, πέτρινους τοίχους ήταν ένας άλλος κόσμος, ένας κόσμοςχωρίς δικαιώματα, χωρίς τιμή, που δεν μπορούσε να δει τον ελεύθερο ουρανό.
Εκεί, κάτω από τοντοίχο ήταν μια πρασιά μετριανταφυλιές. Μια παράξενη, σχεδόν ανεξήγητη, αντίθεση στο βαρύ σκηνικό. Από πού, άραγε να είχαν περισσέψει κάποια λεπτά αισθήματα και σε ποιους ανθρώπους, σ' ένα τέτοιο περιβάλλον για να φυτέψουν και ναπεριποιούνταιτριανταφυλιές;
- Τριανταφυλιές; έκανε με έκπληξη η Πολυξένη.
Γύρισε ελαφρά το κεφάλι η Στασού και τις κοίταξε κι εκείνη.
- Με τόσο κρύο κι όμως είναι ολοπράσινες, ψιθύρισε. «Ναι, ακόμα και στις φυλακές μπορεί να υπάρχει λίγη ομορφιά!» σκέφτηκε. «Σίγουρα οι φυλακισμένοι θα τις φύτεψαν. Άραγε τους επιτρέπουν να φυτεύουν και μέσα τριανταφυλιές; Έχουν άραγε λίγη αυλή για να θυμούνται πώς είναι το χώμα και πώς μυρίζει όταντο σκάβουν;»
Η Δεσποινού όμως, δεν παρακολουθούσε τι έκαναν οι άλλοι. Ένας κόμπος είχε δεθεί στον λαιμό της. Δεν καταριόταν κανένα για τη δυστυχία της. Στην ηλικία της δεν ήξερε ακόμα να καταραοτεί. Άλλωστε ο άντρας της, μόνος, εκούσια είχε πει ότι ακολουθούσε τη μοίρα της Κύπρου, την καλή ή την κακή. Κι αυτή ακολουθούσε τον άντρα της. Δεν είχε καμιά σημασία αν η ίδια το ήθελε ή όχι. Από την εποχή της Αντρομάχης, η γυναίκα ακολουθεί τη μοίρα του άντρα της. Η Δεσποινού έβγαλε το δημοτικό και διδάκτηκε την αποφασιστικότητα των Σουλιώτισσων, αλλά και την εγκαρτέρηση της Εκάβης. «Η κάθε γυναίκα είναι μια Ανδρομάχη», σκέφτηκε, «και μια Εκάβη. Πληρώνουν χωρίς να φταίνε. Ακολουθούν σιωπηλά τη μοίρα του άντρα τους!» Όσο κι αν το φιλοσοφούσε όμως, τα αισθήματα της συνέχιζαν να είναι πέτρινα. Σκέφτηκε και τον Νίκο, το παιδάκι της, που δεν το είχε φέρει ακόμα να το δει ο πατέρας του, εφτά μήνες στη φυλακή. Πώς να το φέρει όμως, τόσο που την ενοχλούσε το ταξίδι; Από μόνο του αυτό θα μπορούσε να την οδηγήσει στην απόγνωση. Κι όμως δε θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Ο ίδιος ο άντρας της, της έγραφε να είναι δυνατή, από πού όμως θα αντλούσε δύναμη; Πού θα έβρισκε τόσο κουράγιο;
Ο Χριοτάκης στεκόταν κι αυτός εκεί, μπροστά από την πόρτα της παράγκας αμίλητος και παρακολουθούσε τα πάντα. Έβλεπετην τεράστια, σιδερένια πόρτα της εισόδου στη φυλακή, στη γωνιά των δύο τοίχων. Σίγουρα χωρούσε μεγάλο αυτοκίνητο να μπει ή να βγει. Του έκανε όμως εντύπωση και μια μικρή πόρτα, που ήταν πάνω στη μεγάλη. Δεν ήταν σίγουρος ότι καταλάβαινε τη χρήση της, η απορία του όμως λύθηκε, όταν άνοιξε κι από μέσα βγήκε ένας βαριάνος και πίσω του, η μικρή πόρτα ξανάκλεισε. Στα αισθήματα του όμως, κτιζόταν και κάτι άλλο για τις δυό πόρτες. Η μεγάλη συμβόλιζε το ασήκωτο βάρος της τιμωρίας και η μικρή την απελπισία μπροστά στην αδυναμία του ανθρώπου ν' αποφύγει την εκδίκηση της καθεστηκυ ίας τάξης.
Μπροστά στη μεγάλη πόρτα της εισόδου στεκόταν ένας βαριάνος, που εκτελούσε χρέη φρουρού. Ο Χριοτάκης ένιωσε κάποιο οίκτο μεσάτου γι' αυτόν τον άνθρωπο, που πληρωνόταν να φυλάει φυλακισμένους, να μην τους επιτρέπει να φύγουν, να τους κρατάει δηλαδή στη σκλαβιά, όπως έκανε και στους θείους του, τον Κώστα και τον Ττοουλάτζιη, όπως ήταν το χαϊδευτικό του θείου του Χριστόδουλου. Άχ, πόσο τον αγαπούσε αυτόν τον άνθρωπο! Τον θυμόταν στο ραφτάδικο του, στο Κτήμα. Πήγαινε εκεί και ο θείος του έραβε παντελόνια. Το μαγαζί έπιανε δύο δρόμους, άνοιγε και από τη μια και από την άλλη και οι πόρτες είχαν τζάμι, έτσι έβλεπες έξω κι όταν ακόμα ήταν κλειστές. Μύριζε πολύ χαρακτηριστικά κι ευχάριστα καινούριο ρούχο, αλλά και αναμμένα κάρβουνα, αφού το σίδερο ήταν πάντα αναμμένο, πάνω στη ψηλή του βάση, για να σιδερώνει, όποτε χρειαζόταντα ρούχα που έραβε.
Πιο πολύ πεθυμούσε, όμωςτον θείο Κώστα. Αυτόν, πριντον φυλακίσουν, τον έβλεπε σχεδόν καθημερινά να περνά από την αυλή τους πηγαίνοντας στο κτήμα του. Είχε πάντα ένα χαμόγελο κι ένα λόγο στα χείλη. Περνούσε συνήθως κοντά στο μεσημέρι και πολύ συχνά τους έπαιρνε από το χέρι, εκείνον, τη Στέλλα, και τον μικρό Κωστάκη και τους έπαιρνε στο κτήμα του, που ήταν δίπλα στο δικό τους. Εκεί τους φίλευε πότε σύκα, πότε χρυσόμηλα, από τα δικά του δέντρα, ανάλογα με την εποχή αλλά και άλλα φρούτα, πορτοκάλια και μήλα, που έφερνε από το Κτήμα.
Αυτός ήταν ο θείος Κώστας! Αυτός ήταν και ο άλλος θείος, ο άντρας της θείας τηςΔεσποινούς, ο Χριοτόδουλος! Άνθρωποι απλοί, που τους αγαπούσαν όλοι, που και οι ίδιοι αγαπούσαν, συγγενείς, ξένους και παιδιά. Ήταν επαγγελματίες, που προσπαθούσαν να κάνουν τα πάντα σωστά. Ήταν κυρίως ιδεολόγοι και ήταν έτοιμοι να πληρώσουν κάθε τίμημα προκειμένου να προστατέψουν την ιδεολογία τους. Σε κανένα δεν είχαν φταίξει, σε κανένα δεν είχαν κάνει κακό.
Δεν περίμεναν πολλή ώρα. Ο βαριάνος ξαναφάνηκε στην πόρτα και τους έγνεψε να περάσουν μέσα. Το εσωτερικό της παράγκας ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο με ένα παράθυρο στο πλάι, που άφηνε το φως της μέρας να το φωτίζει. Φαινόταν να υπάρχει και δεύτερο δωμάτιο, που συγκοινωνούσε με το πρώτο με μια εσωτερική πόρτα, που ήταν κλειστή. Στο κέντρο του πρώτου δωματίου υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι και πίσω στεκόταν μια βαριάνα, νέα, αλλά σωματώδης. Το παχουλό της πρόσωπο ήταν σοβαρό και η στάση της ήταν απόλυτα επαγγελματική.
-  Πλησιάστε, τους είπε και τους υπέδειξε να τοποθετήσουν πάνω στο τραπέζι ό,τι κρατούσαν, τις τσάντες τους και τα μικρά πακέττα μετα τσιγάρα, που έφεραν για τους φυλακισμένους. Τα κατέγραψε και τους είπε ότι θα παραδώσουν οι ίδιοι τα τσιγάρα και τις τσάντες να τις ζητήσουν μετα την επίσκεψη.
Πλησίασε μετά ο βαριάνος, που είχε σταθεί λίγο πιο πίσω. Κρατούσε τις προσκλήσεις και διάβασε ένα-ένα τα ονόματα, ενώ έλεγχε και τις ταυτότητες. Πρώτο διάβασε το όνομα του Χαμπή. Του εξήγησαν ότι δεν μπόρεσε να έρθει. Διάβασε μετά το όνομα της Στασούς και της Δεσποινούς και κοίταξε μετά τον Χριστάκη.
-  Είναι ο γιος μου, είπε η Στασού, ήρθε στη θέση του πατέρα
του.
Ο Βαριάνος είπε εντάξει. Περίσσευεη Πολυξένη.
- Εσύ δεν έχεις πρόσκληση; ρώτησε ξανακοιταζοντας τις προσκλήσεις.
- Αν είναι δυνατό να μπεί κι αυτή, πρόλαβε η Στασού. Ο Κώστας είναι θείος της κι επειδή θα παντρευτεί ήρθε να τον προσκαλέσει. Είναι και ο πατέρας της στα κρατητήρια, πήγαμε πρώτα σ' αυτόν και μιας και ήρθαμε τόσο δρόμο, αν είναι εύκολο να δεί κι αυτή το θείο της! Είναι κρίμα να μην τον δει αφού έκανε τόσο δρόμο από την Πάφο.
Ο βαριάνος κοίταζε μια τη Στασού και μια την Πλουξένη. Αν ήταν στον ίδιο δεν θα αρνιόταν, αλλά μόνο ο Διευθυντής μπορούσε να δώσει την έγκριση. Τους κοίταζε και η βαριάνα σωπηλή και φαινόταν να είχε συγκινηθεί. Κάποια στιγμή, χωρίς να πει τίποτα, στράφηκε, άνοιξε την μεσόπορτα, πέρασε μέσα και την έκλεισε πίσω της.
-  Πήγε να τηλεφωνήσει στον Διευθυντή, είπε ο βαριάνος. Περίμεναν. Θα ήταν πολύ καλά, αν ο Εγγλέζος τους έκανε
το χατήρι. Η Στασού δεν μπορούσε να μισήσει τους Εγγλέζους κι ας ήταν οι δυνάστες. Στο κάτω-κάτω κι αυτοί άνθρωποι ήταν, θα είχαν μια μάνα, μια αδερφή που τους πεθυμούσε. Ίσως να σκέφτονταν ότι κάνοντας το χατήρι στην Πολυξένη να ήταν μια καλοσύνη που θα την περίμεναν και για τη μάνα τους, για την αδερφή τους.
-  Παναγιά μου, φώτισε τον να πει ναι! ψιθύρισε η Δεσποινού. Άνοιξε η μεσόπορτα και η βαριάνα επέστρεψε.
Χαμογελούσε, σημάδι καλό. Μαζί της μπήκε κι ένας νεαρός Εγγλέζος στρατιώτης, που μόλις είδε την Πολυξένη της χαμογέλασε, φανερά εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της.
«Πάλι τα ίδια», σκέφτηκε η Στασού αλλά δεν είπε τίποτα. «Τους αρέσει η Πολυξένη, νοστιμούλα είναι, έτσι ροδαλή και παχουλή. Καλά! Είναι ανάγκη να το κάνουν και βούκινο; Δεν ντρέπονται να φλερτάρουν τόσο φανερά;». Δεν σκέφτηκε ότι ήταν τρείς νέες κοπέλλες εκεί και ότι ο Εγγλέζος μπορεί να είχε εντυπωσιαστεί και από τιςτρείς.
- Ο Διευθυντής έδωσε την άδεια για την επίσκεψη, είπε η βαριάνα και η φωνή της έδειχνε ότι χαιρόταν. Είπε όμως να σας ερευνήσουμε πολύ προσεκτικά. Να και ο στρατιώτης για να ερευνήσει τον άντρα από δώ, κι έδειξε τον Χριοτάκη. Τις γυναίκες θα τις ερευνήσω εγώ.
Τα είπε όλα βιαστικά, για να μην αφήσει χρόνο για οποιεσδήποτε σκέψεις και παρεξηγήσεις. Ήξερε ότι στο δρόμο οι στρατιώτες έκαναν σωματική έρευνα και στις γυναίκες, εδώ όμως, στις φυλακές, ο Διευθυντής δεν το δεχόταν, όχι από ευγένεια, αλλά γιατί πίστευε ότι μια γυναίκα κάνει πιο καλή έρευνα σε μια άλλη γυναίκα. Έτσι είχε μια Ελληνοκύπρια και μια Τουρκοκύπρια βαριάνα για να κάνουν σωματική έρευνα, η μια στις Ελληνοκύπριες και η άλλη στις Τουρκοκύπριες που έρχονταν να επισκεφτούν φυλακισμένους ή υπόδικους.
Ο Χριοτάκης ένιωσε κολακευμένος, που τον είπε άντρα η βαριάνα. Ο Εγγλέζος στρατιώτης ήρθε και στάθηκε μπροστά του. Το βλέμμα του όμως πλαγιοδρομούσε στην Πολυξένη. Της έκλεισε το μάτι. Τον είδε ο Χριστάκης, μα δεν θύμωσε. «Μη σε δει, φτωχέ μου, η μάνα μου!» σκέφτηκε, «και θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα». Χαμογέλασε στη σκέψη αυτή. Σαν να έπιασε τη σκέψη του, ο Εγγλέζος, έγινε ξαφνικά πολύ σοβαρός και του έγνεψε να σηκώσει τα χέρια στο ύψος των ώμων.
Ο Χριοτάκης στάθηκε προσοχή και σήκωσε τα χέρια. Ένιωθε περήφανος. Είχε δεί πως οι Εγγλέζοι έκαναν σωματική έρευνα στους μεγάλους, έξω στους δρόμους, μια φορά και στον πατέρα του μέσα στην αυλή τους. Τώρα τον ερευνούσαν κι αυτόν σαν μεγάλο! Ο Εγγλέζος στρατιώτης του έκανε μια πολύ επιπόλαια έρευνα, του έκλεισε και το μάτι και επέστρεψε στο μέσα δωμάτιο. Στο λίγο, όταν άνοιξε η πόρτα, ο Χριοτάκης πρόλαβε να δει τον αξιωματικό, που καθόταν πίσω από ένα μεγάλο γραφείο, φορτωμένο φακέλους κι έγγραφα. Ήταν η υπηρεσία πληροφοριών, που ξεσκόνιζε την κάθε επίσκεψη, ψάχνοντας διασυνδέσεις μεταξύ των φυλακισμένων για Εθνική δράση (οι ίδιοι την ονόμαζαντρομοκρατία) και των επισκεπτών.
Η βαριάνα έκανε πραγματικά πολύ προσεκτική σωματική έρευνα και στις τρεις κοπέλλες, τόσο που τι εκνεύρισε. Η Στασού έκανε τη σκέψη ότι το έκανε δείχνοντας υπερβολικό ζήλο στην τήρηση της διαταγής, που έιχε πάρει, η Δεσποινού όμως ήταν σίγουρη ότι όλος εκείνος ο ζήλος ήταν ύποπτος και το έκανε για να φαίνεται, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να ήταν κι αυτή μέλος της Οργάνωσης.
Κατά τη διάρκεια της σωματικής έρευνας, ο άντρας βαριάνος είχε αποτραβηχτεί σε μια γωνιά της παράγκας και παρακολουθούσε. Ήταν σοβαρός και ανέκφραστος. Κάποα στιγμή έβγαλε για λίγο το πηΜκιό του. Φάνη κε ότι είχε αρχίσει να χάνει τα μαλλιά του. Η κίνηση του όμως να βγάλει το πηλίκιό του ήταν μετρημένη ο Χριστάκης το πρόσεξε και δημιούργησε μια θετική εντύπωση γι' αυτόν. Οπωσδήποτε δεν θα σκεφτόταν γι' αυτόν ό,τι σκέφτηκε για τον φρουρό της πύλης.
Τελείωσε η έρευνα, η βαριάνα, βεβαιώθηκε ξανά πως είχαν δηλώσει ό,τι είχαν φέρει για τους φυλακισμένους, ότι τα είχε καταγράψει, και βρίσκονταν σε μια άκρη του τραπεζιού και τους επαναβεβαίωσε ότι θα αναλάμβαναν οι ίδιοι να τα παραδώσουν. Ο βαριάνος, ακίνητος όλη την ώρα, έκανε ένα βήμα μπροστά. Βεβαιώθηκε κι εκείνος, με μια γρήγορη ματιά, ότι είχαν αφήσει εκεί όλα τους τα προσωπικά αντικείμενα και τους είπε να τον ακολουθήσουν.
Τον ακολούθησαν έξω από την παράγκα, διέσχισαν τη μικρή αυλή, μπροστά από τον ψηλό τοίχο κι έφτασαν στον φρουρό, που στεκόταν μπροστά στη μεγάλη πύλη της φυλακής. Ο φρουρός τους κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, χωρίς να πει λέξη, άκουσε την αναφορά του συνοδού και απλώς κούνησε ελαφρά το κεφάλι του. Ήταν φανερό ότι περίμενε κάποιο σύνθημα από μέσα.
Πραγματικά, το γραφείο ελέγχου, αφού έψαξε και δε βρήκε τίποτα ύποπτο για τους επισκέπτες, έδωσε την άδεια στη βαριάνα να τηλεφωνήσει για να ετοιμαστούν οι φυλακισμένοι για την επίσκεψη. Όλοι η διαδικασία κράτησε για δέκα λεπτά, όμως κανένας δεν μετρούσε το χρόνο.
Περίμεναν και οι σκέψεις τους ήταν έντονες. Σκέφτονταν ότι πολύ σύντομα θα έβλεπαν εκείνους που αγαπούσαν, θα τους φιλούσαν, θα είχαν ένα σωρό πράγματα να τους πουν, χίλιες ερωτήσεις να τους κάνουν. Θα τους έδιναν χαιρετίσματα και θα ήταν καλό να μην αφήσουν κανένα πίσω από όσους έστελναν τα χαιρετίσματα.
Τους φαντάζονταν. Θα ήταν άραγε αδυνατισμένοι, θα είχαν την υπομονή τους, θα έκαναν κουράγιο; Στ' αλήθεια δεν ήξεραν καλά-καλά ποιους θα έβλεπαν. Ήταν σίγουρο ότι θα έβλεπαν τον Κώστα καιτονΤτοουλάτζιη, ίσως και τον Χριστάκη.
«Θα χαρώ πολύ να μας φέρουν και τον Χριστάκη,» σκεφτόταν η Στασού. «Αυτός έστειλε την πρόσκληση για τον Χαμπή. Αν τον δούμε, θα πάρω τα νέα του στη Λυδία». Η Λυδία ήταν η αδερφή του Χριοτάκη και συνδέονταν πολύ με τη Στασού. Ήταν και καλή ράφταινα και της έραβε τα επίσημα φορέματα της.
Η Πολυξένη, από την άλλη ένιωθε λίγο άβολα. Την έφεραν πρό τετελεσμένου, ότι θα προσκαλούσε το θείο της, τον Κώστα στο γάμο της. Αυτή ήταν μια υπόθεση που παρουσιάστηκε μόλις εκείνη τη μέρα και την βρήκε τελείως απροετοίμαστη. Το έθεσε ο πατέρας της πρωΐ-πρωΐ, χωρίς να το περιμένει και ήθελε απάντηση αμέσως. Το έβαλε και η θεία της, η Στασού, πριν από λίγο όταν παρακαλούσε τους βαριάνους να της επιτρέψουν την επίσκεψη. «Και τώρα τι κάνω εγώ; Αρχίζω να προσκαλώ στο γάμο μου, που ούτε που τον είχα καν στο νού μου;» Αναρωτιόταν και δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να θυμώσει ή να το πάρει στα αστεία. Κανείς όμως και πιο πολύ μια κοπέλλα δεν παίρνει στα αστεία τον γάμο της.
Η Δεσποινού έκανε άλλες σκέψεις. Ήταν αλήθεια ότι αντιμετώπιζε σοβαρές δύσκολες, κυρίως οικονομικές. Ήταν και το μωρό... Όσο της το πρόσεχε η αδερφή της, η Ρεβεκκού, μπορούσε όλο και κάποια δουλειά να βρίσκει και να βγάζει λίγα χρήματα, όπως καλή ώρα τώρα με τα πορτοκάλα. Η Δεσποινού, εργαζόταν με άλλες χωριανές κι έβγαζε ένα αρκετά καλό μεροκάματο. Όμως η Ρεβεκκού ήταν έγκυος και δε θα ήταν εύκολο να προσέχει δυό νήπια. Σύντομα θα έπρεπε να βρει άλλη λύση για τον μικρό Νίκο. Δυστυχώς, η μάνα της εργαζόταν και η πεθερά της ήταν πολύ γριά κι ανήμπορη. Θα έλεγε την αλήθεια στον άντρα της; Και τι θα εξυπηρετούσε αυτό; Να του έλεγε ψέματα ότι όλα ήταν καλά; Να τον κοροϊδεύε δηλαδή; Ασφαλώς δεν θα την πίστευε. Και ύστερα τι εμπιστοσύνη θα της είχε πια για ένα σωρό άλλα πράγματα; Τέσσερα χρόνια στη φυλακή, θα χρειαζόταν όλη του η δύναμη για ν' αντέξει, έπρεπε λοιπόν λ'γη, έστω, από αυτή τη δύναμη να την πάρει από τη δική του Πηνελόπη.
Περισπούδαστες ήταν και οι σκέψεις του Χριοτάκη που ήξερε ότι θα έμπαιναν μέσα, θα τους πρόσεχαν και θα τους παρακολουθούσαν βαριάνοι με στολή, ίσως να ήταν και οπλσμένοι. Οι θείοι του θα ήταν κάπου στο βάθος μιας αυλής, που θα την κύκλωναν πανύψηλα τείχη, αυτοί όμως θα ήταν ακόμα πιο ψηλοί, θεόρατοι, όπως όλοι οι ήρωες! Θα αστραποβολούσαν σαν θεοί και στο πρόσωπο τους θα ήταν γραμμένη η μοίρα ενός λαού, που αγωνιζόταν για λευτεριά. Θα άπλωναν τα τεράστια χέρια τους και θα τους αγκάλιαζαν όλους με μιας και θα γέμιζαν με κουράγιο τη ψυχή τους. «Θα τους φιλήσω το χέρι», σκέφτηκε. «Δεν θα τους μιλήσω, γιατί μόνο οι μεγάλοι πρέπει να μιλούν. Όμως θα τους ακούω! Είναι τόσα πολλά που πρέπει να ακούσω!»
Οι δυό βαριάνοι, ο συνοδός και ο φρουρός στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλο και δεν έλεγαν τίποτα. Περίμεναν. Το φως της μέρας ήταν δυνατό. Κάποιοι άνθρωποι κινούνταν έξω από την καντίνα. Μπροστά από τη σκοπιά της εισόδου σταμάτησε ένα λαντρόβερ κι ένας Εγγλέζος αξιωματικός κατέβηκε, συνοδευόμενος από έναν απλό στρατιώτη, που κουβαλούσε ένα χοντρό, δερμάτινο χαρτοφύλακα. Το λαντρόβερ έστριψε κι έφυγε μ' ένα μουγκρητό.
Ο Εγγλέζος αξιωματικός και ο συνοδός του, ήρθαν προς το μέρος τους και στάθηκαν μπροστά τους. Ούτε που καταδέκτηκαν να τους ρίξουν μια ματιά. Η μικρή πόρτα άνοιξε. Σίγουρα θα είχαν τηλεφωνήσει από τη σκοπιά. Ο αξιωματικός και ο στρατιώτης μπήκαν βιαστικά και η μικρή, σιδερένια πόρτα έκλεισε πίσω τους. Τι σημασία μπορούσε να έχει η παρουσία ενός ακόμα Εγγλέζου αξωματικού; Κι όμως οι τέσσερις επισκέπτες ένιωσαν την παρουσία του σαν μια πληγή μέσα τους να ξαναζωντάνεψε για να τους θυμίσει ότι ήταν ακόμα εκεί και ήταναγιάτρευτη.
Ο Κώστας βρισκόταν στο βιβλιοδετείο και προσπαθούσε να εφαρμόσει όσα έμαθε τις προηγούμενες μέρες. Είχε φτιάξει τη γόμα σ' ένα τενεκεδάκι, απομεινάρι παλιάς κονσέρβας ψαριού και τη διατηρούσε ζεστή μέσα σε βρασμένο νερό, που το είχε ρίξει σ' ένα πιάτο σούπας, που το είχαν βγάλει στη σύνταξη.
Τώρα προσπαθούσε να κόψει σωστά το χοντρό χαρτονάκι, που το εξασφάλισε από τη βιβλιοθήκη, χρησιμοποιώντας το «μέσον» του τον βαριάνο Ηράκλη. Αυτός ο άνθρωπος δεν του χαλούσε ποτέ χατήρι, ούτε και σε κανένα άλλο, από τους φυλακισμένους του «Άγιος Γεώργιος», τόσο που κινδύνευε να παρεξηγηθεί και να μπλέξει σε περιπέτειες.
Το σκεφτόταν κι αυτό, ο Κώστας καθώς έκοβε το χαρτονάκι σιγά-σιγά, χρησιμοποιώντας μια λεπίδα σπασμένο κομμάτι από κοπίδι του σκαρπάρη, που το εξασφάλισε από ένα γέρο φυλακισμένο, ο οποίος ήταν τόσα χρόνια στη φυλακή που πια δεν θυμόταν ούτε τι είχε κάνει. Ο Ηρακλής ήταν πραγματικά πολύτιμος φίλος. Όλοι τον αγαπούσαν κι επεδίωκαν τη φιλία του. Κάποιοι έλεγαν ότι και ο ίδιος ο Εγγλέζος Διευθυντής των φυλακώντον εκτιμούσε και τον εμπιστευόταν πάρα πολύ.
Ο Κώστας είχε πολλές φορές σκεφτεί ότι ο Ηρακλής ήταν μέλος της Οργάνωσης. Η συμπεριφορά του όμως ήταν τόσο καθαρή και τόσο επαγγελματική, που δεν έπρεπε να παρεξηγείται για κάτι άλλο. Αν ήταν ένας σωστός επαγγελματίας και καλός άνθρωπος, ήταν πολύ φυσικό να συμπεριφέρεται όπως συμπεριφερόταν. Αν όμως είχε ενταχθεί στον Αγώνα, θα είχε πάρα πολλά να προσφέρει από το πόστο του.
Μα αν ο Ηρακλής κατάφερνε να ξεγελά τους Εγγλέζους, να τον εμπιστεύονται και να τον θεωρούν καθαρό, αυτο θα ήταν μεγάλο κατόρθωμα, γιατί οι μυστικές υπηρεσίες είχαν τόσα πολλά μέσα στη διάθεση τους που τα μάθαιναν όλα. Οι πράκτορες ήταν πολλοί και ακόμα πιο πολλοί οι πληροφοριοδότες. Τίποτα δεν τους ξέφευγε, πολύ περισσότερο ένας υπάλληλος της Κυβέρνησης. Κάθετου βήμα, σωστό ή λαθεμένο, κάθετου κουβέντα, η συμπεριφορά του, όχι μόνο η επαγγελματική, τα μέρη που σύχναζε, οι άνθρωποι που έκανε παρέα, ακόμα και ό,τι έκανε εκτός υπηρεσίας, όλα αυτά εξετάζονταν πολύ προσεκτικά από τα ειδικά τμήματα της αστυνομίας κι αλοίμονότου, αντον υποψιάζονταν.
Όχι, ο Ηρακλής δεν είχε ενταχθεί! Διαφορετικά δεν θα συμπεριφερόταν με τόση εγκαρδιότητα στους πρώτους του Αγώνα. Οι Εγγλέζοι θα τον είχαν μαζέψει χίλιες φορές και το λιγότερο θα είχε χάσει τη δουλειά του και θα ήταν πίσω από τα κάγκελα τώρα. Απλώς, ο άνθρωπος αυτός ήταν καλός από τη φυσητού.
Όχι, βέβαια ότι και οι άλλοι βαριάνοι δεν τους είχαν σε ξεχωριστή υπόληψη, προσπαθούσαν όμως να μην το δείχνουν, τουλάχιστον τόσο φανερά. Μα πάλι ο Ηρακλής, τους έδειχνε σε κάθε ευκαιρία πόσο εκτιμούσε, όχι μόνο εκείνους σαν άτομα, μα κυρίως εκείνο που πρέσβευαν, εκείνο για το οποίο αγωνίζονταν.
Το βιβλ'ο, που προσπαθούσε να δέσει ο Κώστας ήταν μια έκδοση του Όλιβερ Τουΐσττου Καρόλου Ντίκενς, στα εγγλέζικα. Είχε τα χάλια του και το κάθ' ένα από τα εκατόν περίπου φύλλα του, χρειαζόταν ειδική περιποίηση. Όσο όμως, κι αν το περιποιήθηκε, δεν ήταν ευχαριστημένος. Ο Κώστας αγαπούσε πάρα πολύ τα βιβλία και ήθελε να του δώσει κι αυτού ζωή, έστω κι αν ήταν στ' αγγλκά, που δεν τα ήξερε και ποτέ δεν θα το διάβαζε. Είχε, βέβαια μάθει, ρωτώντας πιο μορφωμένους φυλακισμένους, πόσο σπουδαίο βιβλίο ήταν και πόσο συγκινητική ήταν η ιστορία του ήρωα για τούτο είχε πολλούς λόγους να θέλει να το δεί όμορφα δεμμένο. Του είπαν, μάλιστα ότι υπήρχε και μεταφρασμένο στα ελληνικά και θα το αναζητούσε, όταν θα αποφυλακιζόταν. Ίσως και να παρακαλούσε κάποιο από τους δικούς του να το βρουν και να τούτο φέρουν σε κάποια επίσκεψη.
Ήδη είχε ράψει, πολύ προσεκτικά τα δεκαεξασέλιδα, που αποτελούσαν το βιβλίο και είχε κολλήσει και τις δυό πλατιές κορδέλλες στη ράχη του βιβλίου. Οι κορδέλλες αυτές επεκτείνονταν και στις δυό πλευρές του βιβλίου και θα χρησίμευαν για να στεραιώσουν τα δύο χαρτόνια που θ'αποτελούσαντα εξώφυλλα.
Η σκέψη του επέστρεψε ξανά στον Ηράκλη. Είναι παράξενο πώς ο άνθρωπος μπερδεύει με τη σκέψη του τόσα πολλά. Το ένστικτο του, του υπαγόρευε να εμπιστεύεται αυτόντον βαριάνο αλλά και να τον προσέχει. Αν ήταν πραγματικά ενταγμένος έπρεπε να είναι πολύ προσεκτικοί να μην τον εκθέσουν, ούτε με αχρείαστες και επιπόλαιες κουβέντες, ούτε και με παρατραβηγμένες πράξεις, που θα γέμιζαν με υποψίες τους προϊστάμενους των φυλακών. Αν ήταν μέλος της Οργάνωσης, κάποιο μήνυμα θα ερχόταν.
Τελείωσε το κόψιμο και βεβαιώθηκε ότι τα δυό κομμάτια ήταν ίδια. Τα τοποθέτησε μετά από τις δυό πλευρές του βιβλίου και τα κράτησε σφικτά. Τα κοίταξε γυρίζοντας το βιβλίο από όλες τις οπτικές γωνίες. Το ένα κομμάτι του χαρτονιού ήθελε λίγο διόρθωμα. Πήρε το μολύβι ή ότι είχε μείνει από αυτό, από το αυτί του όπου το είχε (περαιωμένο και σημάδεψε ξανά τραβώντας μια γραμμή. Ήταν τελειομανής και η μάνα του η Δεσποινού το είχε να περηφανεύεται. «Μόνο ο γιός μου ο Κώστας και ο Χαμπής ο ράφτης μετράνε δέκα και κόβουν μια!» συνήθιζε να λέει στις φιλενάδες και τις κουμέρες της. Την άκουε κάποτε κι ο Κώστας και χαμογελούσε. «Η μάνα μου είναι υπερβολική», σκεφτόταν, μα ποτέ δεν μίλησε, για να τη διαψεύσει.
Σκέφτηκε για λίγο τον Χαμπή τον ράφτη. Ήταν ξάδερφος, η μάνα του ήταν αδερφή του πατέρα του, του Λεωνή και ήταν πραγματικά τόσο πολύ σχολαστικός στο ράψιμο, που οι πελάτες του, όταν χρειάζονταν ρούχα, πήγαιναν αλλού γιατί ήξεραν ότι θα τους καθυστερούσε. Έλεγαν ότι, για να ράψει ένα σακκάκι έπαιρνε τέσσερις φορές μέτρα κι έκανε πέντε πρόβες. Ήταν όμως πολύ καλός ράφτης. Είχε το ραφτάδικο του στο Κτήμα, κοντά στην Περβόλα του Μαύρου και είχε πολλή και καλή πελατεία. Ράφτης ήταν και ο αδερφός του Χαμπή, ο Ττοουλάτζιης. Αυτός όμως, δεν είχε ούτε την υπομονή, ούτε τη μανία της τελειότητας του αδερφού του. Είχε κι αυτός το ραφτάδικο του στο Κτήμα, απότην άλλη πλευρά της Περβόλας, κοντά στην αγορά. Τώρα, ήταν κι αυτός στη φυλακή. Τον έπιασαν κι αυτόν μαζίτους να ξεφορτώνει όπλα. Το μαγαζί του είχε γίνει για λίγο κέντρο συνάντησης των πρώτων αγωνιστών και μερικοί εκεί είχαν προσεγγιστεί για πρώτη φορά. Το μαγαζί, όμως βρισκόταν μεταξύ των καταστημάτων δυό Τούρκων, ενός κουρέα κι ενός παπλωματά και δεν θα ήθελαν να τους βάλουν οποιεσδήποτε υποψίες, έτσι, ο Κώστας άνοιξε μαγαζί λίγο πιο πέρα, σε πιο καθαρή περιοχή. Το μαγαζί, που πωλούσε αποικιακά, όσπρια και σπόρους, το είχε δημιουργήσει με συνεταίρο τον αδερφό του τον Νικόλα, τους βοηθούσε όμως και ο αδερφός τους ο Γιώρκος. Και οι τρείς, είχαν ενταχθεί από τους πρώτους, στην Οργάνωση και παρ'όλο που ο Γιώρκος και ο Νικόλας δεν είχαν δώσει τον όρκο, η συνεισφορά τους δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητη.
Το μαγαζί του Νικόλα, όπως όλοι το ήξεραν, έγινε πολύ γρήγορα κέντρο συνάντησης και στράτευσης των μελλοντικών αγωνιστών. Από την πρώτη αποστολή όπλων με το «Σειρήν», που τα ξεφόρτωσαν στη Βρέξη και την μυστική κάθοδο του αρχηγού πολύ λίγος χρόνος πέρασε, μέχρι που τους μάζεψαν εκείνο το βράδυ, σίγουρα μετά από προδοσία, ενώ ετοιμάζονταν να ξεφορτώσουν το «Άγιος Γεώργιος», στα Ροδαφίνια. Τους έπιασαν με ενέδρα και ο Κώστας το έφερε βαριά που δεν είχαν προβάλει καμιά αντίσταση κάτι που ήταν κυριολεκτικά αδύνατο. Τ' αδέρφια του, ο Νικόλας και ο Γιώρκος δεν πήραν μέρος στο ξεφόρτωμα των όπλων, αφού όμως όλα είχαν προδοθεί, ο Κώστας περίμενε ότι θα τους μάζευαν κι αυτούς αφού είχαν κρυμμένα στα σπίτια τους όπλα από το προηγούμενο φορτίο. Κι όμως, μέχρι τώρα δεν τους είχαν συλλάβει, σημάδι ότι φύλαξαν καλά τον οπλισμό και δεν τον βρήκε η αστυνομία. Μπορεί όμως και σκόπιμα να μηντους είχαν συλλάβει, για να τους παρακολουθούν και να σημαδεύουν όσους τους πλησίαζαν, ως πιθανούς επαναστάτες και μέλη της Οργάνωσης.
Χίλιες φορές είχε κάνει αυτές τις σκέψεις ο Κώστας. Τις πρώτες μέρες της σύλληψης του πραγματικά υπέφερε όσο σκεφτόταν αυτό το ενδεχόμενο, αλλά και τώρα δεν ησύχαζε, αν και γνώριζε πολύ καλά πόσο προσεκτικά ήταν τ' αδέρφια του.
Με όλες αυτές τις σκέψεις είχε ξεχάσει το βιβλίο, που το κρατούσε σφιχτά με το ένα χέρι ενώ στο άλλο κρατούσε το μολύβι με το οποίο είχε πριν από αρκετή ώρα τραβήξει τη γραμμή στο ένα από τα δύο εξώφυλλα.
Στο νου του ήρθε ο μεγάλος του γιός, ο Αντρέας. Είχε μπεί στην δευτέρα τάξη του γυμνασίου και σε λίγο θα τον προσέγγιζαν, για να τον εντάξουν στη Νεολαία της Οργάνωσης, αν δεν το είχαν κιόλας κάνει. Ήξερε πως ήταν ενθουσιώδης, ήταν όμως και πολύ προσεκτικός και συνεσταλμένος, σοβαρός και λιγομίλητος. Ο Αντρέας είχε όλες τις αρετές του πραγματικού αγωνιστή. Όταν στον ίδιο είχαν πει «σε θέλουμε γιατί ξεκινάμε τον ένοπλο αγώνα για την Ένωση», ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που φώναξε «αυτή είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής μου!».
Τώρα όμως ένιωθε ένα τσίμπημα στην καρδιά να σκέφτεται το μεγάλο του γιό, σε μια τόσο τρυφερή ηλικία, ούτε δεκαπέντε χρονών, να ετοιμάζεται για τον υπερ πάντων αγώνα. Και ίσως ν' ακολουθούσαν και οι άλλοι του γιοί. Πόσο άραγε θα κρατούσε αυτός ο Αγώνας; Ένας Αγώνας «Υπερ πάντων», που σίγουρα θα γινόταν ακόμα πιο πολύ τραχύς κι αιματηρός, αγώνας μαρτυρίου και θανάτου!
Κούνησε το κεφάλι κι έδιωξε τις βαριές του σκέψεις. «Ευτυχώς που είμαι μόνος», σκέφτηκε, «γιατί στα σίγουρα αν με έβλεπε κάποιος, θα με έπαιρνε για τρελό, να κρατάω το βιβλίο οτοναέρατόση ώραχωρίςνα κάνω τίποτα!»
Κάποιος τον έβλεπε όμως. Ήταν ο Διευθυντής των φυλακών, που στεκόταν στην πόρτα, χωρίς να τον αντιληφθεί ο Κώστας. Πίσω του, χωρίς να φαίνεται, στεκόταν ένας βαριάνος, που τον συνόδευε.
- Good morning*, είπε και ο Κώστας έδειξε να ξαφνιάζεται. Γρήγορα όμως βρήκε τον εαυτό του και ανταπέδωσε το χαιρετισμό στα ελληνικά.
- Καλημέρα κύριε, είπε και το πρόσωπο του ήταν σοβαρό. Όταν αντιλήφθηκε τον βαριάνο, που ήταν πίσω από τον Διευθυντή, τον χαιρέτισε κι αυτόν.
Χρησιμοποιώντας το συνοδό βαριάνο ως μεταφραστή, ο 

* Good morning: Καλημέρα.

Διευθυντής τον ρώτησε αν του άρεσαν τα βιβλία και ήταν φανερό ότι ήθελε να πιάσει κουβέντα. Ο Κώστας δεν ένιωθε κανένα μίσος για τους Εγγλέζους, αν και τους πολεμούσε με πάθος. Πίστευε ότι τον αντίπαλο σου πρέπει να τον εκτιμάς και να τον τιμάς όσο και τον εαυτό σου, γιατί διαφορετικά υποβαθμίζεις τον ίδιο τον δικό σου αγώνα.
Άφησε το βιβλίο στον πάγκο, ας περίμενε. Θα είχε όλο το χρόνο να τελειώσει το δέσιμο αργότερα.
-   Μου αρέσουντα βιβλία, είπε, δεν ξέρω όμως εγγλέζικα και δεν μπορώ να τα διαβάσω. Ο βαριάνος μετάφρασε.
-  Θα ήθελες να μάθεις εγγλέζικα; ρώτησε ο Διευθυντής.
Ο Κώστας τον κοίταξε δύσπιστα «Πού να το πηγαίνει, άραγε;» αναρωτήθηκε.
Ο Διευθυντής, σαν να κατάλαβε τη σκέψη του, χαμογέλασε. «Και ο χειρότερος άνθρωπος να είναι, όταν χαμογελάει, γίνεται πολύ όμορφος», σκέφτηκε ο Κώστας και χαμογέλασε κι εκείνος. Το χαμόγελο του ήταν φωτεινό και πλούσιο. Κατάλαβε ο Διευθυντής ότι μπροστά του είχε έναν τίμιο, σοβαρό και ήσυχο άνθρωπο. Έμεινε εκεί και κουβέντιασε μαζί του για δέκα, σχεδόν, λεπτά. Τον ρώτησε για το χωριό του, την οικογένεια του, το επάγγελμα του. Ο βαριάνος μετέφραζε και ο Κώστας απαντούσε απλά κι αβίαστα. Στο τέλος, ο Εγγλέζος του έδωσε το χέρι έκαναν χειραψία και φεύγοντας του είπε ότι θα δώσει οδηγίες να του βρουν τον Όλιβερ Τουίστ στα ελληνικά, για να μπορέσει να τον διαβάσει. «Είναι σπουδαίο βιβλ'ο», είπε και ο βαριάνος μετέφρασε.
Έφυγε ο Διευθυντής και ο Κώστας ξανάπιασε το βιβλ'ο στα χέρια του. Είχε όλα τα απαραίτητα για να κολλήσει τα εξώφυλλα στο κορμό του βιβλίου. Τα εξώφυλλα ήταν ήδη καλοκομμένα, ζυγισμένα, όπως τα ζύγια του χαρταετού, και περίμεναν να βάλει όλη του την τέχνη για να τα ενώσει στις δυό πλευρές του βιβλίου, με τη βοήθεια των δυο πλατιών κορδέλλων που είχε ήδη στεραιώσει, σφικτά, στη ράχη του. Τις κορδέλλες, από πολύ λεπτή τσόχα, του τις είχε εξασφαλ'σει ο βοηθός του σκαρπάρη, ο Γιουσούφ. Ήταν άχρηστα κομμάτια, περίσσευμα, ουσιαστικά από το υλικό που κάλυπταν εσωτερικά τα παπούτσια. Ήταν όμως, Αγγλκής προέλευσης και τα εγγλέζικα προϊόντα φημίζονταν για τη στεραιότητα και την αντοχή τους.
Ο Γιουσούφ είχε μια στενή φιλία με τον Κώστα. Ήτανλγάκι αγαθός και οι άλλοι φυλακισμένοι τον πείραζαν. Μια μέρα τον βρήκε ο Κώστας να κλαίει, γιατί κάποιος του είχε κλέψει τα κουμπιά της μπλούζας, που φόραγε ως βοηθός σκαρπάρη. Ήταν μια μπλούζα από χακί ύφασμα, που την είχε από χρόνια και κούμπωνε μπροστά με κουμπιά, από αυτά που αφαιρούνται, γιαναπλυθείη μπλούζα.
Τον βρήκε το λοιπόν, ο Κώστας τον Γιουσούφ, να κλαίει και δεν τον παρηγόρησε μόνο. Φρόντισε κιόλας, μέσω του Ηράκλη, να του εξασφαλίσει ολοκαίνουρια κουμπιά για τη μπλούζα του και από τότε ο Γιουσούφ λάτρευε τον Κώστα αν και, στην αγαθότητα του, του έλεγε μέσα-μέσα «Η ΕΟΚΑ δεν είναι καλό πράμα, σκοτώνει ανθρώπους» κι έφευγε χωρίς να περιμένει απόκριση ξέροντας πόσο πολύ πλήγωνε τα αισθήματα του φίλου του.
Ο Κώστας ήξερε την ιστορία του Γιουσούφ, τον είχε συμπαθήσει, όπως και πολύς κόσμος. Ήταν περίπου συνομήλκός του, δεν ήταν ακόμα σαράντα χρονών και η ιστορία, που τον έστειλε στη κρεμμάλλα στην αρχή και στην φυλακή ισόβια, με χάρη του Κυβερνήτη, συνέβη δέκα χρόνια πριν, λίγο μετα που τέλειωσε ο πόλεμος.
- Να που σκέφτομαι άλλα πράγματα πάλ, μονολόγησε ο Κώστας και ξεκίνησε να απλώνει την κόλλα στα κομμένα εξώφυλλα. Έβαλε τόση όση χρειαζόταν για να μην υγρανθεί το χαρτί, την άπλωσε πολύ προσεκτικά, προσέχοντας να μην αφήσει ούτε το ελάχιστο κενό και την άφησε να στεγνώσει μερικά λεπτά. Την ίδια ώρα άπλωσε ένα πολύ λεπτό στρώμα κόλλας πάνω στη πρώτη και την τελευταία σελίδα του βιβλίου, που δεν είχαν γράμματα και, κρατώντας το όρθιο, έφερε και πίεσε τις κορδέλες, από τη μια και από την άλλη ώστε να κολλήσουν σε μια ολόισια γραμμή. Έβαλε μετά, πολύ μαστορικά, το βιβλ'ο να καθίσει πάνω στο ένα εξώφυλλο, το πίεσε δυνατά με την παλάμη του για να κολλήσει και στη συνέχεια, αφήνοντας το πλάγια πάνω στον πάγκο, πήρε το δεύτερο εξώφυλλο και το έβαλε απότηνπάνω πλευρά.
Με απαλά χέρια, σαν να περιποιόταν νεογέννητο μωρό, πίεσε κάθε σημείο των δύο εξώφυλλων, προσέχοντας να μη μαζέψει πουθενά η σελίδα που πάνω της τα είχε κολλήσει. Επειδή δεν είχε προνοήσει να βρεί κάτι για να το βάλει να πιέζει το βιβλ'ο και να πετύχει το κόλλημα, ανέβηκε και κάθισε πάνω του ο ίδιος. «Όσο πέντε λέπτα και θα κολλήσει πολύ καλά», σκέφτηκε. Είχε ακόμα να κολλήσει ένα κομμάτι μαλακό δέρμα στη ράχη του βιβλίου και πάνω από το μπροστινό εξώφυλλο τη σελίδα, που έγραφε τον τίτλο. Αυτή η σελ'δα θα κολλούσε και πάνω από το δέρμα της ράχης του βιβλίου, εκεί που διπλωνόταν πάνω στο εξώφυλλο. Στο πίσω εξώφυλλο θα κολλούσε μια γκριζογάλανη κόλλα, που την έβγαλε από ένα περιοδικό και είχε πάνω της μια περίεργη παράσταση, ένα παιδάκι να πετάει ανάμεσα στ'άστρα και το φεγγάρι.
Το κομμάτι το δέρμα, όπως και τη λεπτή τσόχα, που στήριξε τα εξώφυλλα, του τα είχε εξασφαλίσει ο Γιουσούφ. «Άχ, αυτός ο Γιουσούφ, δεν φεύγει από το μυαλό μου σήμερα» σκέφτηκε, ενώ καθόταν ακόμα πάνω στο βιβλ'ο.
Ο Γιουσούφ καταδικάστηκε για ένα έγκλημα, που δεν χωρούσε στον νου ότι μπορούσε άνθρωπος να το κάνει. Καταγόταν από ένα μικρό χωριό της Πάφου. Ήταν μοναχοπαίδι και ο πατέρας του πέθανε σε ατύχημα, όταν ήταν πολύ μικρός. Ζούσε με τη μητέρα του στο χωριό, όμως κατέβαινε καθημερινά στο Κτήμα με το ποδήλατο του και εργαζόταν ως κτίστης. Έλεγαν μάλστα ότι ήταν πολύ καλός τεχνίτης. Δεν εργαζόταν σε αφεντικό, αλλά έκανε δουλειές δικές του κι έβγαζε αρκετά χρήματα, για να περνά καλά ο ίδιος και η μητέρα του, που όλοι έλεγαν πως την αγαπούσε πολύ. Κι όμως! Ένα πρωί, η Χαττιτζιέ, η μάνα του Γιουσούφ βρέθηκε πνιγμένη στο κρεβάτι της. Εκείνος είχε ήδη φύγει για τη δουλειά του και κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί καν ότι μπορούσε να ήταν ο δράστης.
Την έθαψαν κι έψαχναν να βρουν σε ποιον είχε φταίξει εκείνη η καλή γυναίκα για να πάει να την πνίξει. Πέρασαν λίγες μέρες και η αστυνομία δεν έβρισκε άκρη. Και τότε έσκασε σαν βόμβα η είδηση. Ο γιόςτης ο Γιουσούφ ήταν ο φονιάς! Φαίνεται ότι όλα τα χρήματα που κέρδιζε, της τα παράδινε κι αυτή του έδινε τόσα όσα χρειαζόταν μόλς για να περνά. Εκείνη την ημέρα της ζήτησε περισσότερα, εκείνη δεν του έδωσε, έγινε συζήτηση, δημιουργήθηκε παρεξήγηση και ο Γιουσούφ, πάνω στο θυμό του την έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια. Κανείς δεν θα τον υποψιαζόταν, αλλά κάτω από την πίεση της ένοχης συνείδησης, πήγε και τα ομολόγησε όλα.
Δικάστηκε. Η δίκη δεν κράτησε πολύ. Άλλωστε, μετά την ομολογία του τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Το δικαστήριο δεν έδειξε καμιά επιείκια και καταδικάστηκε σε θάνατο. Θα τον εκτελούσαν, αλλά ο Χότζιας στο Κτήμα, τον ήξερε πολύ καλά γι' αυτό έγραψε στον Κυβερνήτη και ζήτησε αλλαγή της ποινής. Τον άκουσε ο Κυβερνήτης και άλλαξε σε ισόβια την ποινή, μα ο Γιουσούφ δεν ήταν για ζωή πια και πολλές φορές, κλαίγοντας είχε πει πως μόνο ο θάνατος του άξιζε.
Αναστέναξε ο Κώστας. «Η κακιά στιγμή!» σκέφτηκε. Θα ήταν περασμένες οι οκτώ και σε λ'γο θα έπρεπε να πάει στο μαγειρείο να βοηθήσει τον μάγειρα. Εκτός από βιβλιοδέτης, εδώ στη φυλακή μάθαινε και να μαγειρεύει. Χαμογέλασε και το χαμόγελο του ήταν πικρό. Ακόμα τριάμιση χρόνια θα πλήρωνε την αμαρτία του.
Κατέβηκε από τον πάγκο. Τα βιβλίο είχε κολλήσει τέλεια. Με την πίεση διορθώνονταν και οι στραπατσαρισμένες σελίδες του. «Καλή δουλειά για ένα αρχάριο, μόνο να μπορούσα να το διαβάσω κιόλας», σκέφτηκε και τύλξε το βιβλ'ο και μαζί όλα τα απαραίτητα για να τελειώσει το δέσιμο, σ' ένα κομμάτι παλιά εφημερίδα, που είχε μαζί του, κάνοντας ένα μικρό πακέτο.
Περπάτησε προς την πόρτα, για να βγεί, αυτή όμως άνοιξε πριν την πλησιάσει και μπήκε ένας αξιωματικός. Τον είχε ξαναδεί, δενήξερε όμως το όνοματου. Ήταν Τούρκος.
- Εσύ είσαι ο Κώστας; τον ρώτησε και όταν του έγνεψε ναι, συνέχισε. Έχεις επισκέψεις, Κώστα, πήγαινε να ξυριστείς και να βάλεις καθαρά ρούχα.
Θυμήθηκε, ο Κώστας ότι είχε στείλει πρόσκληση στην αδερφή του, πρέπει να έκανε λάθος στην ημερομηνία όμως, γιατί δεν θα διάλεγε τη σημερινή μέρα, που ήταν του Άη Νικόλα και ήξερε ότι όλη η οικογένεια θα εκκλησιαζόταν στο ξωκκλήσι του Αγίου και ύστερα θα πήγαιναν να ευχηθούν στον αδερφό του που γιόρταζε.
Όπως και να είχαν όμως τα πράγματα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη που πολύ την χρειαζόταν. Εκείνη η μέρα και πολύ γρήγορα μάλιστα, του επιφύλασσε κι άλλες ευχάριστες εκπλήξεις!

Ο Πολεμίτης κοίταξε το ρολόι του. Οκτώ η ώρα. Είχε καθίσει στη μικρή καντίνα των επισκεπτών, άναψε τσιγάρο και παράγγειλε καφέ. Νύσταζε φοβερά και χασμουριόταν δυνατά ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του και κάνοντας ένα παράξενο θόρυβο με τις φωνητικές του χορδές, χωρίς να νοιάζεται που όλοι τον κοιτούσαν αποδοκιμαοτικά. Καμιά δεκαριά άτομα κάθονταν μέσα στη καντίνα και μερικοί άλλοι έβγαλαν καρέκλες και κάθισαν έξω, απολαμβάνοντας τη χειμερινή λιακάδα.
Ήρθε ο καφές και ο Πολεμίτης έβγαλε και πλήρωσε, δυό γρόσια. Ξανακοίταξε το ρολόι του. Ήταν, πιο πολύ μια μηχανική κίνηση, αφού ήξερε πως θα περίμενε τουλάχιστον δυό ώρες για να γίνουν οι διατυπώσεις, να μπουν μέσα, να κάνουν την επίσκεψη και να τελειώσουν. Ρούφηξε με απόλαυση τον καφέ του ανάβοντας ακόμα ένα τσιγάρο. Το τελείωσε και ένιωσε τη νύστα να τον νικά. Τράβηξε μια δεύτερη καρέκλα, την έβαλε μπροστά του, με τη ράχη προς το μέρος του, έβαλε πάνω, σταυρωτά τα χέρια του κι ακούμπησε το κεφάλι πάνω τους. Τον πήρε ο ύπνος και γρήγορα ήρθε και το όνειρο. Το ίδιο καταραμένο όνειρο, που τον βασάνιζε από χρόνια, από τότε που η μονάδα του πήρε μέρος στη μεγάλη απόβαση στην Ιταλία, στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήθελε να ξυπνήσει μα δεν μπορούσε. Φαίνεται πως κάτι έλεγε στον ύπνο του γιατί κάποιος τον σκούντησε δυνατά.
- Ρε φίλε ξύπνα, άρπαξε τη φωνή τ' αφτί του καθώς άνοιγε τα μάτια του. Ανασήκωσε το κεφάλι και κοίταξε στο κενό. Ήταν σαν αλλοπαρμένος.
- Τι έχεις ρε φίλε, του ξανάπε ο ίδιος που τον είχε σκουντήξει. Πρέπει να έβλεπες άσχημο εφιάλτη για να φωνάζεις τόσο δυνατά.
Το ίδιο του έλεγε και η γυναίκα του, η Βικτωρού, όταν τον ξυπνούσε γιατί φώναζε στον ύπνο του. Ποτέ δεν της είπε για το όνειρο που έβλεπε. Ήταν κάτι που δεν ήθελε να το συζητά με κανένα. Το κακό όνειρο όμως ερχόταν και ξαναρχόταν και δεν έλεγε να τον αφήσει ήσυχο, τόσα χρόνια τώρα. Ερχόταν όμως όταν κοιμόταν στο κανονικό του κρεβάτι. Πρώτη φορά του παρουσιάστηκε όπως τώρα, ενώ κοιμόταν καθιστός σε μια καρέκλα. Ίσως και να ήταν η υπερβολκή κούραση, αλλά και η αϋπνία αφού όλο το προηγούμενο βράδυ δεν είχε κοιμηθεί.
Κοίταξε καχύποπτα τον άνθρωπο, που τον ξύπνησε.
- Και τι έλεγα; Έκανε και τα μάτια του γέμισαν θυμό. Ο άλλος τον κοίταζε παραξενεμένος. Φαινόταν καλοκάγαθος τύπος και το τελευταίο που θα ήθελε θα ήταν ένας καβγάς πρωί-πρωί. Ξεροκατάπιε και προσπάθησε να μη δείξει θυμό.
- Δεν κατάλαβα τίποτε, φίλε μου, του είπε απότομα και δεν έδωσε συνέχεια στη κουβέντα.
Έσπρωξε την καρέκλα του ο Πολεμίτης και σηκώθηκε. Βγήκε έξω και ο κρύος αέρας της Καραμανιάς τον ξύπνησε για καλά. Στάθηκε για λίγο στη στενή βεράντα της καντίνας και τεντώθηκε. Γρήγορα ξέχασε και το όνειρο και τη σκηνή με τον άγνωστο. Κανένας άλλος δεν είχε δώσει σημασία.
Έβγαλε το πακέτο, αλλά δεν άναψε τσιγάρο. Είχε μπαφιάσει. Θες όμως, γιατί είχε αποκοιμηθεί, θες η κούραση και η ένταση, ένιωθε έντονα το κρύο, σχεδόν τουρτούριζε. Γύρισε γρήγορα και ξαναμπήκε στην καντίνα, δε βρήκε όμως καρέκλα άδεια και πήγε στον χαμηλό πάγκο όπου παρήγγειλε ένα καυτό τσάι. Κατέβασε την εμαγέ τσαγέρα από το κουγιούμι ο καντινιέρης κι έριξε λίγο από το παχύρευστο, καυτό τσάι σ' ένα γυάλινο ποτήρι. Το συμπλήρωσε με ζεστό νερό κι έριξε και δυό κουταλιές ζάχαρη. Άφησε μέσα στο ποτήρι το κουταλάκι για ν' ανακατέψει τη ζάχαρη και το έσπρωξε προς το μέρος του. Ήταν ρούσικο τσάι, αλλά μύριζε έντονα κανέλλα και γαρούφαλο.
Ο Πολεμίτης, ήπιε το τσάι γουλιά-γουλά και το απόλαυσε. Ήταν δυνατό και γλυκό, όπως ακριβώς το ήθελε. Δεν άναψε τσιγάρο, αν και κρατούσε ακόμα το πακέτο στο χέρι. Ο καντινιέρηςτου είχε γυρισμένη τη πλάτη κι έψηνε καφέδες μετα τσίγγινα μπρίκια μέσα στην καυτή άμμο, που τη ζέσταινε από κάτω μια μηχανή πετρελαίου με ψηλό λαιμό.
Πλήρωσε το τσάι και βγήκε έξω. Τώρα ένιωθε πιο καλά. Η μπάρρα της σκοπιάς, που ήταν ακριβώς απέναντι από την καντίνα, ανασηκωνόταν για να περάσει η Μαύρη Μαρία, που ερχόταν από έξω, προφανώς από κάποια άλλη πόλη φέρνοντας κάποιο κρατούμενο. Το μεγάλο, μαύρο αυτοκίνητο, με το καγκελλωτό πισινό παράθυρο, του έφερε κάποιες κακές αναμνήσεις από τότε, που είχε μεταφέρει και τον ίδιο, από την Πάφο καταδικασμένο σε μερικούς μήνες φυλακή, γιατί απερίσκεπτα ανακατεύτηκε σε μια διαδήλωση λες και ήταν κανένα μαθητούδι.
Προχώρησε προς το αυτοκίνητο του, που το είχε αφήσει λίγο πιο πέρα, περισσότερο γιατί ήθελε να περπατήσει λίγο. Έφτασε στο αυτοκίνητο αλλά δεν το άνοιξε. Έκανε μεταβολή κι επέστρεψε γρήγορα στη καντίνα. Βρήκε μια καρέκλα άδεια και κάθισε. Το μυαλό του ήταν άδειο και το πρόσωπο του χλωμό και σκοτεινό, αντικατοπτρίζοντας την κακή του διάθεση. Το κακό όνειρο βούλαζε τη σκέψη του και δεν μπορούσε να τη λευτερώσει. Στο χέρι του κρατούσε ακόμα, ξεχασμένο, το πακέτο με τα τσιγάρα. Με μιά, σχεδόν μηχανική κίνηση, το άνοιξε, έβγαλε τσιγάρο και το άναψε. Ένιωσε τη γεύση του πικρή στη πρώτη ρουφηξιάτου καπνού.
- Μα τι διάβολο έπαθα σήμερα; αναρωτήθηκε και πέταξε στο πάτωμα το τσιγάρο και το πάπισε. Η διάθεση του δεν ήταν καθόλου καλή και γινόταν όλο και χειρότερη.
Ο καντινιέρης σέρβιρε τους τελευταίους καφέδες και ήρθε και κάθισε κοντά του. Τον κατάλαβε ότι ήταν βαρύς και δύσθυμος.
- Έχεις κανένα δικό σου μέσα; τον ρώτησε κάνοντας ένα ελαφρύ νόημα με το κεφάλι κατά τη φυλακή. Στην αρχή νόμισα ότι είχες φέρει επισκέπτες, συνέχισε.
- Και καλά το σκέφτηκες, απάντησε ο Πολεμίτης και ξαφνικά ένιωσε να χαλαρώνει.

Ο καντινιέρης φαινόταν καλός άνθρωπος και ήταν βέβαιος ότι το ενδιαφέρον του δεν είχε σκοπιμότητα. Άνοιξε ξανά το πακέτο με τα τσιγάρα, που το κρατούσε ακόμα στο χέρι και του πρόσφερε. Έβαλε κι εκείνος ένα στο στόμα και ο καντινιέρης έβγαλε από τη τζέπη του έναν αναπτήρα, από εκείνους που άναβαν με βενζίνη, έστριψε τον τροχό στη τσακμακόπετρα άρπαξετο φυτίλι κι άναψαν και οι δυό.