ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ΄- ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΠΟΤΕ

[...καϊ οϋτω διάγοντες τονβίον εν ειρήνη, μετά ύγιείας, ώς εικός, γηραιοί τελευτώντες άλλον τοιοϋτον βιον τοις έκγόνοις παραδώσουσιν.] Πλάτων Πολιτεία II, 372d, 1 -3


Τα λεπτά που περίμεναν την πόρτα να ανοίξει και να τους αφήσουν να μπουν μέσα στη φυλακή, τους φάνηκαν ατέλειωτα. Μια πόρτα βαριά, που σφράγιζε τα αισθήματα τους και που δεν έλεγε να ανοίξει και να τους επιτρέψει έστω για λίγο να ξεγελάσουν τους νόμους της καταπίεσης και της ανθρώπινης ματαιοδοξίας, που εκφράζεται από την τήρηση των νόμων που φτιάχνονται, όχι για να καθοδηγούν αλλά για να ποινικοποιούντα πάντα.
Πα τις τρείς γυναίκες, που περίμεναν, ανάμεσα στους δυό βαριάνους, ήταν χρόνος αμηχανίας. Δεν μιλούσαν. Και τι να πουν άλλωστε; Η σκέψη τους ήταν γεμάτη τρόμο. Η Στασού και η Πολυξένη για πρώτη φορά έρχονταν σ' ένα τέτοιο χώρο, που λίγο-πολύ τους προκαλούσε ένα παράξενο φόβο. Η Δεσποινού είχε έρθει κι άλλες φορές, ποιος όμως συνηθίζει τη σκέψη ότι βρίσκεται μέσα σ' ένα κολαοτήριο, όπου παιδεύεται η ανθρώπινη ψυχή, η ψυχή εκείνωνπου αγαπά;
Ο Χριοτάκης μελετούσε, τα πρόσωπα των ανθρώπων που ήταν γύρω του. Το αίσθημα ενός φοβερού μεγαλείου εκείνων που τους είχαν κλείσει εκεί μέσα, μεγάλωνε όσο η ώρα της επίσκεψης πλησίαζε και πιο πολύ έκανε τους άλλους ανθρώπους να φαντάζουν στα παιδικά του μάτια μικροί σαν νάνοι.



Ένιωθε σαν να στεκόταν στην εκκλησιά, όπως εκείνη την πρώτη φορά που στεκόταν, μαζί με τη Στέλλα, μπροοτα-μπροοτα, λίγο πριν από το Σολέα, κι άκουγε με δέος τη φωνή του ιερέα να ψέλνει, μέσα από το ιερό, χωρίς να μπορεί να τον δει. Ξέφευγε, από τους αλλόκοσμους θορύβους, ο νους του αγοριού και ταξίδευε στα χέρια και τα πρόσωπα των άλλων. Τα χέρια των γυναικών ήταν σταυρωμένα στο στήθος, σαν να προσεύχονταν, και στα πρόσωπα τους διέκρινε τον φόβο και την προσμονή. Οι δυό βαριάνοι στέκονταν σε στάση προσοχής με τα χέρια τεντωμένα προς τα κάτω και τα πρόσωπα σοβαρά κι ανέκφραστα. Στη σκέψη του Χριοτάκη όλα είχαν μια σειρά και όλα είχαν θέση. Πολλές φορές είχε σκεφτεί, αν όλα όσα έβλεπε κι άκουε ήταν τα ίδια και στην πραγματικότητα, ή μήπως ο κάθε άνθρωπος τα αντιλαμβανόταν με τον δικό του τρόπο. Δεν έβρισκε απάντηση. Μόνο έτσι, μπορούσε να δικαιολογήσει τους ανθρώπους και τις πράξεις τους, κυρίως εκείνες τις πράξεις που έκαναν άλλους ανθρώπους να υποφέρουν.
Τις σκέψεις του διέκοψαν προσωρινά οι φωνές μιας γυναίκας που κατέβηκε από ένα ταξί μπροστά στο φυλάκιο της εισόδου. Αποκαλούσε τον ταξιτζή ψεύτη και κλέφτη και τον στόλιζε και με άλλες πολύ βαριές βρισιές που δεν άρμοζαν στο στόμα μιας γυναίκας. Φαινόταν από το ντύσιμο της ότι ήταν σουρλουλού και κακού χαρακτήρα. Φορούσε ένα μακρύ, ολοκόκκινο φουστάνι κι ένα παράξενο καπέλλο και μόλις κρατούσε την ισορροπία της πάνω στα υπερβολικά ψηλά τακούνια της. Ο ταξιτζής έστριψε κι έφυγε βιαστικός, μάλλον χώρις να πληρωθεί. Η παρδαλή γυναίκα προχώρησε κατά τη σιδερένια πύλη της φυλακής, φωνάζοντας ακόμα θυμωμένη.
- Είναι η φιλενάδα του προμηθευτή, είπε με σιγανή φωνή ο βαριάνος φρουρός της πύλης. Άσχημο κουμάσι όμως. Τώρα θα βρίσει κι εμάς που δεν θα την αφήσουμε να μπει. Αυτές είναι οι οδηγίες του Διευθυντή. Θα ήταν καλύτερα όμως, αντί να διατάζει εμάς να βάλει σε ταξη τον προμηθευτή. Τι να πείς όμως αφού όλους τους ταΐζει, κανένας δεν του λέει τίποτα, ούτε στον ίδιο ούτε στην.. .κόμπιασε.
-   Σώπα, τον πρόλαβε ο συνοδός βαριάνος. Δεν αξίζει τον κόπο να εκτίθεσαι. Έδειξε τους επισκέπτες και συνέχισε «είναι συγγενείςτου Κώστα και του Κκολιού».
Δεν πρόλαβε να πει τίποτα άλλο, γιατί τον πρόλαβε η σουρλουλού.
-  Άνοιξε, έβαλε μια αγριοφωνάρα στον φρουρό.
Την κοίταξε εκείνος και της εξήγησε ψύχραιμα τις εντολές που του είχαν δώσει. Εκείνη όμως δεν έπαιρνε από εξηγήσεις κι άρχισε πάλι να βρίζει, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις κοπέλες και το μικρό παιδί που την άκουαν.
Η Στασού θύμωσε και δεν έκρυβε το θυμό της. «Μια πουτάνα τους δουλεύει κανονικά», σκέφτηκε. «Κι αυτοί δεν τολμούν να της πουν τα μάτια σου τα μαύρα. Γιατί έχει μέσον! Και οι Εγγλέζοι δεν είναι καλύτεροι από μας. Ακούς να τα τρώνε από τον προμηθευτή και να γίνονται υποχείρια της φιλενάδας του! Τι σόι Διευθυντής να είναι αυτός; Κι όμως επέτρεψε την επίσκεψη στη Πολυξένη που δεν είχε πρόσκληση. Που σημαίνει ότι δεν είναι κακός άνθρωπος. Φαίνεται όμως ότι ο νους του είναι λίγος...».
Όσο η σουρλουλού γινόταν όλο και πιο έξαλλη, τόσο ο φρουρός δεν της άνοιγε. Η Στασού δεν μπορούσε άλλο να παρακολουθεί χωρίς να κάνει τίποτα. Το κατάλαβε αυτό ο συνοδός βαριάνος και της έγνεψε να σιωπήσει. Ήταν καιρός όμως κάποιος να επέμβει, γιατί και ο φρουρός της πύλης είχε φτάσει στα όριά του και θα έκανε καμιά απερισκεψία την οποία θα πλήρωνε σκληρά.
Έκανε ένα βήμα μπροστά ο συνοδός βαριάνος και μίλησε επιτιμητικά. Ο τόνος της φωνής του ήταν έντονος και τα λόγια του προσεκτικά και επιλεγμένα λέξη προς λέξη.
-   Άκουσε κυρία, της είπε, εδώ είναι κυβερνητική υπηρεσία. Οι υπάλληλοι δεν κάνουν ότι θέλουν, αλλά πράττουν σύμφωνα με τις εντολές που λαμβάνουν. Όταν τους βρίζεις διαπράττεις αδίκημα. Αν ο συνάδελφος θέλει να καλέσει την αστυνομία εγώ θα μαρτυρήσω για όσα του έχεις πει. Και το πρόστιμο σου θα είναι μεγάλο.
Όλοι περίμεναν ότι η γυναίκα θα αντιδρούσε ακόμα πιο βίαια κι όμως σιώπησε. Κοίταξε το βαριάνο που της μίλησε, και, όσο συνειδητοποιούσε αυτά που της είχε πει, φάνηκε ο πανικός στα μάτια της. Κατάλαβε ότι αυτός δεν ήταντου χεριού της.
-  Δώσε μου το νούμερο σου και θα κανονίσω κι εσένα του είπε θυμωμένα ακόμα αλλά φανερά πια ανήσυχη κι αβέβαιη.
Της είπε ένα νούμερο κι εκείνη γύρισε και τράβηξε για τη σκοπιά, προφανώς πιστεύοντας ότι εκεί θα της επέτρεπαν ένα τηλεφώνημα στον Διευθυντή.
-  Έτσι πρέπει να τις μεταχειρίζεσαι αυτές, είπε ο βαριάνος. Στο κάτω- κάτω, εσύ είσαι η εξουσία και ο κόσμος σε φοβάται. Δεν επιτρέπεται να σε απειλεί η κάθε ελαφρόμυαλη.
Ήθελε να πει «η κάθε σκατοπουτάνα» συγκρατήθηκε όμως εξαιτίας της παρουσίαςτων επισκεπτών, κυρίως των γυναικών.
-  Μα του έδωσες το δικό μου νούμερο, όχι το δικό σου, παρατήρησε ο άλλος βαριάνος.
Χαμογέλασε ο άλλος.
-  Εσύ το πρόσεξες, εκείνη όχι, του είπε. Αγαπητέ μου, αυτός που θέλει να σε καταγγείλει παίρνει μόνος του το νούμερο σου από τον ώμο σου, αυτός που θέλει να σε απειλήσει ή να σου κάμει τον καμπόσο, σε ρωτάει τι νούμερο έχεις. Μια συμβουλή να σου δώσω, ποτέ μην πείς σε κάποιο που σου ζητάει το νούμερο σου, ας το δει στον ώμο σου. Πες του το κι άμα λάχει ένας καλός δικηγόρος θα σε ξελασπώσει. Να ξέρεις στο δικαστήριο είναι άλλο το είδα κι άλλο το άκουσα.
Η σύντομη οτιχομυθία των δύο βαριάνων τράβηξε την προσοχή του Χριστάκη πιο πολύ παρά η σκηνή με την γυναίκα. Οι πρώτες εντυπώσεις του για τους ανθρώπους αυτούς δεν ήταν καλές, τώρα όμως άρχισε να τους βλέπει κι αυτούς σαν απλούς και συνηθισμένους ανθρώπους που κι αυτού πάλευαν για το ψωμί τους. Για το επάγγελμα τους όμως δε θα μπορούσε να αλλάξει ιδέα. Στο κάτω-κάτω δεν ήταν παρά ένα σκαλί πίσω από τον δήμιο. Αυτά σκεφτόταν ο Χριοτάκης και είχε σκυθρωπιάσει. Το πρόσεξε η θειά Δεσποινού και του χάιδεψε το κεφάλι, ανακατεύοντας τα σγουρά μαλιάτου.
- Κρυώνεις; τον ρώτησε, όπου νά 'ναι θα μας ανοίξουν και μέσα θα είναι ζεστά.
Όμως ο Χριστάκης δεν κρύωνε. Θύμωσε, γιατί η θειά του του συμπεριφερόταν σαν να ήταν παιδάκι. Αυτός θεωρούσε τον εαυτό του μεγάλο πια και είχε αποφασίσει ότι δε θα δεχόταν να ξαναπάει με τη μαμά στο χαμάμ και να τον σχολάζουν οι φίλες της, μέσα σ' εκείνο τον πυκνό ατμό που τον έπνιγε και ν' ακούει και τα άλλα τους σχόλα, άνοστα κι ανούσια, ενώ έκαναν ομαδικά το ατμόλουτρο τους. Ήταν κι εκείνη μια από τις μικρές διαδικασίες που οι γυναίκες απολάμβαναν κάθε Σάββατο του χειμώνα, που το μπάνιο στο σπίτι, με την παντελή έλλειψη υγεινομικών διευκολύνσεων, ήταν πολύ δύσκολη υπόθεση.
Το πρωί του Σαββάτου το χαμάμ, λουτρό το έλεγαν οι Έλληνες, στο Μούτταλλο, άνοιγε μόνο για τις γυναίκες, μισό σελίνι το άτομο και δωρεάν για τα παιδιά αν τα έπαιρναν μαζί τους. Ο Χριστάκης δεν είδε όμως ποτέ άλλα παιδιά, αυτόν τον έπαιρνε η μαμά τακτικά. Την πρώτη φορά νόμισε ότι ο πυκνός ατμός θα τον έπνιγε και έτρεξε να φύγει. Τον κράτησε όμως η Θεοδούλα και με τον τρόπο της του έδωσε πολύ θάρρος. Μετά πιάτο απολάμβανε και δεν ήθελε να τελειώσει. Δικαιούνταν μισή ώρα στο λουτρό και ο Χριοτάκης ένιωθε ανάλαφρος και καθαρός όλη τη βδομάδα που ακολουθούσε. Τον τσιτσίδωνε η μαμα και όλοι, μαζί μετρείς-τέσσερις άλλες γυναίκες, φίλες της μαμάς ή γειτόνισσες κάθονταν στις τσιμεντένιες, χαμηλές πεζούλες κι απολάμβαναν τον ατμό και το καυτό νερό, που ερχόταν από μια μικρή, χάλκινη βρύση και το έριχναν πάνω τους με βαθουλές, μπακιρένιες κούππες. Είχαν στη διάθεση τους και μια μεγάλη πλάκα πράσινο σαπούνι, που έβγαζε πλούσιο αφρό και το χρησιμοποιούσαν με τη σειρά. Πολύ του άρεσε του Χριστάκη, μέχρι εκείνη τη μέρα που μια από τις γυναίκες, η μάνα του συμμαθητή του του Αντρικού έκανε εκείνο το σχόλιο. Τότε, ξαφνικά κατάλαβε ότι ήταν γυμνός και τον έβλεπαν και ήταν σαν την αποκάλυψη της γύμνιας του Αδάμ και της Εύας που, όπως έλεγε η γιαγιά η Δεσποινού, ο Θεός τους «τιμώρησε και κατάλαβαν ότι ήταν γυ μνοί!».
Μάλλον κατάλαβε ότι ήταν αρκετά μεγάλος και οι δρόμοι του με τις γυναίκες χώριζαν. Αυτό βέβαια έπρεπε να το είχε καταλάβει όταν η συμμαθήτρια του, η Γιαννούλα τον κατήγγειλε στο μπαμπά της κι αυτός στον δικό του, ότι την ώρα που σχόλαγαν, μια χειμωνιάτικη μέρα με πολύ κρύο και λάσπες παντού ταχα της έφτυσε στο τετράδιο της. Ψέματα. Αυτός δεν είχε κάνει κάτι τέτοιο. Άλλος το είχε κάνει και η αλήθεια είναι ότι δεν τον εμπόδισε ούτε τον αποπήρε, αντίθετα είχε κιόλας γελάσει με το «κατόρθωμα» του συμμαθητή του. Πίστευε από τότε ότι αυτό το γέλιο του είχε μαντατέψει η Γιαννούλα κι ένιωθε ενοχή που δεν εμπόδισε το συμμαθητή του από εκείνη την κακόγουστη πράξη. Κι όσο θυμόταν τα κορίτσια να κλαίνε, εκείνο το απόγευμα, δίπλα στον πλευρινό, ανατολικό τοίχο του πελεκανάδικου, με τις ακτίνες του απογευματινού ήλου να πέφτουν στα γεμάτα δάκρυα μάτια τους, τόσο πιο πολύ καταλάβαινε την ενοχή του. Ξεκίνησε από το μαγαζί και ή ρθε στο σπίτι, ο πατέρας, αποκλειστικά για να του βάλει τις φωνές. Ήταν η πρώτη φορά που του έκανε παρατήρηση, σημάδι κι αυτό ότι πια ήταν μεγάλος. Του είπε ότι αν το ξανάκανε θα έπεφτε και ξύλο. Μέχρι τα εφτά του, δεντου είχε δώσει ούτε ένα χαϊδευτικό χαοτουκάκι και τώρα τον απειλούσε με ξύλο. Κι αυτό για μια ψεύτικη καταγγελία. Κι όμως τελκά ήταν συνένοχος κάτι που το καταλάβαινε πολύ καλά, γι' αυτό δεν είπε λέξη, ήθελε ν' απολογηθεί, μα δεν το έκανε. Ο πατέρας έφυγε βιαστικός και ο Χριστάκης έμεινε μόνος μετην ενοχή του. Ήταν μια ενοχή που θυμόταν έντονα και τον στενοχωρούσε για πολλές μέρες.
«Είμαι μεγάλος πια», σκέφτηκε. «Δεν κάνει να με βλέπουν γυμνό οι γυναίκες. Είναι ντροπή!». Έφερε στο νού του και το άλλο συμβάν με τη θειά τη Ρεβεκκού. Η θειά του έραβε τα παντελόνια, τα πουκάμισα του και τα εσσώρουχά του όσο ήταν πιο μικρός, πρίν ακόμα πάει στο σχολείο. Η μαμά έλεγε ότι ήταν πολύ καλή ράφταινα. Του είχε ράψει και λινά σώβρακα, δεν τα φορούσε όμως γιατί τα θεωρούσε κοριτσίστικα. Μια μέρα πήγε να κάνει πρόβα το πρώτο του μακρύ παντελόνι και τότε η θεία του τον επέπληξε, πολύ άγαρμπα, που δεν φόραγε το σώβρακο του και τώρα στεκόταν γυμνός και τον έβλεπαν όλοι. Ντράπηκε πάρα πολύ. Δε φόρεσε βέβαια σώβρακο, ούτε και μετά από αυτό, γιατί κανένα αγόρι δε φορούσε, όμως, δεν δέχτηκε να του ξαναράψει τίποτα η θειά Ρεβεκκού. Έτσι άρχισε να του ράβει τα παντελόνια του ο θείος Ττοουλής και τα πουκάμισα του η νέα του θεία η Μαρούλα, η γυναίκα του θείου του Κυριάκου.
Από τις σκέψεις του τον έβγαλε η μικρή, σιδερένια πόρτα που έτριξε ελαφρά πάνω στους καλολαδωμένους μεντεσέδες της και μισάννοιξε. Το είχε προσέξει ο Χριστάκης και πριν, που μισάννοιξε, για να μπει ο Εγγλέζος. Ήταν φανερό ότι φοβούνταν μην τους ξεγελάσει κανείς και πετάξει έξω από τη φυλακή, αν άνοιγαντη μεγάλη.
Ο φρουρός τους έγνεψε να περάσουν. Μπήκαν σ' ένα μεγάλο προθάλαμο όπου τους παρέλαβε ένας άλλος βαριάνος, ενώ ο προηγούμενος συνοδός τους αποχώρησε. Ο νέος βαριάνος τους είπε μερικές κουβέντες, πιο πολύ συμβουλές παρά οδηγίες και τους οδήγησε στο χώρο των επισκέψεων. Ήταν ένας χώρος όπου υπήρχε εντυπωσιακή ταξη και καθαριότητα. Οι τοίχοι ήταν κάτασπροι και το ψηλό ταβάνι δημιουργούσε την ψευδαίσθηση του αίθριου. Στα δεξιά ήταν ένας μακρύς πάγκος από πεύκινο ξύλο και πίσω του, προς τον τοίχο μια σειρά από καρέκλες. Μερικές καρέκλες ήταν κι από μπροστά. Εδώ γινόταν το επισκεπτήριο για τους ελαφροποινίτες. Μια γυναίκα, μ' ένα παιδάκι ήταν ήδη εκεί, καθισμένη σε μια καρέκλα ενώ απέναντίτης στεκόταν ένας νέος άντρας, με τη γκρίζα στολή του κατάδικου, μάλλον αμήχανος και απολογητικός, μπροστά στη γυναίκα του και το παιδί του. Ποιος ξέρει για ποιο παράπτωμα τον είχαν κλείσει μέσα!
Απέναντι, ο προθάλαμος άνοιγε προς την αυλή. Δεν φαίνονταν ούτε ψηλοίτοίχοι ούτε συρματοπλέγματα, όπως στην Κοκκινοτριμιθιά. Ο ήλιος, που είχε πια ανέβει ψηλά, γλιστρούσε πάνω από τα κεραμίδια ενός χαμηλού παραπήγματος και γέμιζε το χώρο με άπλετο φώς. Ο Χριοτάκης περίμενε ότι εδώ μέσα θα επικρατούσε μισοσκόταδο και το πλούσιο φως ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Όμως όλο το φως από όλους τους ήλιους μαζί δεν ήταν αρκετό για να διώξει το σκοτάδι της ψυχής.
Στα αριστερά ξεκινούσε ένας στεγασμένος, αλλά ανοικτός προς τα έξω, διάδρομος που ίσως να οδηγούσε προς τα κελά. Ο Χριοτάκης φανταζόταν τα κελιά σαν μικρά, στενά δωμάτια, υγρά και ανήλιαγα, χώρους, δηλαδή, ψυχικού βασανιστηρίου κι εξόντωσης της θέλησης για ζωή κι ευτυχία.
Στην άκρη του χώρου των επισκέψεων ήταν το μεγάλο κλουβί που ήταν λουσμένο στο φως του πρωινού ήλιου και η δυνατή αντανάκλαση έκανε τα μάτια των επισκεπτών να δυσκολεύονται να διακρίνουντις λεπτομέρειες. Ο βαριάνος που τους συνόδευε τους οδήγησε προς το κλουβί και μόνο όταν έφτασαν πολύ κοντά είδαν πίσω από το κάγκελο τους δικούς τους. Ήταν ο Κώστας, ο Χριοτόδουλος, ο Νικόλας και ο Χριστάκης. Φορούσαν το χοντρό, γκρίζο πουκάμισο της φυλακής, αυτό όμως πολύ λ'γο το πρόσεξε ο Χριστάκης. Αυτό που τον εντυπωσίασε ήταν το πλούσιο χαμόγελο στα χείλια και των τεσσάρων.
Το κλουβί ήταν τέλειο. Ψηλό κάγκελο το κάλυπτε κι από τις τέσσερις πλευρές και η οροφή ήταντόσο χαμηλή που θα έλεγες ότι άγγιζε τα κεφάλια αυτών που ήταν μέσα. Υπήρχε μόνο ένα μικρό άνοιγμα μπροστά, όσο που χωρούσε τα χέρια των φυλακισμένων για μια χειραψία. Καμιά άλλη σωματική επαφή δεν ήταν δυνατή.
Δυό βαριάνοι στέκονταν λίγο πιο πέρα φρουροί και επιτηρητές της επίσκεψης. Δεν επιτρεπόταν να δώσουν τίποτε στους φυλακισμένους κι έπρεπε να μιλούν αρκετά δυνατά για να ακούγονται. Αν δοκίμαζαν να δώσουν οποιεσδήποτε πληροφορίες ψιθυριστά, είτε οι φυλακισμένοι είτε οι επισκέπτες για οτιδήποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ύποπτο, η επίσκεψη διακοπτόταν και άρχιζαν οι ανακρίσεις. Το επισκεπτήριο θα κρατούσε μισή ώρα.
Οι γυναίκες έσπρωξαν τον Χριστάκη να πάει μπροστά. Δίστασε για μια στιγμή αυτός, ύστερα όμως προχώρησε αποφασιστικά. Η ψυχή του ήταν γεμάτη δέος, αλλά η καρδιά του ήταν περήφανη.
Ο θείος Κώστας, γελαστός αλλά αμίλητος, έβγαλε το χέρι από τη χαραμάδα του κλουβιού. Το πήρε ο Χριστάκης και το φίλησε. Τα μάτια του είχαν γεμίσει δάκρυα και καταλάβαινε πως δε θα τα συγκρατούσε για πολύ. Μετά τον θείο Κώστα, του έδωσε το χέρι ο θείος Χριοτόδουλος. Το πήρε και το φίλησε κι αυτό. Τα δάκρυα είχαν αρχίσει πια να αυλακώνουν τα μάγουλα του. Φίλησε μετά το χέρι του Νικόλα και του Χριστάκη. Κοίταξε στα μάτια τον Χριοτάκη, καθυστερώντας για μια στιγμή να του αφήσει το χέρι. Ο Χριοτάκης ήταν ο πιο νέος, σχεδόν έφηβος και στα μάτια του διάβασε την απόφαση όλου του λαού για αγώνα και θυσία.
Κανένας δεν μιλούσε. Όλοι καταλάβαιναν τα δάκρυα του μικρού αγοριού. Ήταν τα δάκρυα της υπόσχεσης αλλά και της αγωνιώδους, βουβής ερώτησης «πόσο καλύτεροι από σας μπορούμε να γίνουμε εμείς;». Αποτραβήχτηκε ο Χριοτάκης, στάθηκε σε μια άκρη κι άφησε τα βουβά του δάκρυα να τρέχουν ασταμάτητα μέχρι το τέλος της επίσκεψης.
Πλησίασαν μετά οι τρείς γυναίκες, έκαναν χειραψία και μίλησαν με τους τέσσερις φυλακισμένους. Υπήρχε συγκίνηση και η προσπάθεια να μην τη δείξουν ήταν φανερή. Και τι θα άλλαζε άλλωστε; Όλα ήταν προδιαγεγραμμένα. Ο χρόνος της φυλακής ήταν καθορισμένος και τα πράγματα δεν προμήνυαν καμιά αλλαγή, ούτε επέτρεπαντην παραμικρή αισιοδοξία.
Ο Χριοτόδουλος ήταν ο πιο στωικός ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Η γυναίκα του ήταν εκεί, τόσο κοντά του κι όμως δεν μπορούσε καν να την αγγίξει. «Αυτή είναι η φυλακή!» σκέφτηκε κι εμπόδισε ένα στεναγμό να εκδηλωθεί. Μήπως δεν το ήξεραν όταν έδιναν τον όρκο; Τους είχαν πει ότι μετά τον όρκο δεν υπήρχε πίσω, κάθε παρασπονδία ίσως να σήμαινε την εκτέλεση, θα υπέφεραν και θα κινδύνευε κάθε μέρα η ζωή τους. Πιο πολλά από όσα τους είχαν πει, ήταν όσα καταλάβαιναν από μόνοι τους, ότι η οικογένεια τους θα έμπαινε σε δεύτερη μοίρα, πολύς κόσμος θα υπέφερε και θα υπήρχε θάνατος και αίμα και πολλοί θα τους καταριόνταν για το τόλμημα τους. Ήταν μια επανάσταση και κανένα έλεος δεν χωρούσε για τους επαναστάτες και γι' αυτούς που τους υποστήριζαν.
- Πέστε μας λοιπόν όλα τα νέα. Ήταν ο Κώστας, που, όπως πάντα ενδιαφερόταν για όλους και για όλα.
- Πέστε μας πρώτα εσείς, πώς περνάτε εδώ μέσα, σας φέρονται καλά, το φαγητό είναι καλό, γιατί έχετε αδυνατήσει τόσο; Ο Χριστάκης δεν έχει μείνει ούτε ο μισός! Τι θα πώ τώρα στη μάνα του και στη Λυδία; Έκανε τις ερωτήσεις η Στασού τη μια πίσω από την άλλη, σαν να ήξερε ήδη και τις απαντήσεις. Πες μου Νικόλα, συνέχισε, το φαγητό είναι τόσο άσχημο; Κι εσύ και όλοι σας έχετε πολύ αδυνατήσει.
Οι παρατηρήσεις της Στασούς δημιούργησαν αμηχανία. Ο Ττοουλής χαμογέλασε και πρόλαβε τον Κώστα.
- Είναι φυλακή, Στασού, είπε, τι περιμένεις; Θα περάσει! Στεναχωριόμαστε που δεν σας βλέπουμε, που αφήσαμε τα σπίτια μας και δεν ξέρουμε πως περνούν οι δικοί μας. Μα θα περάσει ο καιρός. Ήδη πέρασαν πάνω από έξι μήνες. Απέφυγε την ερώτηση. Δεν θα ωφελούσε σε τίποτα να ξέρουν οι δικοί τους ότι το φαγητό που τους έδιναν ήταν λιγοστό και πολύ κακής ποιότητας, ψωμί μουχλασμένο, ελιές λυωμένες, κόκκινη κολοκύθα νερόβραστη, χωρίς λάδι, ρέγγα που δεν τρωγόταν. Έτρωγαν όσο πιο πολύ μπορούσαν, για να μην γίνει το δικό των Εγγλέζων και να λυγίσουν. Άλλωστε, είχαν κάνει και το φαγητό ένα είδος αντίστασης και συνένωσαν τις προσπάθειες τους με τους άλλους φυλακισμένους και είχαν καταγγείλει τη Διεύθυνση των φυλακών, στον Ερυθρό Σταυρό, είχαν κάνει ακόμα και απεργία πείνας. Βέβαια, το φαγητό δεν βελτιώθηκε και αντ' αυτού πολλοί γεύτηκαντη βαναυσότητα και την απομόνωση.
- Το φαγητό δεν είναι καλό! είπε ο Νικόλας. Αυτο όμως δεν είναι σοβαρό πρόβλημα. Ήδη μας δίνουν δουλειά και κάνουμε κι έτσι περνά και η ώρα. Εγώ και ο Χριοτάκης ασχολούμαστε στο μαγειρείο, ο Κώστας δένει βιβλία και ο Χριστόδουλος ράβει.
- Μη πεις στους δικούς μου ότι αδυνάτησα, παρακάλεσε ο Χριοτάκης. Οι πρώτοι μήνες ήταν οι δύσκολοι. Ώσπου να έρθουν εκείνοι να με δούν, όλοι θα έχουμε ξαναπάρει το βάρος μας. Έχει δίκαιο ο Χριοτόδουλος. Η φυλακή είναι φυλακή μα ο καιρός περνά, ίσως να βγούμε πολύ πριν ολοκληρώσουμε την ποινή μας.
Εννοούσε ότι ίσως ο Αγώνας να μην παρατραβούσε, κανένας όμως δεν το πίστευε αυτό. Οι Εγγλέζοι ήταν πολύ σκληροτράχηλοι και το δήλωναν σε κάθε ευκαιρία ότι με τίποτα δεν θα εγκατέλειπαν το νησί. Ήταν και μια βοήθεια που βρήκαν από μέσα, με πολλούς Κυπρίους που δεν πίστευαν και δεν ήθελαν την Ένωση με την Ελλάδα. Το χειρότερο απ' όλα ήταν η προδοσία. Εκεί, οι Εγγλέζοι βρήκαν ένα ανέλπιστα ισχυρό σύμμαχο. Θα ήταν λοιπόν ουτοπία να πιστεύει κανείς ότι ο Αγώνας θα τέλειωνε γρήγορα.
Ο Κώστας, πουτόση ώρα άκουε χαμογελώντας, επενέβη.
-  Στασού, είπε και η φωνή του ήταν σοβαρή ενώ το χαμόγελο εξαφανίστηκε ξαφνικά από το πρόσωπο του, τα πράγματα δεν είναι εύκολα, ούτε για μας, αλλά ούτε για σας που είστε έξω. Και θα γίνουν ακόμα πιο δύσκολα. Εδώ δε δικαιούμαστε καν να μιλούμε με τους επισκέπτες μας.
Κοίταξε προς τους βαριάνους που τους πρόσεχαν. Αυτοί δεν έκαμαν καμιά κίνηση, καταλάβαινε όμως ότι δεν έπρεπε να το παρατραβά.
-  Τα πράματα θα πάρουν το δρόμο τους και ο Θεός είναι μεγάλος, συνέχισε. Ας αλλάξουμε όμως κουβέντα και στο λίγο χρόνο, που έχουμε ας πούμε κι ας ακούσουμε όλα τα καλά και χρήσιμα νέα. Για να μην το ξεχάσω, όμως, σας έγραψα κιόλας, θέλω να μου στείλετε μανιτάρι του δρύ. Είναι πολύ καλό για το πλύσιμο των γυάλινων ποτηριών. Τα κάνει να λάμπουν. Το πρόσεξα ότι ήταν γεμάτος ο κορμός στον δρύ του Χαμπή.
Η Στασού θυμήθηκε που τους έγραψε. Θυμήθηκε και πόσο προβληματιζόταν η μάνα της. Τώρα της το ξεκαθάρισε. Ήξερε που να κοιτάξει. Στο χωράφι του άντρα της, υπήρχαν τέσσερις θεόρατοι δρύες. Ο ένας ήταν αιωνόβιος, έκανε λίγα βαλανίδια, και ήταν τόσο μεγάλος που χωρούσε πέντε-έξι μεγάλα ζώα δεμένα στη σκιά του. Και τον αξιοποιούσαν πλήρως. Κάποτε σε μια άκρη του, σε μια ξέβαθη σπηλιά, φώλαζε και μια αλεπού όπου ένα σκοίνο, μπροστά από τη μικρή σπηλά, της έδινε τέλεια κάλυψη.
- Θα φροντίσουμε να σου στείλουμε με την Ελένη, που θα έρθει στην επόμενη επίσκεψη, είπε, ενώ άκουε δίπλα της τη κουνιάδα της, τη Δεσποινού να μιλά με το Χριοτόδουλο χαμηλόφωνα και να του εξηγεί για τον μικρό Νίκο, τη δουλειά της στο Φασούρι, το μαγαζί, λίγο απ' όλα, γιατίη ώρα περνούσε γρήγορα και είχετόσα πολλά νατου πει και νατου εξηγήσει.
Η Πολυξένη δε μιλούσε. Παρακολουθούσε τους δικούς τους πίσω από τα κάγκελα, τους βαριάνους, που στέκονταν βλοσυροί και απλησίαστοι, τους Αξιωματικούς, που ήταν κυρίως Εγγλέζοι και μπαινόβγαιναν, έναν άλλο φυλακισμένο που τον έφεραν στο επισκεπτήριο, τους γέροντες γονείς του που ήρθαν να τον δούν, την ταξη και τη σοβαρότητα που επικρατούσε παντού και ανάμεσα σε όλα αυτά τον Χριστάκη που στεκόταν απόμερα με τα βουβά του δάκρυα, που έτρεχαν στα μάγουλα του. Η ίδια καταλάβαινε πολύ καλά γιατί έκλαιε το μικρό αγόρι. Ένιωθε και η ίδια τα μάτια της γεμάτα δάκρυα, ντρεπόταν όμως να το δείξει. Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από τα δάκρυα. Σε κάποιους είναι φανερά, σε άλλους είναι βουβά. Η Πολυξένη θεωρούσε ότι τα δάκρυα ήταν προάγγελοι του κάθε καλού ή κακού, μεγάλης λύπης ή μεγάλης χαράς. Μόνο οι συμβατικοί και άχρωμοι άνθρωποι δεν κλαίνε. «Τυχεροί όσοι έχουν εύκολο το κλάμα!», έλεγεη μάνα της η Βάρβαρου.
Η κουβέντα του Πολεμίτη μετονκαντινιέρη κράτησε όσο και το τσιγάρο, που κάπνισαν μαζί. Ο καντινιέρης φαινόταν συνομωτικός τύπος και στον Πολεμίτη φάνηκε ύποπτος, σαν να ψάρευε πληροφορίες, έτσι έγινε πολύ προσεκτικός στις κουβέντες του, κάτι πολύ σπάνιο για την ιδιοσυγκρασία του.
- Η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη, είπε ο καντινιέρης κουνώντας το κεφάλ του. Η βασίλισσα δε θα δώσει χάρη σε κανένα. Οι φυλακές γεμίζουν και όπου νά 'ναι θα αρχίσει να δουλεύει και η αγχόνη.
Ο Πολεμίτης τον κοίταξε στα μάτια. Κατάλαβε ο καντινιέρης ότι τον υποψιάστηκε και σιώπησε για μια στιγμή, τίναξε τη στάχτη από το τσιγάρο του στο πάτωμα, έξυσε το κούτελλό του και επανήλθε στην κουβέντα.
-  Στα βουνά σκοτώνουν Εγγλέζους! Αυτοί είναι στρατιώτες πολύ καλά εκπαιδευμένοι, οι αξιωματικοίτους πολέμησαν οι πιο πολλοί στον πόλεμο και ξέρουν να πολεμούν. Θ'αρχίσουν κι αυτοί να σκοτώνουν. Μόνο ο Θεός ξέρει που πηγαίνουμε!
Ο Πολεμίτης συνέχιζε να τον κοιτά με δυσπιστία χωρίς να μιλά, στο μυαλό του όμως επεξεργαζόταν αυτά που άκουε. Πραγματικά είχαν στηθεί, από τους αντάρτες, ενέδρες στα βουνά και οι φήμες μιλούσαν για νεκρούς Άγγλους στρατιώτες, για καταδότες και για συνεργάτες των Εγγλέζων που εκτελέστηκαν. Η Κυβέρνηση δεν έδινε πολλές πληροφορίες για τα θύματα και οι εφημερίδες πολύ λίγα έγραφαν αφού δεν υπήρχε επίσημη πληροφόρηση. Ακούγονταν όμως πολλά και ο φόβος έσφιγγε τις καρδιές των φιλήσυχων ανθρώπων.
Ο Πολεμίτης δεν ήταν βέβαια ένας συνηθισμένος, φιλήσυχος άνθρωπος. Στον πόλεμο είδε κι έπαθε πολλά. Αν και δεν μιλούσε πολύ ο ίδιος, όλοι ήξεραν πως πήρε μέρος σε μάχες και ότι οι αξιωματικοί του, τον είχαν για σκληρό καρύδι. Από τη φύση του επαναστάτης, το έφερε πολύ βαριά που δεν τον κάλεσαν στον Αγώνα. Δεν ήξερε ποιους κάλεσαν, ήταν όμως βέβαιος ότι είχαν καλέσει πολλούς από εκείνους που πολέμησαν στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακόμα και αντάρτης θα δεχόταν να βγει. Ήξερε από όπλα, βόμβες, νάρκες και φυσικά ήξερε από ενέδρες. Όμως δεν τον κάλεσαν. Προτίμησαν ρεσπέρηδες και μαθητούδια!
Ο καντινιέρης σηκώθηκε κι έψησε δυό καφέδες και τους έφερε, έναν για τον καθένα. Ο Πολεμίτης πρόσφερε και δεύτερο τσιγάρο, άναψε κι εκείνος ένα, αν κι ένιωθε πως δεν το ήθελε. Δοκίμασε να ξεστρατίσει λίγο τη κουβέντα.
-  Ήρθαμε από την Πάφο, είπε, με τρείς κοπέλλες κι ένα μικρό αγόρι, όλοι αμάθητοι από ταξίδι και με αυτούς τους παλιόδρομους, οι γυναίκες έκαναν συνέχεια εμετό, εγώ νύσταζα γιατί δεν κοιμήθηκα όλη τη νύκτα, καταλαβαίνεις τι χάλι είμαι!
Ο κανπνιέρης κατάλαβε ότι άλλαζε τη κουβέντα και χαμογέλασε. Ούτε κι αυτός ήταν πολύ ξεκούραστος. Εκείνη η φιλενάδα του προμηθευτή των φυλακών του είχε βάλει άγριο χέρι όλο το βράδυ και τον ξεθέωσε. Όχι ότι ήταν άνθρωπος της περιπέτειας, αλλά να έτσι έτυχε. Είχε κι εκείνος καταταγεί στο Κυπριακό Σύνταγμα δεν έφυγε όμως από τη Κύπρο, ούτε πολέμησε πουθενά. Ήξερε από όπλα και μισούσε τους Εγγλέζους, πιο πολύ από ιδεολογία και για προσωπικούς λόγους. Του είχαν επιβάλει, κατά το τέλος της επιστράτευσης του, μια πολύ βαριά τιμωρία, γιατί πήρε μέρος στις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας που απαιτούσαν άμεση αποστρατεία. Του έκοψαν τρείς ολόκληρους μισθούς, άσε και τις σαράντα μέρες κράτηση με ένα κομμάτι ξερό ψωμί κι ελάχιστο νερό. Μισούσε τους Εγγλέζους, μισούσε και τον πόλεμο. Ήθελε κι αυτός την Ένωση με την Ελλάδα, δεν ήταν όμως έτοιμος να δώσει και τη ζωή του, για να το πετύχει, ούτε ήταν εναντίον ούτε υπερ του Αγώνα. Οπωσδήποτε ο ίδιος δε θα έπαιρνε μέρος.
- Από την Πάφο! είπε ο καντινιέρης κι έφερε ξανά τη κουβέντα στα μέτρα του. Σίγουρα τους έφερες να δουν εκείνους που κατέβαζαντα όπλα.
Ο Πολεμίτης κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
- Κι αυτοί, ρε παιδί μου, συνέχισε την κουβέντα ο καντινιέρης, οικογενειάρχες άνθρωποι, τι μου την θέλουν την επανάσταση;
Ο Πολεμίτης ένιωσε πια ότι δεν μπορούσε να αποφύγει τη συζήτηση. Έτσι έπρεπε να του την κόψει γιατί μπήκαν και νέοι πελάτες στη καντίνα, μαζί κι ένας βαριάνος
- Άκουσε φίλε, του είπε και στη φωνή του διακρινόταν η αποδοκιμασία. Ο καθένας κάνει κατά τη συνείδηση του και κατά τηντρέλατου. Εμείς ας κοιτάζουμε, ο καθένας τα δικά του κι ας πράττουμε κατά το συφέρον μας.
Μέσα του όμως ένιωθε πως ο καντινιέρης είχε δίκιο. Ο άνθρωπος πρέπει πρώτα να φροντίζει την οικογένεια του. «Ποιος το λέει όμως αυτό;» σκέφτηκε. «Κάναμε ένα μεγάλο πόλεμο και πήραμε κι εμείς μέρος. Εκείνος ο πόλεμος δεν χώρισε τις οικογένειες όλου του κόσμου; Για ποια πράγματα αγωνίστηκαν τα εκατομύρια που σκοτώθηκαν; Πα το δίκιο μας είπαν. Το δίκιο, με ποιους να ήταν άραγε; Με κείνους που νίκησανή με κείνους που ηττήθηκαν;»
Ποτέ τα πράγματα δεν θα είναι καθαρά, ποτέ δεν θα είναι μόνο ένα ναι ή ένα όχι. Δεν ήταν όλοι οικογενειάρχες εκείνοι που τους έπιασαν να ξεφορτώνουν τα όπλα του αγώνα. Οι πιο πολλοί ήταν νέοι, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς εμπειρίες από τη ζωή και θα μπορούσαν κι αυτού να ακολουθήσουν την εύκολη ζωή, να διασκεδάσουν, να ερωτευτούν να φτιάξουν το μέλλον τους. Κι όμως, αυτοί οι νέοι ήταν στη φυλακή για ένα πιστεύω, μια ιδέα, που μπορεί να αποδεικτεί άπιαστη, και άλλοι, πάρα πολλοί τους ακολούθησαν, βγήκαν στα βουνά, σκοτώνουν αλλά και μπορεί να σκοτωθούν, ένας καταδικάστηκε ήδη σε θάνατο, θα τον κρεμάσουν και η βασίλισσα αρνήθηκε να του δώσει χάρη. Καμιά χάρη για τους επαναστάτες, που οι Εγγλέζοι τους θεωρούσαν κοινούς εγκληματίες και είχαν τη δύναμη να τους φέρονται έτσι.
Ο Πολεμίτης μάταια προσπαθούσε να ξεστρατίσει τις σκέψεις του. Η αναστάτωση που είχε μέσα του γινόταν πληγή και του έκαιε τα σωθικά. Έζησε τις αντιδράσεις, τις διαδηλώσεις του Μάη που τους δίκαζαν. Ήταν εκεί και όλοι φώναζαν. Τους συνέλαβαν και τους δίκασαν και η απόφαση όμως, όπως γίνεται πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, ήταν ήδη προειλημμένη.
Ένα ήταντο σίγουρο. Ότι δεν υπήρχε πισωγύρισμα. Όσο οι Εγγλέζοι γίνονταν πιο σκληροί, τόσο πιο σκληρός και πιο αιματηρός θα γινόταν ο Αγώνας. Τα μέλη της Οργάνωσης είχαν στρατιωτικό αρχηγό κι σε αυτόν θα υπάκουαν με πειθαρχία και όρκο θανάτου. Αυτά δεν τους τα επέβαλε κανένας, μόνοι τους, με δική τους απόφαση, επέλεξαν τη θυσία, κι όποιος ορκίζεται στον θάνατο δεν κάνει πίσω εκτός κι αν τον διατάξει ο αρχηγός. Όμως ο αρχηγός του Αγώνα ήταν ακόμα πιο σκληροτράχηλος πολεμιστής και μόνο ο θάνατος θα τον σταματούσε κι αυτόν.
Οι διαδηλώσεις και οι απεργίες έδειχναν ότι ο Αγώνας ήταν αποδεκτός από όλο το λαό. Μικρά μαθητούδια του δημοτικού, νοικοκυρές και επαγγελματίες άρπαζαν μια Ελληνική σημαία και κατέβαιναν στους δρόμους με μια μαχητικότητα πρωτόγνωρη σε όγκο και ενθουσιασμό. Ήταν σίγουρο ότι πολύ σύντομα οι Εγγλέζοι θα άρχιζαν να σκοτώνουν και διαδηλωτές. Τώρα, τους έριχναν μόνο δακρυγόνα, γρήγορα όμως θα γίνονταν πιο σκληροί και αιμοδιψείς και πολύ περισσότερο τώρα, που μετρούσαν ήδη νεκρούς και πληγωμένους από τις ενέδρες και τις επιθέσεις της ΕΟΚΑ.
Οι άνθρωποι που καλλιεργούσαν τα πετραδερά χωράφια και την παχιά γή, που μάζευαν παράνομα αλάτι στο γυαλό, που ψάρευαν με απαγορευμένο δυναμίτη, που μάζευαν χαρούπια καιτρεμύθια, που έβοσκαν κατσίκια στις παρυφές των δασών, οι μαγαζάτορες της πόλης, οι κτιστάδες και οι πελεκάνοι, οι εργάτες και οι έμμισθοι, οι μαθητές και οι δάσκαλοι, όλοι οι Κύπριοι θα γίνονταν αγωνιστές. Άλλοι θα ήταν κρυφοί πολεμιστές κι άλλοι στα φανερά θα πολεμούσαν με μια φωνή, μια πυρκαγιά, ένα θάνατο!
Οι σκεπτικιστές, όσοι ήταν, έμειναν μόνοι τους. θα ερχόταν μια μέρα που θα έβλεπαν δεκαπενταχρονους να ανοίγουν το πουκάμισο τους μπροστά στα όπλα των Άγγλων στρατιωτών και θα τους προκαλούσαν να πυροβολήσουν. Μα αυτοί θα έμεναν ακόμα σκεπτικιστές και θα έψαχναν το δικό τους δρόμο. Μόνοι, στην αιωνιότητα θα έψαχναν στους δρόμους της λογικής για εξηγήσεις, θα έψαχναν, πιο πολύ να βρουν τον δικό τους δρόμο και με ψεύτικα δάκρυα θα φόρτωναν ευθύνες.
Ο Πολεμίτης δεν ήθελε να έρχεται δεύτερος. Με μια παράξενη επιπολαιότητα έκρινε τις καταστάσεις κι εκφραζόταν πότε υπέρ και πότε κατά. Από τη μια έπαιρνε μέρος σε διαδηλώσεις κι επέκρινε το ΑΚΕΛ για τη στάση του και από την άλλη φώναζε ότι «δεν θα νικήσουμε έτσι τους Εγγλέζους». Καταλάβαινε και ο ίδιος, ότι με αυτόν τον τρόπο κανείς δεν θα τον εμπιστευόταν, κανείς δεν θα τον πλησίαζε. Κι όμως δεν άλλαζε, αυτός ήταν, αυτός θα έμενε!
Τέλειωσε η επίσκεψη. Ένας από τους βαριάνους τους πλησίασε και τους είπε ότι έπρεπε να φύγουν. Ποιος μπορεί να πει πότε είναι η πιο δύσκολη στιγμή της επίσκεψης σε φυλακισμένους; Όταν έρχεται και τους βρίσκει μέσα στο κλουβί με όλα εκείνα τα μέτρα ασφαλείας που καταρρακώνουν και το τελευταίο ίχνος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας ή όταν τελειώνει και πρέπει να φύγει μετρώντας τα θλιμμένα χαμόγελα της αφόρητης και ασήκωτης προσμονής.
Ο βαριάνος που τους είχε συνοδεύσει μέσα, τους περίμενε για να τους συνοδεύσει κι έξω. Πήραν τα πράγματα τους και βρήκαν τον Πολεμίτη στην καντίνα. Μπήκαν στο ταξί και ξεκίνησαν για το κέντρο της Λευκωσίας, όπου θα έτρωγαν σ' ένα εστιατόριο και μετά θα έπαιρναντο δρόμο της επιστροφής.
Η μέρα ήταν πια προχωρημένη, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο και το ταξί πήγαινε αργά στους στενούς δρόμους. Όλοι τους ήταν μελαγχολικοί και σιωπηλοί, πιο πολύ ο Πολεμίτης. Το ένιωθε ο Χριστάκης και μέσα του γεννιόταν η απορία τι να είχε συμβεί, αφού αυτός ήταν ελεύθερος. Άλλοι ήταν πίσω από τα σίδερα, εκείνοι δεν ήταν ελεύθεροι, δεν είχαν δικαιώματα, αυτός τα είχε όλα, τη δουλειά του, χαιρόταν την οικογένεια του, ήταν μαζί μετα παιδιά του, τα υποστήριζε, τα βοηθούσε. Εκείνοι δεν ήξεραν πότε θα τα έβλεπαν, κι αν τα έβλεπαν δεν θα μπορούσαν καν να τα αγγίξουν ή να τα σφίξουν στην αγκαλιά τους.
Ο Χριοτάκης, πιο πολύ θαύμαζε τον Πολεμίτη για την ειλικρίνεια και τον παρορμητισμό του. Ήταν σίγουρος ότι κι εκείνος ήταν στην Οργάνωση, κι αν δεν ήταν ακόμα, γρήγορα θα έμπαινε. Στ'αλήθεια όμως, τώρα ήταν έξω και ήταν ελεύθερος. Αυτό είχε την πιο μεγάλη σημασία. Δεν χρειαζόταν να είναι βαρύς και ασήκωτος και τόσο σιωτηλός. Ο ίδιος, μετα από την έντονη συναισθηματική φόρτιση που βίωσε μπροστά στους φυλακισμένους, ένιωθε την ανάγκη λίγης κουβέντας. Περίμενε τον Πολεμίτη να ρωτήσει τουλάχιστον αν εκείνοι οι άνθρωποι, πίσω από τα σίδερα ήταν καλά. Τίποτα όμως, ούτε ρώτησε, ούτε μίλησε!
Το αγόρι έγειρε πίσω στο κάθισμα, ανάμεσα στη Πολυξένη και τη μαμά και παρακολουθούσε τον κόσμο που περπατούσε στο δρόμο. Άλλοι έτρεχαν βιαστικά, σαν να τους κυνηγούσαν, άλλοι κινούνταν νωχελικά σαν να μην πλήρωναν δεκάρα για τίποτα. Ένας κόσμος πολύχρωμος, ζωηρός και πολύμορφος.
Η Δεσποινού άνοιξε το τζάμι του παραθύρου της. Αυτή υπόφερε πιο πολύ από όλους. Νέα με όλη τη ζωή μπροστά της, με μια καλή δουλειά για τον άντρα της, είδε τη τραγωδία της με την απώλεια του πρώτου της παιδιού να αντικαθίσταται από την ευτυχία ενός δεύτερου δυνατού και υγειούς παιδιού. Ήταν γλυκιά και είχε έναν σύζυγο σοβαρό, ήσυχο και καλό οικογενειάρχη, που την αγαπούσε και την εκτιμούσε. Ναι, ο Θεός της υποσχόταν μια καλή κι όμορφη ζωή. Κι όμως, να που τα πράγματα έρχονται διαφορετικά από το όνειρο. «Τα πράγματα έρχονται όπως εμείς τα φτιάχνουμε, όπως εμείς τα προσδιορίζουμε», σκέφτηκε και η καρδιά της ξεχείλησε από πίκρα, της ερχόταν να βάλει τα κλάματα, αυτό τα κλάμα ώρες τώρα τα συγκρατούσε. Όμως όχι, σαν την Ανδρομάχη, θα συγχωρούσε τον σύζυγο της και θα ευλογούσε τον αγώνα του. Εκείνης, της Ανδρομάχης, της τον έφεραν νεκρό, ποιος ήξερε ποια θα ήταν η μοίρα, του δικού της πολεμιστή!
- Είμαστε στην πόρτα της Πάφου, έσπασε τη σιωπή του ο Πολεμίτης. Θα φάμε λίγο σ' ένα εστιατόριο και μετα θα ξεκινήσουμε για πίσω. Τα πράματα δεν είναι καθόλου καλά. Φαίνεται ότι έγιναν μάχες στο Τρόοδος και οι Εγγλέζοι μασούν σίδερα. Αν αρχίσουν να βάζουν κέρφιου πριν φτάσουμε στη Πάφο δε θα έχουμε που να μείνουμε. Άσε που όποιον πετύχουν έξω από το σπίτι του, τον κάνουν μαύρο στο ξύλο.
Ο Χριστάκης που χάρηκε όταν άνοιξε το στόμα του ο Πολεμίτης, άρχισε να νιώθει θυμό για την πολυλογία του. «Οι άλλοι είναι στη φυλακή κι αυτός φοβάται μη φάει λίγο ξύλο!» σκέφτηκε και τον κοίταξε προσεκτικά. Έβλεπε το πίσω μέρος του κεφαλιού του, αλλά πολύ θα ήθελε να δει την έκφραση στο πρόσωπο του όσο μιλούσε. Δεν τα κατάφερε όμως. Ο Πολεμίτης ήταν σκυφτός πάνω στο τιμόνι και συνέχισε να μιλά, χαμηλόφωνα, σαν να μιλούσε στον εαυτό του.
- Οι Εγγλέζοι φαίνεται να μην τα βγάζουν πέρα με τους αντάρτες, συνέχισε και ξεσπούν στον απλό κόσμο, ακόμα και στις γυναίκες και τα παιδιά. Δεν είναι οι Εγγλέζοι που ήξερα αυτοί. Δεν φτάνει που δεν έχουν καρδιά δεν έχουν ούτε μπέσα. Είναι σαν μικροί διάβολοι που τους κλώτσησε ο Βελζεβεούλ και βγάζουν το άχτι* τους σ' αυτούς που δεν μπορούν να τους φέρουν αντίσταση.
Ο Χριστάκης, που έστησε τ'αφτίτου και δεν έχανε λέξη απ' τα λόγια του ο Πολεμίτη ένιωσε άσχημα που τον παρεξήγησε στην αρχή. Όχι δεν φοβόταν, μάλλον νοιαζόταν για τους επιβάτες του. Οπωσδήποτε ήταν καλύτερα να επιστρέψουν με το φως της μέρας κι αφού όλα πήγαν καλά και η επίσκεψη τέλειωσε πριν το μεσημέρι δεν ήταν ανάγκη να καθυστερήσουν στην επιστροφή.
Από την πόρτα της Πάφου, πήραν ένα στενό δρόμο, γεμάτο μαγαζιά και κίνηση έστριψαν δεξιά και σταμάτησαν κοντά στον σταθμό της Αλάμπρας. Εκεί βρήκε ένα μικρό, άδειο χώρο, κοντά σ' ένα άλλο ταξί, ο Πολεμίτης και στάθμευσε. Ο συνάδελφος του, πολύ αδύνατος, μ' ένα σακκάκι, που του έπεφτε μεγάλο κι ένα λεπτό, μόρτικο μουστακάκι, που προσέθετε στην ασχήμια του, έσκυψε ελαφρά από το παράθυρο του.
-  Από πού έρχεσαι συνάδελφε; ρώτησε, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
-  Από την Πάφο έρχομαι, συνάδελφε, του απάντησε ο Πολεμίτης. Όλη νύχτα ταξιδεύαμε και καταλαβαίνεις την κούραση μας. Τώρα τελειώσαμε, θα φάμε λίγο και θα πάρουμε δρόμο. Να χαρείς, όσο θα είσαι εδώ, πρόσεχε λίγο και το ταξί μου. Μόλις το πήρα να μην πέσει απάνω του κανένας ατζαμής καιναμουτοφατσελλώσει**.
Ο άλλος ταξιτζής του έγνεψε ναι και χαμογέλασε. Το άσχημο πρόσωπο του έγινε ξαφνικά όμορφο με εκείνο το χαμόγελο. Ήταν χαρακτηριστικό των ανθρώπων εκείνης της

* Άχτι: Εκδικητικό πείσμα. ** Φατσελλώσει:Καταγδάρει.

εποχής να χαμογελούν. Και το χαμόγελο τους ήταν σαν τον ήλιο, ούτε ο θυμός ούτε η κακοτυχία, ούτε η φτώχεια, τίποτα τέλος πάντων δε θα εμπόδιζε εκείνο το χαμόγελο ν' ανθίσει στο χείλι ακόμα και του πιο δύστροπου ανθρώπου.
Η Λήδρας ήταν στις δόξες της. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, παζάρευαν κι αγόραζαν στα μαγαζιά, το καφενείο της Αλάμπρας ήταν γεμάτο, και πολλές φωνές γέμιζαν τον αέρα. Ο Χριστακης είχε μαγευτεί. Ήταν πρωτόγνωρη εμπειρία. Είχε και το Κτήμα πολλή κίνηση, ιδίως τα Σάββατα, όμως με αυτό εδώ δεν χωρούσε σύγκριση.
Το μαγερειό ήταν από την απέναντι πλευρά του δρόμου. Μπήκαν μέσα και κάθισαν. Σ'ένα τραπέζι ο Πολεμίτης με τη Δεσποινού και την Πολυξένη, στο διπλανό η Στασού με τον Χριστάκη. Ήταν λίγο νωρίς, ακόμα δεν ήταν μεσημέρι, έτσι δεν υπήρχαν άλλοι πελάτες. Ήρθε ο μάγειρας και τους έστρωσε καθαρά τραπεζομάντηλα.
Η Στασού παρήγγειλε φασόλες γιαχνί. Μια μερίδα για εκείνη και μισή για το Χριοτάκη. Ζήτησε να τους φέρουν κι έξτρα ψωμί. Ο Χριστάκης τα ήξερε "φασούλια" και σκέφτηκε ότι το «φασόλες» ήταν το όνομα που τους έδιναν οι άνθρωποι της πόλης. Αργότερα, η μητέρα του, του επιβεβαίωσε ότι σωστά το σκέφτηκε.
Οι άλλοι παρήγγειλαν ψητό. Και η Στασού θα προτιμούσε το ψητό, όμως της είχε μείνει όλο κι όλο ενάμιση σελίνι στο πορτοφόλ της και σίγουρα δε θα αρκούσε για ψητό. Ο Χριστάκης τα απόλαυσε με όλη τη σημασία της λέξης. Πραγματικά, στη πόλη έψηναντα πιο ωραία φασόλια που έφαγε ποτέ. Το σέλινο, που είχαν μέσα και κάτι κίτρινες φεττίτσες, καρόττατα είπεη μαμά, τα έκανανπολύ νόστιμα.
Ο Χριστάκης εκτίμησε πολύ τα καρόττα. Θυμήθηκε την προηγούμενη χρονιά, που ο δάσκαλος τους, ο Πασιήσταυρος τους έκανε μάθημα για το λινάρι και το καρόττο. Είχε ένα μοναδικό τρόπο να τους διδάσκει εκείνος ο δάσκαλος και να τους δημιουργεί εντυπώσεις και γνώσεις που θα τους έμεναν για όλη τους τη ζωή. Σε δυό μικρές, πύλινες γλάστρες, έφερε και φύτεψε σπόρους από λινάρι στη μια, και από καρόττα στην άλλη. Ανέθεσε στα κορίτσια να τις ποτίζουν και να τις περιποιούνται και οτ' αγόρια να τις βγάζουν καθημερινά έξω στον ήλιο. Οι σπόροι, βλάστησαν και τα παιδιά παρακολουθούσαν τα φυτα να μεγαλώνουν. Ο δάσκαλος δεν τους είχε πει τι σπόρους είχε φυτέψει και φαινόταν ότι μετά τις πρώτες οδηγίες ξέχασε το θέμα. Και τότε, όταν τα φυτά μεγάλωσαν και ξεχείλισαν στις γλάστρες, πήγε μια μέρα και πήρε τη γλάστρα με το λινάρι και την έβαλε πάνω στην έδρα, μπροστά μπροστά, για να τη βλέπουν όλα τα παιδιά και τους έκανε μάθημα, όχι μόνο για το φυτό, αλλά και για την οικονομική του αξία. Τους είπε για τις μεγάλες βιομηχανίες που χρησιμοποιούσαν το λινάρι για να φτιάχνουν τα λνά υφάσματα που θεωρούνταν καλύτερα και ήταν πιο ακριβά από τα βαμβακερά. Τους είπε ότι στη Μεσαορία, την πιο μεγάλη πεδιάδα της Κύπρου, οι γεωργοί φύτευαν λινάρι και πουλούσαν πολύ ακριβά τον σπόρο για εξαγωγή. Τους είπε ότι δεν υπήρχε ντόπια υφαντουργία και ότι όλα τα υφάσματα τα εισήγαγαν έμποροι από το εξωτερικό και κυρίως από την Αγγλία. Δεν υπήρχε ειδικό μάθημα γι' αυτά τα πράγματα, αλλά ο Πασιήσταυρος έβρισκε χώρο να τα διδάσκει αλλά και να κεντρίζει το ενδιαφερόντων μαθητώντου.
Μια βδομάδα μετά το μάθημα με το λινάρι έγινε και το μάθημα μετο καρόττο. Είχε στο μεταξύ μεσολαβήσει η σύλληψη του «Άγιος Γεώργιος» και η Χλώρακα ζούσε σε μια κατάσταση τρόμου. Τα Εγγλέζικα τεθωρακισμένα έκαναν καθημερινά θορυβώδη παρέλαση στο κύριο δρόμο του χωριού και η αστυνομία έκανε έρευνες στα σπίτια. Έψαχναν για όπλα. Μια μέρα ένα τεθωρακισμένο στάθμευσε στην αυλή της χαλασμένης εκκλησίας. Το πλήρωμα του έμεινε κλεισμένο στη κοιλιά του και μόνο ένας στρατιώτης με μαύρο μπερέ έβγαλε το κεφάλι του μόλς έξω απότη θυρίδα του πύργου. Τα παιδιά, που μόλις σχόλασαν, περικύκλωσαν με περιέργεια το τεθωρακισμένο. Ο Γιαννάκης εξηγούσε για το όπλο που εξήχε η κάννη του από το μπροστινό μέρος του πυργίσκου: «Αυτο είναι αυτόματο οπλοπολυβόλο!» Εκείνη την ημέρα τα παιδιά έμαθαν ότι το αυτόματο είναι ένα όπλο που ρίχνει τις σφαίρες όλες μαζί σε ριπή. Ο Γιαννάκης ένιωθε σπουδαίος που τα ήξερε όλα αυτα, πουτου τα είχε πειο μεγάλος του αδερφός, ο Τάκης. Εκεί όμως, τα παιδιά, με την παιδική τους αθωότητα, να μην τα αφήνει να δουν την πραγματικότητα πίσω απότη παράξενη μηχανή, είδαν ξαφνικά τον στρατιώτη στην κορυφή του πύργου να γίνεται έξαλλος και να τους βάζει τις φωνές στην ακαταλαβίστικη γλώσσα του, να κουνά τα χέρια του σαν τρελός, να βγάζει το όπλο του, ένα οτέν, όπως έμαθαν μετά από τον πολύξερο Γιαννάκη, να οπλίζει και να τα σημαδεύει έτοιμος να πυροβολήσει. Τα παιδιά σκόρπισαν τρομοκρατημένα. Ήταν το πρώτο τους βάπτισμα στη νέα και πολύ σκληρή πραγμα­τικότητα.
Ο Χριστάκης, με όλες αυτές τις εμπειρίες προβληματιζόταν και κλεινόταν στον εαυτό του. Διαισθανόταν άσχημα πράγματα, έπιανε τη μαμά και τη γιαγιά να μιλούν κρυφά, άκουε τον παππού τον Λεωνή να αναστενάζει, κάτι που δεν είχε ξαναγίνει, έβλεπε τον θείο Γιώρκο να έρχεται πιο συχνά στη γιαγιά. Όλα τον έκαναν να φοβάται. Τα καταλάβαινε όλα, γι' αυτό τον φόβιζε το μέλλον, ειδικά αφού είδε τη σύλληψη των αγωνιστών που ξεφόρτωναν τα όπλα, σαν σημάδι αποτυχίας. Το μάθημα με το καρόττο τον βρήκε σ' αυτή την ψυχολογική κατάσταση, γι' αυτό δεν του έδωσε και πολλή σημασία και ήταν σαν να μην το παρακολούθησε. Και να τώρα που δόθηκε ευκαιρία να το ξαναθυμηθεί.
Εκείνη τη μέρα ο Πασιήοταυρος έφερε ένα παράξενο πράγμα μακρύ, σαν ρεπάνι μόνο πιο λεπτό, με κίτρινο χρώμα. Το έβαλε πάνω στην έδρα. Πήρε και τη μικρή γλάστρα με τα καρόττα και τα έβαλε δίπλα τους. Τους είπε κι έγραψαν τις δυό λέξεις που είχαν για ορθογραφία, πήρε τα τετράδια και τα διόρθωσε, κατσάδιασε τον Γιώρκο και τον Κάντα που έγραψαν λάθος και τις δυό λέξεις. Τους επέστρεψε τα τετράδια της ορθογραφίας κι εκεί που τα παιδιά νόμιζαν ότι το είχε ξεχάσει, πήρε το παράξενο πράγμα από την έδρα, έβγαλε ένα σουγιαδάκι από πι τσέπη του, κατέβηκε κάτω στα θρανία και μοίρασε στα παιδιά που κάθονταν στις μπροστινές σειρές από ένα κομματάκι, που το έκοβε με τον σουγιά του. Τους είπε να το φάνε και να πουν τις εντυπώσεις τους και στα άλλα παιδιά που δεν πήραν και δεν είπε τίποτα άλλο. Στο διάλειμμα, κατά παράξενο τρόπο, τα παιδιά δεν μιλούσαν για τίποτα άλλο εκτός από το «γλυκό ρεπάνι», όπως το ονόμασαν, γιατί κανείς δεν είχε ξαναδεί καρόττο. Γι'αυτό τους μίλησε ο δάσκαλος τους όταν επέστρεψαν στη ταξη. Τους είπε πολλά. Αυτή τη φορά δεντους είπε για καμιά οικονομική αξία, αλλά για τη μεγάλη του αξία για την υγεία, αφού περιέχει βιταμίνες που βοηθούν πάρα πολύ «κυρίως στην όραση», όπως τόνισε. Τα παιδιά βέβαια δεν έδεσαν και σε ψηλό μαντήλι τις γνώσεις που τους έδωσε για το καρόττο, αφού μάλλον θα περνούσαν χρόνια να ξαναδούν ή να ακούσουνγι' αυτό.
Το ενάμιση σελίνι της Στασούς ήταν αρκετό, πήρε και τρία γρόσια ρέστα κι αγόρασε μισή οκκά φρέσκα φοινίκια από το μαγαζί που ήταν δίπλα στο μαγερειό. Τα παιδιά σίγουρα κάτι περίμεναν να τους φέρει από τη Χώρα. Τώρα πια δεν της έμενε ούτε μισό γρόσι για ν' ανησυχεί που να το δώσει. Ξέχασε γρήγορα όσα την προβλημάτιζαν πιο πριν, η φτώχεια και ο άντρας της και την ψυχή της κυρίευσαν πιο πικρά και πιο έντονα. Τα δάκρυα του Χριοτάκη, μπροστά στο κλουβί, όσο κι αν δεν το έδειξε, την είχαν συγκλονίσει. Μαζί με την Δεσποινού και την Πολυξένη είχαν κλάψει πάρα πολύ κατα το ταξίδι τους προς τη Λευκωσία. Πίστεψε ότι ήταν μια έξαρση των αισθημάτων, λόγω της συναισθηματικής καταπίεσης και της λύπης που προσπαθούσαν να κρύψουν βαθιά μέσα τους για τους δικούς τους φυλακισμένους. Βλέποντας όμως τα ασταμάτητα δάκρυα του Χριστάκη, βλέποντας τον τώρα σοβαρό και αμίλητο συνειδητοποιούσε ότι όλα τα δάκρυα ήταν για την Κύπρο και τον Αγώνα της. Σ'αυτόν τον αγώνα όλοι είχαν να προσφέρουν. Οι πιο πολλοί θα πρόσφεραν ποταμούς από δάκρυα. Αυτά τα δάκρυα θα κρατούσαν αναμμένο το καντήλι της επιθυμίας για λευτεριά, της προσμονής και της βεβαιότητας ότι κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος και κάποια μέρα θα ερχόταν το υπέρλαμπρο τέλος, που θα καταξίωνε κάθε θυσία και κάθε δάκρυ.
Πίσω στις φυλακές οι βαριάνοι οδήγησαν τους τέσσερις φυλακισμένους και τους έκλεισαν στα κελιά τους. Πρώτη φορά συνέβαινε αυτό. Άλλες φορές, μετα την επίσκεψη, επέστρεφαν στις ασχολες τους. Το πιο παράξενο ήταν που οι κατάδικοι με τους οποίους μοιράζονταν το κελλί, δεν ήταν μέσα, σημάδι ότι αυτούς τους έβαλαν τιμωρία ή είχε συμβεί κάτι με τους πολτικούς κατάδικους. Οι βαριάνοι δεν ανέφεραν τίποτα και όταν ο Χριστάκης τους ρώτησε, φανερά εκνευρισμένος γιατί τους κλείνουν μέσα, την ώρα μάλιστα που πρέπει να μαγειρέψουν, τον κοίταξαν κι αυτοί πολύ ενοχλημένοι από τη διαταγή που πήραν και δεν του απάντησαν. Και τι να του πουν, αφού ούτε οι ίδιοι ήξεραν.
Ο Κώστας, που ένιωθε ένα αβάστακτο πόνο από τα δάκρυα του Χριστάκη, γιατί ήταν βέβαιος ότι και τα δικά του παιδιά έκλαιαν για την απουσία του, κάθισε στα σανίδια του κρεβατιού κι έχωσε το πρόσωπο στις χούφτες του. Δεν κατάφερνε να θυμώσει με τους Εγγλέζους αν και ήταν σίγουρος ότι εκείνοι είχαν δώσει την εντολή. Περίεργο όμως, αφού λίγο πιο πριν ο Διευθυντής του είχε μιλήσει, με καλοσύνη και κατανόηση και δεν είχε κανένα λόγο να αλλάξει ξαφνικά διάθεση και να τους βάλει τιμωρία. Όσο να' ναι και οι Εγγλέζοι έχουν την κοινή λογική κι αισθήματα, ίσως και κατανόηση για τους αντιπάλους τους. Το σίγουρο είναι ότι κάποια διαταγή ήρθε από ψηλά, πιθανόν από την υπηρεσία πληροφοριών των φυλακών. Στη σκέψη ρίγησε. Τι να έγιναν άραγε οι δικοί του; Έφυγαν ή τους κράτησαν για ανάκριση; Μια σκέψη μπήκε στο μυαλό, μήπως υποψιάστηκαν τίποτα για το μανιτάρι του δρυ που τους είχε γράψει και σε μια επιστολή του. Αυτοί της υπηρεσίας πληροφοριών πρόσεχαν τα πάντα και υποψιάζονταντα πάντα.
Ο Χριοτόδουλος πηγαινοερχόταν στο κελ' του πολύ θυμωμένος κι αυτός. Τι ήταν αυτό πάλι; Νέα τερτίπια του Διευθυντή; Δεν τους είχε κάνει αρκετά; Τώρα θα τους έκλεινε στα κελιά και την ώρα που θα έκαναν τις δουλειές τους στα «μαγαζιά», στις ασχολίες που βοηθούσαν να γίνεται πιο υποφερτή η φυλακή; Ξεχάστηκε για λίγο με τη σκέψη του να ταξιδεύει στη Δεσποινού. Τώρα θα είχαν πάρει το δρόμο της επιστροφής κι αυτές γεμάτες πόνο και χίλιες σκέψεις και αγωνία για τους δικούς τους στη φυλακή και την κατάσταση που εξελισσόταν πια σε βίαιη και αιματηρή εξέγερση. Θα ήθελε να του είχε φέρει τον Νίκο. Είχε τόσο πολύ πεθυμήσει το παιδάκι του, τόσους μήνες που είχε να το δεί. Μια σκέψη του ήρθε στο μυαλό. Στάθηκε μπροστά στην κατάκλειστη πόρτα του κελιού, ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών του και φώναξε μέσα από τον μικρό φεγγίτη, το μοναδικό άνοιγμα πάνω ψηλά στη πόρτα: - Είναι κανείς άλλος μέσα;
Του απάντησαν από δυό-τρία κελιά. Σίγουρα ήταν όλοι πολτικοί κατάδικοι και κρατούμενοι. Κάτι είχε συμβεί λοιπόν. Κάτι είχαν ανακαλύψει οι Εγγλέζοι, για να τους κλείσουν μέσα, πιθανόν κάποια πληροφορία πήραν, ίσως για καμιά απόδραση. Είναι γεγονός ότι οι αγωνιστές δεν έμεναν με σταυρωμένα τα χέρια, οι διαταγές του αρχηγού έφταναν στη φυλακή, με κάθε μυστικότητα βέβαια και ο καθένας ήξερε τι να κάνει. Οι σχεδιασμοί γίνονταν και ο νούς του κάθε πολιτικού κατάδικου ήταν πότε θα ερχόταν η δική του σειρά να βοηθήσει ή και να προσπαθήσει να αποδράσει. Φυσικά, δεν ήταν μόνο η απόδραση, ήταν κι άλλα που γίνονταν με διαταγές του αρχηγού, πρώτη και καλύτερη ήταν η παθητική αντίσταση και η ανυπακοή. Οι Εγγλέζοι ανέκριναν κάθε μέρα κι έπαιρναν σκληρά μέτρα, χωρίς να καταφέρνουν και τίποτα. Τα στόματα έμεναν κλειστά, η αποφασιστηκότητα γινόταν ατσάλι και το μόνο που κατάφερναν οι Εγγλέζοι ήταν να γιγαντώνουν ακόμα πιο πολύ τη θέληση για αγώνα και αντίσταση.
Άκουσε τη φωνή του Χριοτόδουλου και τις απαντήσεις που πήρε ο Νικόλας, που κι αυτός πηγαινοερχόταν ανήσυχος στο κελ'του και ησύχασε. Είχε φοβηθεί μήπως είχε γίνει κάτι με τους επισκέπτες τους, τώρα όμως καταλάβαινε ότι ήταν κάτι το γενικότερο. Ο ίδιος, όπως και ο Χριστάκης, είχαν πάρει μια διαταγή, να είναι έτοιμοι να βοηθήσουν μια απόδραση με τα αποφάγιατου μαγειρείου. Θα ήταν πολύ απίθανο να ήταν αυτός ο λόγος που τους έκλεισαν σήμερα στα κελιά τους, άλλωστε αν είχε προδοθεί αυτή η υπόθεση θα ήταν τώρα και ο ίδιος και ο Χριστάκης, στην ανάκριση. Και τις ανακρίσειςτις έκαναντώρα οι ίδιοι οι Εγγλέζοι με κάμποσο ξύλο και βασανιστήρια, «Έγιναν άσσοι στα βασανιστήρια οι πεζεβέγκηδες*», σκέφτηκε με θυμό, «τόσα χρόνια να κάνουν άσκηση πάνω στους Ιρλανδούς γίνηκαν μάστοροι». Τους ίδιους, τότε που τους έπιασαν στα Ροδαφίνια, τους ανέκριναν Έλληνες αστυνομικοί. Τώρα όμως, δεν τους εμπιστεύονταν πια. Το πιο άσχημο ήταν ότι έβαζαν Τούρκους αστυνομικούς κι αυτοί δεν είχαν κανένα φραγμό. «Μας κρατάνε οι Εγγλέζοι για να μας δέρνετε εσείς και να βγάζετε το άχτι σας, βρωμόσκυλοι», συνέχισε τις σκέψεις του ο Νικόλας, «και μετά θα έχετε και πάλι να λέτε ότι εμείς τα έχου με μαζί σας».
Ο Νικόλας ήταν γνήσιος αγρότης και σκεφτόταν ήρεμα και σοφά. Πίστευε στην υπόθεση του Αγώνα και θα έδινε και τη ζωή του για την Ένωση. Έβλεπε όμως ότι, όπως τα φυντανια θέλουν ήλιο και καλή γη, καλή και πολλή περιποίηση για να μεγαλώσουν και να αφήσουν εισόδημα, έτσι και ο Αγώνας, εκτός από τη θυσία, χρειαζόταν και καλή στρατηγική για να τελεσφορήσει. Μέσα στη φυλακή δεν μπορούσαν να συζητούν τέτοια θέματα καθώς απαγορευόταν και υπήρχαν και αφτιά που δεν επιτρεπόταν να ακούσουν τέτοιες κουβέντες, υπήρχαν και προδότες και καταδότες. Πολλούς, μάλιστα, τους υποψιάζονταν και τους πρόσεχαν, ήταν και άλλοι όμως που κανένας δεν θα τους υποψιαζόταν. Γι'αυτό καλύτερα, κλειστό στόμα ακόμα και μπροστά σ' εκείνους που ήταν άνθρωποι εμπιστοσύνης. Με αυπί τη κατάσταση, ο Νικόλας σκεφτόταν πολύ και έβγαζε τα συμπεράσματα του και μάλιστα ήταν σίγουρος ότι η φυλάκιση τους θα τελείωνε πριν τον Αγώνα κι εκεί έξω δεν θα καθόταν στην ησυχία του. 

* Πεζεβέγκηδες: Κερατάδες

Ο Χριστάκης, αν και πολύ νέος, είχε μάθει να τιθασσεύει τα αισθήματα του. Ο πατέρας του, ο παλιός πολεμιστής των Βαλκανικών πολέμων, δίδαξε στα παιδιά του ότι η σοφή σκέψη είναι πάντοτε πιο δυνατή από τον ενθουσιασμό της στιγμής και τον αυθορμητισμό. «Η μάχη», τους έλεγε, «κερδίζεται με τη σωστή τακτική. Ήρωες έχουμε πολλούς, εσείς να είστε στρατιώτες και μαχητές και να κερδίσετε πολλές μάχες. Τις μάχες τις κερδίζουν οι ζωντανοί!» Κάθισε στο ξύλινο κρεβάτι και προσπάθησε να ηρεμήσει, δεν ήταν εύκολο αφού ο θυμός του σκέπαζε τη λογική. Οι Εγγλέζοι τα έχαναν όταν στριμώχνονταν και ξεσπούσαν εκεί που τους ήταν πιο εύκολο. Το πρωΐ, ενώ ξυριζόταν άκουσε τα νέα από τον ίδιο τον Διευθυντή κι ένα Εγγλέζο δεκανέα, που συζητούσαν χαμηλόφωνα, νομίζοντας ότι δεν τους άκουε κανένας. Την προηγούμενη είχε στηθεί ενέδρα στο Τρόοδος από τους αντάρτες και οι Εγγλέζοι είχαν θύματα, νεκρούς και τραυματίες. Δεν άκουσε καλά πόσους αλλά, σίγουρα κατάλαβε ότι υπήρχαν σοβαρές απώλειες και οι αντάρτες διέφυγαν χωρίς θύματα. Σίγουρα αυτός ήταν ο λόγος που έκλεισαν τους πολιτικούς κατάδικους στα κελιά τους, γιατί φοβούνταν πανηγυρισμούς, όταν τα νέα θα κυκλοφορούσαν. Ήθελε πολύ να ανέβει στην αρσέρα* και να φωνάξει για να τον ακούσουν όλοι «έξω οι δικοί μας νικούν!», θυμήθηκε όμως και πάλι τις συμβουλές του πατέρα του και δεν έκανε τίποτα. Κρατούσε χαμηλούς τόνους και για ακόμα έναν λόγο, ήταν τόσο νέος που σίγουρα χρειαζόταν στο βουνό, έτσι περίμενε ότι κάποια στιγμή θα τον επέλεγαν και θα τον βοηθούσαν να αποδράσει. Καλό ήταν, λοιπόν να μην τον έχει η Διεύθυνση για ταραξία. Έτσι κι αυτή τη φορά, κουμάνταρε τον θυμό και την απελπισία του και σιώπησε. Άφησε τη σκέψη του μόνο, ελεύθερη να ταξιδέψει εκεί που μεγάλωσε, στους δικούς του, στα ελεύθερα βουνά και σ' εκείνους που πολεμούσαν στα κρυφά αλλά και σ' εκείνους που, με μια Ελληνική σημαία

* Αρσέρα: Φωταγωγός.

μπροστά, φώναζαν στους δρόμους τον πόθο τους για λευτεριά.
Οι τέσσερις φυλακισμένοι έβλεπαν τα πράγματα και τα αξιολογούσαν από τη δική του σκοπιά ο καθένας. Ο καθένας είχε προσωπικούς φόβους και ανησυχίες που επηρέαζαν την κρίση του. Το ένιωθαν ότι οι Εγγλέζοι σκόπευαν πιο πολύ στο ηθικό τους, από το άθλο φαγητό που τους έδιναν μέχρι την ευκολία με την οποία τους περιόριζαν στα κελιά τους. Αυτοί όμως, έβρισκαν τρόπους να τους ξεπερνούν. Είχαν τον Σωκράτη, το μεγάλο καθοδηγητή του Ενωτικού Αγώνα, που όσο κι αν τον απομόνωναν, ήταν πάντοτε παρών για να τους εμψυχώσει και να τους δώσει δυό καλές και αποτελεσματικές συμβουλές. Εκεί στην αυλή, σ' ένα στιγμιαίο συναπάντημα, με ένα μήνυμα, με μια φωνή από την αρσέρα της πόρτας του κελού του, η Διεύθυνση των φυλακών, κατάλαβε πολύ γρήγορα τη δύναμη του κι έψαχνε τρόπους να τον εξουδετερώσει. Οι φυλακισμένοι, που το υποψιάζονταν αυτό, τον πρόσεχαν σαν τα μάτια τους και κατέβαλλαν κάθε προσπάθεια να τον προστατεύουν και να μην τον εκθέτουν. Όμως η θετική επίδραση εκείνου του ανθρώπου, σε όλους, ήταν κάτι περισσότερο από αισθητή. Ο ίδιος ο Διευθυντής είχε ζητήσει συμβουλές για να τον αντιμετωπίσει. Ήξερε βέβαια, ότι κάθε πράξη με στόχο το Σωκράτη θα είχε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από εκείνο που επιδίωκε. Γι' αυτο δεν ήταν και πολύ ενθουσιασμένος με μια σκέψη που έγινε να τον στείλουν σε φυλακές στην Αγγλία.
Στις φυλακές, εκείνη τη μέρα επικρατούσε μια κρίση. Οι κοινοί κατάδικοι κατάλαβαν πολύ γρήγορα ότι οι πολιτικοί κατάδικοι είχαν περιοριστεί και το συζητούσαν χαμηλόφωνα. Μερικοί, χαφιέδες της Διεύθυνσης έστηναν αφτί για να πάρουν πληροφορίες κι ένας καβγάς δεν άργησε να εξελχτεί σε σύγκρουση. Ακούστηκαν σφυρήχτρες και διαταγές αλλά ήταν φανερό πώς τα πράγματα ηρέμησαν μα δεν ησύχασαν.
Ήρθε η ώρα του φαγητού, μα αυτό δε μοιράστηκε στα κελιά των κλειδωμένων καταδίκων, ούτε και στην αυλή σταμάτησαν οι φωνές, σημάδι ότι ούτε και οι άλλοι κατάδικοι μαζεύτηκαν στην τραπεζαρία. Σ' ένα χώρο, όπου ο χρόνος δεν έχει καμιά σημασία, τώρα άρχισε ξαφνικά να μετρά και να υπολογίζεται.
Ο Διευθυνπίς προβληματιζόταν πολύ σοβαρά. Η μέρα του είχε αρχίσει πολύ καλά και εκείνη η συνάντηση με τον Κώστα, που τον θεωρούσε αρχηγό, του έδωσε πολλές ελπίδες ότι θα ξεπερνούσε μια ακανθώδη κατάσταση, όπως εκείνη του Σωκράτη. Τώρα όμως, οι οδηγίες, που ήρθαν κατ'ευθείαν από τον Κυβερνήτη, του χαλούσαν τα σχέδια και την προσπάθεια. «Οι πολιτικοί κατάδικοι να κρατηθούν στα κελιά τους γιατί υπάρχουν πληροφορίες για μαζική απόδραση από τις Κεντρικές Φυλακές την επομένη. Αν πετύχει κάτι τέτοιο θα εξυψώσει πάρα πολύ το ηθικό των τρομοκρατών. Ο περιορισμός στοχεύει στο να οδηγήσει σε αδυναμία πραγματοποίησης των σχεδιασμών τους». Η εντολή ήταν λακωνική. Αν και ο Διευθυντής ήταν σκληροτράχηλος και αρκετά συχνά αμφισβητούσε τις διαταγές των γραφιοκρατών, ουδέποτε θα τολμούσε να αμφισβητήσει μια διαταγή από τον ίδιο τον Κυβερνήτη. «Καλός κι αυτός», σκεφτόταν. «Δεν πρόλαβε να πατήσει το πόδι του στη Κύπρο και κήρυξε τον στρατιωτικό νόμο. Τώρα δεν θα προλαβαίνουμε να κρεμάζουμε κόσμο και θα τα κάνουμε όλα χειρότερα!». Προβληματιζόταν πολύ για την προέλευση της πληροφορίας και γιατί ο ίδιος δεν έμαθε τίποτα από τους πράκτορες του, μεταξύ του προσωπικού ή τους χαφιέδες του μεταξύ των καταδίκων. Προφανώς, η πληροφορία είχε βάση, για να φτάσει στ'αφτιά του Κυβερνήτη γι'αυτό και σκέφτηκε ότι ήταν ώρα να επικοινωνήσει μαζί του.
Η προσπάθεια να επικοινωνήσει με τον Κυβερνήτη δεν πέτυχε καθώς ήταν σε επίσκεψη σε κάποιο Κυβερνητικό Τμήμα, όπως του είπαν, και έπρεπε να πάρει αποφάσεις μόνος του. Πήγε στο γραφείο του Υποδιευθυντή, ο οποίος πετάκτηκε όρθιος και τον χαιρέτησε, απορημένος με την επίσκεψη του, αφού, όταν τον χρειαζόταν τον καλούσε στο γραφείο του.
Του πρότεινε την καρέκλα του, εκείνος όμως του είπε να καθίσει και ο ίδιος χρησιμοποίησε την παλιά πολυθρόνα, που ήταν μπροστά από το απλό, πεύκινο γραφείο. Σε όλα τα
Κυβερνητικά γραφεία υπήρχε πρακτική απλότητα και λιτότητα στην επίπλωση και τον εξοπλισμό. Υπήρχε όμως, απαραίτητα και το τραπεζάκι μετηντσαγέρα και ένα δίσκο με φλυντζάνιατου τσαγιού. Αν και υπήρχε έτοιμο τσάι, ο Υποδιευθυντής δεν το πρότεινε, γιατί καταλάβαινε ότι υπήρχε πολύ σοβαρός λόγος για την επίσκεψη του Διευθυντή στο γραφείο του. Σίγουρα δεν ήρθε για να δώσει διαταγές, ούτε για να πάρει αναφορά. Θα ζητούσε, άραγε κάποια χάρη από τον Υποδιευθυντή του και που ήταν πολύ γνωστός για αγγλόφιλα του αισθήματα, για τα οποία οι δικοί του τον παρεξηγούσαν.
Ο Διευθυντής άρχισε τη κουβέντα. Ήταν σύντομος και συνωμοτικός. Του είπε να καλέσει τον Κώστα και τον Χριστόδουλο, να τους πει για τις πληροφορίες και να τους καταστήσει υπεύθυνους, αν συνέβαινε τίποτα. Ο Υποδιευθυντής εξεπλάγην από τη στάση του και δε μπορούσε να καταλάβει που το πήγαινε. Ο ίδιος, φυσικά, θα προτιμούσε να άφηναν τα πράγματα να εξελιχθούν και να πιάσουν στα πράσα αυτούς που θα αποτολμούσαν την απόδραση, δεν μπορούσε όμως και να τον αμφισβητήσει. Η εξέλιξη των πραγμάτων ίσως και να τον δικαίωναν.
Λίγο μετά το μεσημέρι, ο Κώστας και ο Χριστόδουλος βρίσκονταν στο γραφείο του Υποδιευθυντή. Ήταν ένας άνθρωπος που καθόλου δεν εμπιστεύονταν και τώρα, που τους κάλεσε, είχαν κάθε λόγο να τον υποψιάζονται για κάποιο άσχημο παιγνίδι. Και δεν είχαν άδικο. Τους μίλησε, τους εξήγησε και τους προειδοποίησε. Τον κοίταζαν οι δύο φυλακισμένοι και δεν πίστευαν στ'αφτιά τους.
-Τι σχέση μπορεί να έχουμε εμείς με όλ'αυτα, παρατήρησε ο Κώστας.
-Έλα, Κώστα, του απάνπισε ο υποδιευθυντής και τα μάτια του σπινθηροβολούσαν από κακία, που δεν μπορούσε να κρύψει. Όλοι οι άνθρωποι σας, σας εκτιμούν και τους δυό πάρα πολύ και δεν θα ήθελαν να σας δουν στη μαύρη.
Κατάλαβαν τον υπαινιγμό και την απειλή. Θύμωσαν, πιο πολύ, γιατί δεν είχαν καν το δικαίωμα να του απαντήσουν. Ο
Χριστόδουλος κάτι πήγε να πει, όμως ο Κώστας του ακούμπησε το χέρι κι εκείνος κατάλαβε. Αυτή ήταν μια υπόθεση που θα τη χειριζόταν ένας για όλους.
Το κατάλαβε όμως ο Υποδιευθυντής, και η φωνή του έγινε τραχεία από θυμό. «Αυτοί οι διάβολοι συνεννοούνται μια χαρά μεταξύ τους», σκέφτηκε «που θα πάνε όμως, θα τους δείξω εγώ!». Όταν ξαναμίλησε η φωνή του ήταν σταθερή, αλλά γεμάτη κοροϊδία:
-Να κάνεις αυτο που θα σου πει ο Κώστας, Χριστόδουλε, είπε, εδώ μέσα δεν θα έρθει το BBC, για να μεταδώσει τις δηλώσεις, δικές σου ή οποιουδήποτε άλλου.
Στη δίκη τους, όπου καταδικάστηκαν για ανατρεπτική δράση, υποκίνηση σε τρομοκρατία, μεταφορά και απόκρυψη οπλσμού για να χρησιμοποιηθεί για παράνομες πράξεις και κάμποσες άλλες κατηγορίες, ο Χριοτόδουλος είπε στην απολογία του ότι δεν έπρεπε να τους καταδικάσουν σαν εγκληματίες αλλά σαν αγωνιστές της Ελευθερίας. Αυτά που είπε τα μετάδωσε σε όλο τον κόσμο το BBC κι εκεί αναφερόταν, πικρόχολα ο Υποδιευθυντής.
Έφυγαν και οι δυό πολύ θυμωμένοι. Οι βαριάνοι τους συνόδευσαν στα κελιά τους. Αποφάσισαν να μην πουν λέξη σε κανένα. Όμως ο Υποδιευθυντής, τους ήξερε πολύ καλά κι έτσι, είπε στους πράκτορες του να το ψιθυρίσουν. Πολύ γρήγορα όλοι οι φυλακισμένοι ήξεραν τι έγινε. Και τα νέα έρχονται συνήθως παραποιημένα. Έτσι δεν άργησε ν' ακουστεί ο ψίθυρος του Σωκράτη απότην αρσέρα.
-Κώστα, Χριστόδουλε, τι έγινε οτου υποδιευθυντή;
Δεν μπορούσαν να μην αναφέρουν τι έγινε. Πολύ γρήγορα έφτασε και στον Διευθυντή η πληροφορία ότι τα πράγματα έγιναν όπως τα σχεδίασε και τότε έδωσε οδηγίες ν' ανοίξουν τα κελιά και όλοι οι φυλακισμένοι να συγκενρωθούν στη τραπεζαρία για φαγητό. Όλοι είχαν μάθει και όλοι κοίταζαν τον Κώστα και τον Χριστόδουλο, άλλοι με υποψία και άλλοι με θαυμασμό. Και οι δυό τους ένιωθαν άβολα και αμήχανα, όπως ακριβώς ήταν και ο σκοπός του Διευθυντή.
Οι επισκέπτες άφηναν πίσω τους πια τη Λευκωσία και ο Πολεμίτης έκανε επίδειξη δεξιοτεχνίας στο οδήγημα καθώς ο δρόμος ήταν πιο πλατύς και χωρούσε τουλάχιστον δυό αυτοκίνητα, μπορούσε τώρα να προσπερνάει ακόμα και φορτηγά και λεωφορεία. Πέρασαν από τα Λατσιά και όλοι θαύμασαν τα χαμηλά σπίτια με το χολέτρωτο κεραμίδι και την κληματαριά στη μπροστινή αυλή. Πιο πολύ όμως θαύμασαν τα χωράφια που ήταν γεμάτα ελές, όλα σπαρμένα με κριθάρι και τα δέντρα φαίνονταν σαν να έβγαιναν μέσα από τα σπαρτά. Όλα έδειχνανταξη, πειθαρχία και αξιοσύνη. Αυτός σίγουρα δεν ήταν χώρος των οκνηρών ανθρώπων. Ήταν φανερό ότι εδώ τα νερά ήταν λγοστα, δεν ήταν σαν την Πεντάγια και τη Μόρφου. Οι ελιές όμως, στους ελαιώνες ήταν περιποιημένες, καλοκλαδεμένες και με πυκνό, γκριζοπράσινο φύλλωμα. Ήταν βέβαιο ότι κι εδώ οι άνθρωποι ήξεραν τα μυστικά της ξηρικής καλλιέργειας αλλά, κυρίως ήταν μάστορες στην καλλιέργεια της παχιάς γής που γινόταν εύφορη και κάρπιζε χωρίς νερό και χωρίς πολλή βροχή.
Τα Λατσιά ήταν μικρό χωριό και η διέλευση από αυτό σύντομη. Σε λίγο κατηφόριζαν για το Πέρα Χωριό-Νήσου. Κι εδώ, όσο έφτανε το μάτι η γη ήταν καλλεργημένη και τα σπαρτά άρχισαν να παίρνουν μπόι. Οι χαρακτηριστικοί, χαμηλοί λόφοι, γύρω, ήταν γυμνοί από δέντρα ήταν όμως κι αυτοί ολοπράσινοι με χαμηλό χορτάρι, σπουδαίος τόπος για βοσκή κοπαδιών από πρόβατα και γίδια. Ο Χριοτάκης παρατήρησε μόνο μια συστάδα από ευκαλύπτους, από αυτούς που φύτεψαν οι Εγγλέζοι, όπως τους είχε πεί ο δάσκαλος του, ο Πασιήσταυρος, μαζί με τις ακακίες. Είχαν εισάξει αυτα τα δέντρα, όπως τους εξήγησε από την Αυστραλ'α και τα φύτεψαν όπου υπήρχαν στάσιμα νερά για να τα αποξηράνουν, στη προσπάθεια τους να καταπολεμήσουν τη Μαλάρια. Αλήθεια η Μαλάρια εξαλείφθηκε, τους έμειναν όμως οι ευκάλυπτοι, που απορροφούσαν το λγοστο νερό από τα βάθη της γής και στέρευαν τα πηγάδια, γι'αυτό ο κόσμος έβλεπε αυτα τα δέντρα καχύποπτα και δεν τα συμπαθούσε καθόλου.
Πέρασαν πάνω από το στενό γεφύρι του Γυαλιά. Από κάτω κυλούσε νερό κι έφευγε. Οι πλούσιες βροχές μεγάλωσαν τον όγκο του νερού, που ήταν μια καλοδεχούμενη έκπληξη για όλους. Τα χρόνια της ξηρασίας ήταν πάντα πιο πολλά, αλλά και, όταν ακόμα η χρονιά ξεκινούσε καλά, τίποτε δεν διασφάλιζε ότι οι βροχές θα ήταν ικανοποιητικές, κυρίως για τα σπαρτά που χρειάζονταν πάντα τις ανοιξιάτικες βροχές για να γεμίσουν και να δώσουν καρπό. Ήταν χρονιές που τα σπαρτά δε μεγάλωναν αρκετά για να δώσουν έστω λ'γο άχυρο για τα ζώα, ακριβώς γιατί οι βροχές σταματούσαν από τον Φεβράρη. Βέβαια περιοχές που είχαν ποταμούς, όπως εδώ με το Γυαλιά, ήταν πάντα ευνοημένες, αφού είχαν περιβόλια με δέντρα, κυρίως πορτοκαλιές, είχαν αρδευτικά συστήματα κι Επιτροπές για το νερό και τα πηγάδια τους ήταν ανέβαθα και ουδέποτε στέρευαν. Πράγματι, ήταν ευλογημένες περιοχές.
-Τι λέτε για σταθμό στην Αλάμπρα; μίλησε για πρώτη φορά μετά από πολλή ώρα ο Πολεμίτης, για ένα καφέ και να φύγουμε γρήγορα.
Η Αλάμπρα ήταν το χωριό μετα το Πέρα Χωριό-Νήσου. Πλάι στον δρόμο είχαν στηθεί καφενεία και κέντρα που ήταν μια όαση για τους ταξιδιώτες, ειδικά για εκείνους που έρχονταν από τη Πάφο, που έκαναν ένα σταθμό στο Πισσούρι πριν από τη Λεμεσό κι ένα σταθμό στη Σκαρίνου ή στην Αλάμπρα. Οι μακρινές αποστάσεις και οι κακοί δρόμοι κούραζαν, όχι μόνο τους ανθρώπους αλλά και τις μηχανές των οχημάτων και αυτοί οι σταθμοί ήταν απαραίτητοι. Είχαν όμως και κοινωνική υφή, αφού εκεί συναντιώνταν άνθρωποι από όλα τα μέρη της Κύπρου, κυρίως έμποροι και επιχειρηματίες.
Η Στασού όμως δεν δέχτηκε να σταματήσουν. Ανησυχούσε κι αυτή πάρα πολύ για την κατάσταση και προτιμούσε την επιστροφή όσο το δυνατό πιο γρήγορα, με το φως της μέρας. Είχε όμως κι άλλους λόγους να βιάζεται. Θήλαζε ακόμα το Κυριάκο και ήδη τα στήθη της είχαν γεμίσει γάλα, που άρχισε να τρέχει και να της βρέχει το φόρεμα. Ο πόνος μάλιστα, ήταν αρκετά έντονος και θα δυνάμωνε ακόμα πιο πολύ όσο περνούσαν οι ώρες . Ήταν βέβαια και η φτώχεια της. Τι θα γινόταν αν κατέβαιναν, θα άφηνε τις άλλες να την κεράσουν; Αυτο δε θα ήταν σωστό. Επιπλέον, ήθελε να έχουν χρόνο και περνώντας από τη Λεμεσό να σταματήσουν να δουν το Παπάγιωρκη που ήταν άρρωστος στην κλινική του Μάριου. Είχε πρόβλημα με τον προστάτη του και θα τον χειρουργούσαν, όπως της είχεπείογιόςτου ο Νικόλας.
Έτσι συνέχισαν το ταξίδι τους με τον Πολεμίτη να γίνεται όλο και πιο βαρύς και αμίλητος. Κανένας όμως από τους επιβάτες δεν νοιαζόταν γι' αυτό. Ο δρόμος ήταν αρκετά καλός και οι γυναίκες δεν υπέφεραν από ναυτία. Το σκηνικό ήταν πολύ όμορφο και ο Χριστακης απορροφήθηκε θαυμάζοντας το. Δεξιά κι αριστερά του δρόμου ήταν χαμηλοί λόφοι καλυμμένοι με πεύκα. Το δάσος επεκτεινόταν και σκέπαζε τα βουνά που υψώνονταν στο βάθος και μάγευε το βλέμμα με το βαθύ πράσινο του. Ο ήλιος που μεσουρανούσε, έδινε ένα φως τόσο πλούσιο που όλα έλαμπαν σαν να είχαν δικό τους φως. Πολλά λεωφορεία διασταυρώνονταν μαζί τους, φορτωμένα κόσμο. Έρχονταν από την Πάφο και τη Λεμεσό. Στον Χριοτάκη έκανε εντύπωση πόσο πολύς κόσμος ταξίδευε για τη Λευκωσία. Έβρισκαν όμως και πολλά φορτηγά, άλλα άδεια, να ταρακουνούν την άσφαλτο και άλλα βαρυφορτωμένα να αγκομαχούν και να πηγαίνουν αργά.
Ο Πολεμίτης, αμίλητος, σκεφτόταν χίλια δυό πράγματα. Είχε προσέξει ότι δε συναπαντήθηκαν καθόλου με στρατιωτικά αυτοκίνητα, ούτε με αστυνομικά. Γιατί δεν βγήκαν έξω σήμερα; Κάπου αλλού θα έτρεχαν, κάπου αλλού θα συνέβαιναν σοβαρά πράγματα. Σταμάτησε για λίγο στο σταθμό, έξω από τη Μοσφιλωτή και γέμισε το ντεπόζιτο με καύσιμα. Στο μικρό διάστημα που περίμενε, έκοψε μια κουβέντα με τον ιδιοκτήτη του βενζινάδικου. Ήταν κι εκείνος πολύ ανήσυχος. Τα πράματα που γίνουνταν στις πόλεις και τα βουνά ήταν πρωτόγνωρα. Γρήγορα οι Εγγλέζοι θα συνέρχονταν και τότε αλ'μονο του κόσμου.
Πλήρωσε ενιά σελίνια για τη βενζίνη και γρήγορα ήταν πάλι στον δρόμο. Πέρασαν έξω από τον Κόρνο και κατηφόρησαντη Κακορατζιά. Εδώ ο δρόμος ήταν λίγο άσχημος, όμως το στομάχι των γυναικών άντεξε. Πέρασαν την Κοφίνου, τον σταθμό της Σκαρίνου και της Χοιροκοιτίας, πέρασαν λίγο έξω από το Μαρί και το Ζύγι. Η θάλασσα, γαλάζια κι ελεύθερη, ταξίδευε πια κι αυτή μπροστά τους. Το τοπίο ήταν κι αυτο διαφορετικό τώρα. Πανύψηλοι θάμνοι, κυρίως πυράγκαθα, σκέπαζαντις πλαγιές που σε λίγο, όταν θα άνθιζαν θα έφτιαχναν μια εικόνα υπέρκαλλη και ονειρική.
Στο ύψος του Άη Γιώρκη του Αλαμανού, η Στασού μίλησε.
-Αφού θα περάσουμε από τη Λεμεσό, είπε, έχουμε και λίγο χρόνο, είναι καλό να περάσουμε να δούμε και τον Παπάγιωρκη, στη κλινική του Μάριου.
Είχε ακουστεί στο χωριό ότι ο ιερέας τους θα έκανε εγχείρηση. Η ιδέα της Στασούς επικροτήθηκε από τη Δεσποινού και την Πολυξένη. Ο Πολεμίτης ήταν διστακτικός, προσπάθησε όμως να μηντο δείξει. Στο κάτω-κάτω η επίσκεψη σ' ένα ασθενή, κυρίως στο νοσοκομείο, ήταν ιερό καθήκον. Η κλινική του Μάριου ήταν στο δρόμο τους και μια στάση μισής ώρας θα ξεκούραζε και το αυτοκίνητο, που όσο κι αν ήταν καινούριο χρειαζόταν να κρυώσει και λίγο η μηχανή του μετά από δυό ώρες δρόμο και αυτός θα έκανε και κανένα τσιγαράκι.
Μπήκαν στη Λεμεσό από τον παραλακό, έστριψαν από τον Δημόσιο κήπο και πήραν τη λεωφόρο. Σε λίγο ήταν έξω από τη κλινική. Μέχρι εκεί δεν είχαν δει ούτε στρατιώτη, ούτε αστυνομικό και η κατάσταση συνέχιζε η ίδια. Στάθμευσε έξω από την κλινική και κατέβηκαν. Ανέβηκαν τα σκαλοπάτια μέχρι τη μεγάλη μπροστινή βεράντα. Η μυρουδιά του αντισηπτικού κτύπησε τη μύτη του Χριστάκη. Τη μυρουδιά. Του θύμιζε το οδοντιατρείο που τον έπαιρναν και του έβγαζαν τα δόντια, κι εκείνος φοβόταν και τσίριζε τρομαγμένος κι αρνιόταν να ανοίξει το στόμα του, μέχρι που τον απειλούσαν ότι θα τον έδεναν. Αυτή η απειλή τον φόβιζε πιο πολύ από όλα. Θα προτιμούσε να τον έκαναν κομματάκια, παρά να τον δέσουν έστω για ένα δευτερόλεπτο. Σταματούσε τότε τα κλάματα και τις φωνές και ο οδοντογιατρός του έβγαζε τα χαλασμένα δόντια. Η αλήθεια ήταν ότι δεν πονούσε τόσο, ούτε και φοβόταν αλλά φώναζε με σκοπό την επόμενη φορά να σκεφτούν να τον πάνε στον οδοντίατρο.
Μια φορά τον πήγε και ο θείος ο Κώστας που τον κάρφωσε στα άλλα παιδιά ότι φοβήθηκε κι έκλαιγε και τα παιδιά, κυρίως ο Κόκος, τον κορόιδευαν για μέρες. Από τότε, βέβαια, δεν ξαναείπε λέξη στον οδοντίατρο, του έμεινε όμως το μίσος για τη μυρουδιά του αντισηπτικού. Αυτο το συναίσθημα έγινε χειρότερο όταν επισκεύτηκαντην Πόλυ στο νοσοκομείο, μαζί με τη μαμά. Η Πόλυ είχε σοβαρό δυστύχημα με το αυτοκίνητο και είχε σπάσει και τα δυό της πόδια. Δεν ήταν εκείνο όμως που τον ενόχλησε τόσο όσο που επισκέφτηκαν την ίδια μέρα και τη κόρη της Μαρούλας, της ξαδέρφης του μπαμπά. Το παιδάκι είχε πάθει πολιομυελίτιδα και βρισκόταν στον αναπνευστήρα. Τον ίδιο, δεν τον άφησαν να μπει, γιατί η πολιομυελίτιδα ήταν κολλητική, κυρίως στα παιδιά, άκουσε όμως τις κουβέντες των μεγάλων για την κατάσταση της κορούλας και η ψυχή του γέμισε αποστροφή, θεωρώντας το νοσοκομείο ένα μέρος βασανισμού και αγωνίας. Αυτή ήταν μια λανθασμένη εντύπωση και το καταλάβαινε όσο μεγάλωνε, δεν μπορούσε, όμως, να την κατανικήσει. Το ίδιο συναίσθημα κυριάρχησε και τώρα στην ψυχή του μπροστά στην είσοδο της κλινικής.
Μια μεσόκοπη κυρία, με καθαρή, γκρίζα στολή σφουγγάριζε, γονατιστή, τον προθάλαμο. Γύρισε και τους κοίταξε, αφήνοντας για λίγο το σφουγγάρισμα και αυτοί της είπαν ότι ήθελαν να δουν το Παπάγιωρκη κι αυτή σηκώθηκε και τους οδήγησε από τη βεράντα σε μια μισάνοιχτη εξωτερική πόρτα. Την έσπρωξε να ανοίξει και τους είπε να μπουν. Μπήκαν σ' ένα δωμάτιο με δυό κρεβάτια, πολύ συγυρισμένο, τα πλακάκια στο πάτωμα, και όλα τα έπιπλα έλαμπαν από καθαριότητα. Κανείς όμως δεν ήταν στο δωμάτιο. Το ένα κρεβάτι ήταν στρωμένο και φαινόταν ότι κανείς δεν το χρησιμοποιούσε, το άλλο κρεβάτι, το από μέσα, είχε ανασηκωμένες προς τα πίσω τις κουβέρτες, σημάδι ότι κάποιος άρρωστος το κρατούσε.
-Αυτο είναι το κρεβάτι του Παπάγιωρκη, τους είπε η γυναίκα, περιμένετε λίγο να σας τον στείλω, κάπου εδώ γύρω θα είναι.
Βγήκε από την εσωτερική πόρτα και σε μερικά λεπτά μπήκε ο Παπάγιωρκης. Φορούσε μια γαλάζια πυτζάμα και ο Χριστάκης που τον έβλεπε πάντα με τα ράσα ένιωσε ένα πολύ ζεστό αίσθημα μεσάτου, συνειδητοποιώντας ότι κάτω από το σχήμα, που ενέπνεε μόνο σεβασμό, ήταν ένας άνθρωπος απλός κι αδύναμος, όπως όλοι. Τα κάτασπρα μαλλιά και τα γένια του ήταν περιποιημένα και στα μάτια του καθρεφτιζόταν ευχάριστη έκπληξη από αυτή την απρόσμενη επίσκεψη. Ασφαλώς ο Πολεμίτης δεν ήταν ο άνθρωπος γι' αυτές τις δουλειές και η Δεσποινού και η Πολυξένη δεν τον ήξεραν, παρά μόνο σαν το παπά του χωριού. Την επίσκεψη, τη χρωστούσε στη Στασού και ήταν βέβαιος γι'αυτό. Ήξερε πως τον σεβόταν και τον εκτιμούσε πάρα πολύ. Μετά τη λειτουργία συνήθιζε να κάθεται στο καφενείο της κι εκείνη του έψηνε τον πιο καλό καφέ της, χωρίς να δέχεται πληρωμή γι'αυτόν.
Πίσω του, μπήκε στο δωμάτιο και ο γιός του ο Νικόλας, ο καντηλανάφτης. Μετα τη λειτουργία στον Άη Νικόλα πήρε το λεωφορείο και ήρθε στη Λεμεσό. Πίστευε ότι ο πατέρας του θα έφευγε από την κλινική για να κάνει τα Χριστούγεννα στο σπίτι και θα επέστρεφε για την εγχείριση. Τώρα όμως τα πράγματα άλλαξαν. Είδε το γιατρό, μόλις ήρθε και του είπε ότι ο παπάς ήταν πολύ καλά και θα ήθελε να τον χειρουργήσει την επομένη. «είναι πολύ καλύτερα έτσι», του είπε, «αν αφήσουμε τον καθετήρα πολλές μέρες υπάρχει και ο κίνδυνος μόλυνσης, που θα φέρει τα μπρος πίσω και θα τρέχουμε. Αν τον χειρουργήσουμε αύριο, ίσως να είναι και στο χωριό τα Χριστούγεννα». Ο Νικόλας δεν είχε επιλογή. Έπρεπε μόνος του να αποφασίσει και να υπογράψει. Ο γιατρός του εξήγησε το κάθε τι, και κυρίως τους κινδύνους από μια εγχείρηση, στην ηλικία του πατέρα του. Τον προβλημάτιζε ακόμα και το κόστος, που ήταν πολύ μεγάλο για την τζέπη του. Όμως δεν ζήτησε πίστωση χρόνου, αφού ήξερε ότι η εγχείρηση έπρεπε να γίνει. Έτσι έβαλε τη δύναμη του Θεού και υπέγραψε. Έφεραν και τον ιερέα και του το ανακοίνωσαν, έβαλε εκείνος το σταυρό του και τους έδωσε την ευχή του. Άλλωστε κι εκείνος το προτιμούσε έτσι, παρά να επιστρέψει και να κλειστεί στο σπίτι του με το βάσανο του καθετήρα, «Μια κι έξω, να τελειώνουμε», τους είπε. Η αλήθεια όμως, παρά την υπομονή πουτονχαρακτήριζεκαιτη σοφία της ηλικίας του, φοβόταν πάρα πολύ. Άνθρωπος ήταν κι αυτός!
Όλοι ήταν συγκινημένοι, ακόμα και ο Πολεμίτης. Ένας-ένας φίλησαν το χέρι του σεβάσμιου ιερέα και του ευχήθηκαν περαστικά. Υπήρχαν δυό καρέκλες στο δωμάτιο. Κάθισαν η Στασού και η Δεσποινού. Ο Πολεμίτης είπε ότι θα τους περίμενε κάτω κι έφυγε, για να κάνει τσιγάρο. Η Πολυξένη στάθηκε λίγο πίσω, ενώ ο Χριοτάκης βγήκε έξω στη βεράντα. Ήθελε να ακούσει τους θορύβους της πόλης και να δει τα αυτοκίνητα να πηγαινοέρχονται, αφήνοντας πίσω τους εκείνο τον χαρακτηριστικό θόρυβο που λγόστευε, όσο απομακρύνονταν, για ν' αντικατασταθεί από το θόρυβο εκείνου που πλησίαζε, κι αυτό χωρίς τελειωμό. Αυτή ήταν η πολη, κίνηση και θόρυβος των μηχανών!
Μίλησε λίγο με τον Παπάγιωρκη η Στασού, του είπε τα νέα του χωριού, του είπε και για την επίσκεψη τους στις φυλακές. Ο ιερέας ξέχασε για λίγο τη δική του, προσωπική αγωνία κι άκουε με προσοχή. Ο Χριοτάκης, κάποια στιγμή παρακολουθούσε την κουβέντα τους. Του έκανε εντύπωση η ηρεμία στη φωνή του ιερέα, όταν μίλησε κι εξήγησε την κατάσταση του. Ήταν όμως αυτο μια επίπλαστη στω'ίκότητα και υποταγή στην αδήριτη ανάγκη ή μήπως πραγματικά, ο άνθρωπος μπορεί, άμα το θελήσει, να υποτάξει και τους πιο δυνατούς φόβους του; Ήταν βέβαια πολύ μικρός για να καταλάβει και να φιλοσοφήσει, μπορούσε όμως να διακρίνει την στωικότητα του ιερέα στην τόσο φανερή πραγματικότητα.
Η εσωτερική πόρτα άνοιξε και ξαναμπήκε ο Νικόλας, μαζί με ένα άλλο χωριανό που ήρθε κι αυτός να δει τον Παπάγιωρκη.
Σηκώθηκαν η Στασού και η Δεσποινού. Ήταν ώρα να φύγουν.
Ο Πολεμίτης περίμενε στο αυτοκίνητο και χάρηκε που δεν άργησαν. Σε λίγο ταξίδευαν πάλι, διασχίζοντας τη λεωφόρο. Ο Χριοτάκης ήλπιζε ότι θα περνούσαν κι από εκείνο το δρόμο που, όπως έλεγε ο Νίκος, τα κυπαρίσσια άπλωναν τα κλαδιά τους και τον σκέπαζαν τόσο που δεν φαινόταν ο ουρανός. Όμως δεν πέρασαν. Γρήγορα άφησαν πίσω τους τη Λεμεσό, πέρασαν από τον Ύψωνα, είδαν τον Κούλα στα αριστερά τους, φεύγοντας κι από το Κολόσσι, άφησαν πίσω τους την Επισκοπή και το Σύμβουλο κι έπιασαν τον ανηφορικό δρόμο, πριν από το Πισσούρι, που ήταν τόσο στενός, όσο που χωρούσε ένα αυτοκίνητο, κι όλο απότομες στροφές. Πιάστηκε πάλ το στομάχι των γυναικών, όμως κατάφεραν να μην κάνουν εμετό.
Το απόγευμα προχωρούσε, ο ήλιος κατέβαινε και τους κτυπούσε στα μάτια. Ήταν μια καθαρή μέρα, λες και ήταν άνοιξη. Όλοι οι άλλοι ήταν αμίλητοι και σκεφτικοί, μόνο ο Χριστάκης θαύμαζε τη φύση, τα αμπέλια μετα γυμνά κλαδιά, τις χαρουπιές, που αφθονούσαν με το πυκνό, βαθυπράσινο φύλλωμα τους, τις πλαγιές των χαμηλών λόφων, που τις είχαν σπείρει. Κι εδώ φαινόταν η ανθρώπινη φιλοπονία και αξία. Ό,τι μπορούσε να καλλιεργηθεί ήταν καλά αξιοποιημένο, όλα ήταν καλά οργωμένα και περιποιημένα. Αν και δεν έβλεπε πουθενά ανθρώπους, η παρουσία τους ήταν εμφανής από τα πλούσια έργα τους.
Ο Πολεμίτης πρότεινε σταθμό στο Πισσούρι για καφέ, μα και πάλι η Στασού αντέτεινε και συνέχισαν το ταξίδι τους. Ο Χριοτάκης πρόσεχε τώρα τις απότομες πλαγιές δεξιά κι αριστερά, που ήταν σκεπασμένες με πυκνά σκοίνα. Εκείνο που του έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν τα πολλά κατσίκια που κυκλοφορούσαν εκεί ψηλά πάνω σε στενά μονοπάτια, χωρίς κανένας να τα επιβλέπει, ήταν χιλιάδες. Ήθελε πολύ να ρωτήσει ποιου ήταν όλα εκείνα τα κατσίκια, τους έβλεπε όμως όλους τόσο σοβαρούς και αμίλητους, που προτίμησε να σιωπήσει κι αυτός.
Ο Πολεμίτης έσπασε για δύο μόνο δευτερόλεπτα τη σιωπή του όταν έφτασαν στη Πέτρα του Ρωμιού.
-Χριστάκη, είπε, κοίταξε στ'αριοτερά μας, είναι η Πέτρα του Διγενή.
Τώρα γιατί είπε «Πέτρα του Διγενή» κι όχι «Πέτρα του Ρωμιού», τον προβλημάτισε. Μήπως εξέφραζε κάποια απωθημένα; Γρήγορα όμως το ξέχασε κι αυτό και συνέχισε να οδηγεί σιωπηλός και δύσθυμος, χωρίς όμως να εκφράζεται ούτε με χειρονομίες, ούτε με βρισιές. Σ'αυτό το ταξίδι ο Πολεμίτης έμαθε να είναι συγκρατημένος.
Ο Χριοτάκης είδε την Πέτρα του Ρωμιού, στην άκρη της θάλασσας, λουσμένη στο πλούσιο φως του δειλινού, ήταν ακριβώς όπως τη φαντάστηκε, πελώρια κι επιβλητική. Ο στενός δρόμος κατέβαινε και περνούσε δίπλα από τον τεράστιο βράχο, που η παράδοση έλεγε ότι τον πέταξε από την Κάτω Πάφο, ο Διγενής Ακρίτας και έφτασε μέχρι εκεί, όπου η θάλασσα γέννησε την Αφροδίτη. Ο Διγενής Ακρίτας, που αγάπησε την όμορφη ρήγαινα της Πάφου, προκλήθηκε σ' αυτο τον άθλο από τη ρήγαινα, που έριξε τον στύλλο του αργαλειού της και πήγε και καρφώθηκε στα χωράφια, πάνω από ένα μίλι μακρυά και του ζήτησε να την παραβγεί. Πήγε τότε ο Διγενής στον Άη Γιώρκη, μάζεψε το μικρό βράχο, που ήταν δίπλα στον μεγάλο, τον Γερόβουνο και τον πέταξε να φτάσει εκεί που γενιόταν ο ήλιος. Κι ο βράχος πήγε κι έπεσε εκεί όπου το κύμα έβγαλε στην αμμουδιά τη θεά της ομορφιάς και της ζωής.
Την ιστορία τους την είχε πει η γιαγιά η Δεσποινού, μαζί με όλες τις άλλες ιστορίες του Ακρίτα. Τα παιδιά που την άκουαν ένιωθαν δέος μπροστά στη μυθική δύναμη του βυζαντινού ήρωα και μισούσαν την πονηριά και τη δολότητα της ρήγαινας. Η γιαγιά εξιστορούσε με πολλή πειστικότητα, τόσο που τους έκανε να ζουν εκείνα τα γεγονότα των χρόνων που πέρασαν και να τα φαντάζονται να συμβαίνουν ξανά. Ήταν τα περασμένα που γίνονταν παρόν και μέλλον.
Είδε το κύμα, ο Χριστάκης να σβήνει πάνω στον βράχο σαν να τον φιλούσε, σαν να του υποσχόταν την αιωνιότητα. Κι ο βράχος άκουε τα μηνύματα να έρχονται από τη δύση και τα κατέγραψε στη μνήμη των ανθρώπων που τα πίστευαν. Σ'αυτόν τον τόπο, σίγουρα η πίστη προς την Ελλάδα ήταν πιο δυνατή ακόμα και από την πίστη στον Θεό. Οι παλοί έβαζαν μαζί Ελλάδα και Θεό και στις εξιστορήσεις τους δεν τους χώριζαν. Ο Διγενής έφτανε καβάλλα οτ'άλογο του Άη Γιώρκη, έχοντας δηλαδή την ευλογία του Θεού και ο βράχος, που έριξε έφτασε στα πόδια της Αφροδίτης. Αυτή η ανάμειξη των παλιών θεών με το Θεό που πίστευαν και τιμούσαν δεν τους ενοχλούσε, ούτε και οι παπάδες αφόριζαν τα τόσα πολλά υπολείμματα των παγανιστικών χρόνων.
Τα παιδιά άκουαν τις ιστορίες και τις κατέθεταν στη μνήμην τους. Ο εσωτερικός τους κόσμος, έντονα συναισθηματικός, εκδηλωνόταν σε πράξεις και τάσεις που κάθε άλλος λαός θα χαρακτήριζε ηρωική μωρία. Ο Χριστάκης δεν καταλάβαινε τις ιστορίες του Διγενή σαν ένα όμορφο και γλαφυρό μύθο, αλλά σαν ένα όραμα που μπορούσε να πραγματοποιηθεί και να λάμψει στην πραγματικότητα. Κάποτε ο Νίκος προσπαθούσε να τον προσγειώσει λέγοντας του «αυτα είναι φανταστικά πράγματα που τα λένε οι γέροι για να περνά η ώρα». Για τον Χριστάκη όμως δεν ήταν έτσι. Άκουετον Νίκο και σιωπούσε. Δεν χρειαζόταν να του απαντήσει, ούτε να του αποδείξει τίποτα. Πάντοτε άκουε τις ιστορίες σιωπηλός και χωρίς να κάνει ερωτήσεις. Ενώ του άρεσε να ρωτά και να μαθαίνει, όταν η γιαγιά εξιστορούσε για τους Βυζαντινούς ήρωες, άκουε με προσοχή, κατέγραψε στη μνήμη του όσα άκουε, ποτέ δεν ρωτούσε και δεν αμφισβητούσε ούτε μια λέξη.
Ήδη η Πέτρα του Ρωμιού είχε μείνει πίσω όμως οι σκέψεις του Χριστάκη συνέχιζαν να κατακλύζουν το μυαλό του. Του ήταν πολύ ευχάριστο, από τη μια και οδυνηρό από την άλλη να σκέφτεται εκείνα τα πράγματα. Του γέμιζαν τη ζωή του, πλημμύριζαν το είναι του με νοσταλγίες σαν να είχε ζήσει και μια προηγούμενη ζωή, σαν να ήταν γραμμένα στη φύση του πράγματα και εικόνες, που πολύ συχνά προσπαθούσαν να παρεισφρύσουν και να εκδηλωθούν ενάντια στον συνειδητό του κόσμο.
Ο δρόμος έφευγε τώρα δίπλα στη θάλασσα. Μικρά κυματάκια έσκαγαν με τον κάτασπρο αφράτους στο ακρογιάλ. Η θάλασσα ήταν ήσυχη κι ονειρική. Ο ήλιος είχε πια γείρει κι καθρεφτιζόταν έντονα στο νερό. Ήταν ένα σκηνικό δυνατής υπόσχεσης για αγάπη κι αιώνιο έρωτα.
Ακόμα και της Στασούς είχε μαλακώσει ο θυμός της για τον Χαμπή και σκεφτόταν τώρα τα παιδιά που την περίμεναν. Δεν τους είχε φέρει τίποτα από τη Χώρα κι αυτο τη στεναχωρούσε λιγάκι, όμως τους φύλαγε μια πολύ ζεστή αγκαλα και ασφαλώς ο Χριστάκης θα είχε πολλές ιστορίες να τους πεί.
Η Δεσποινού ένιωθε τον πόνο από τον χωρισμό με τον άντρα της να καταπιέζεται κάπου στο βάθος της ψυχής της. Οι πολλές ευθύνες που φορτώθηκε την έκαναν αποφασιστική. Αν και πολλές φορές έφτανε στα πρόθυρα της απελπισίας κατάφερνε να ξεπερνά τις αδυναμίες της και να συνεχίζει. Είχε απογαλακτίσει το Νίκο και δεν είχε το πρόβλημα που ένιωθε ότι είχε η Στασού, που σφιγγόταν να μην δείχνει το πόνο που της προκαλούσαν τα γεμάτα γάλα στήθη της, τόση ώρα που είχε να θηλάσει το μωρό.
Η Πολυξένη δεν έλεγχε πια τις σκέψεις της. Τώρα συνειδητοποιούσε τι ήταν την παραγγελιά του πατέρα της να παντρευτούν με τον Ανάσταση, χωρίς να περιμένουν την απελευθέρωση του. Από τη μια ήταν επιβεβαίωση ότι ο αγώνας, με όλες τις δυσκολίες του, δεν θα τελείωνε σύντομα, όπως έλεγε κάποτε η μάνα της. Από την άλλη θα έπρεπε να παντρευτούν το συντομότερο και δεν ήταν καθόλου έτοιμη για κάτι τέτοιο. Ήταν και ο Γιώρκος, ο αδερφός της. Η αρραβωνιαστικιά του ήταν κόρη του μουχταρη, από καλή οικογένεια; Θα δέχονται εκείνοι να παντρέψουν την κόρη τους στο άψε-σβήσε; Αυτα ήταν σοβαρά προβλήματα, που γέμιζαντη ψυχή της με απελπισία και χωρίς να το καταλάβει καλά-καλά δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλα της, δάκρυα που δεν μπορούσε να κρύψει. 'ΕνιωσετοχέριτηςΣτασούςν' ακουμπάτο δικό της με συμπάθεια κι αυτό την καθησύχασε λ'γο.
Ο Πολεμίτης, σ' όλο το ταξίδι κατάφερε να κρύψει τα αισθήματα του, τώρα όμως τον έπνιγαν. Έκανε πραγματικό πόλεμο για να μην τα εκδηλώσει. Τούτοι εδώ οι επιβάτες του ήταν συγγενείς των πρωτεργατών του Αγώνα και είχαν στην ουσία πάει για προσκύνημα. Αυτός ήταν ο παρείσακτος, εκείνους τους ένταξαν στον αγώνα, ενώ αυτόν ούτε που τον πλησίασαν. Καταλάβαινε ότι δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να τον καλέσουν, εκτός κι αν πήγαινε και τους εκλιπαρούσε, κάτι που ασφαλώς δεν θα έκανε.
Τι είχαν δηλαδή εκείνοι; Τι δεν είχε αυτός; Ήταν επαναστάτης από τη γέννηση του και ποτέ δεν τα έβαλε κάτω. Είχε επικρίνει ακόμα και το κόμμα που πίστευε, λέγοντας εκείνο το βράδυ στο σύλλογο «Πρέπει να γίνεται αυτό που θέλουν οι πολλοί κι όχι αυτό που αποφασίζουν στα κρυφά οι λίγοι. Αυτοί είναι το δικό τους συμφέρον που βλέπουν, είναι τον εαυτό τους και τη φιλαρχία τους που υπηρετούν». Γι αυτή την κουβέντα οι αριστεροί τον εξοστράκισαν και δεν μιλούσαν πια κομματικά στην παρουσία του, τον απέφευγαν και του έδειχναν με κάθε τρόπο ότι δεν είχε θέση στον σύλλογο τους. Δεν το έδεσε σε ψηλό μαντήλι, βέβαια. Και στο σύλλογο τους πήγαινε και την αντίθεση του τη δήλωνε. Εκείνο που τον ενοχλούσε πιο πολύ ήταν η απαξίωση που του έδειχναν, που δεν του απαντούσαν, που πολλές φορές έφευγαν και τον άφηναν να μιλά μόνος του.
Και τώρα τι ήθελε να πει για την «Πέτρα του Διγενή;» Οι γυναίκες σίγουρα θα το πρόσεξαν και θα νόμιζαν ότι τους παρίστανε τον υποστηρικτή του Αγώνα. Όχι ότι δεν ήταν. Δεν ήταν όμως απόλυτα βέβαιος. Μήπως θαύμαζε κιόλας εκείνους που υπέφεραν για μια ιδέα; Α, μπα, θα του ήταν αδύνατο να θαυμάζει ανθρώπους που δεν είχαν ακόμα αποδείξει τίποτα. Μήπως ήταν κι αυτός καιροσκόπος; Μήπως θα περίμενε το αίσιο τέλος του Αγώνα για να τρέξει, εκ των υστέρων να τον ζητωκραυγάσει; Μάλλον δεν ήταν αυτός ο τύπος του.
Ήξερε τα πάθη του. Τα καταλάβαινε και τα αναγνώριζε. Μα ούτε μπορούσε και ούτε ήθελε να τα διορθώσει. Ήταν εχθρός της εργασίας. Έλεγε στον εαυτό του ότι η δουλειά, όπως το έλεγε και η ίδια η λέξη, ήταν για τους δούλους. Όταν επέστρεψε από τον πόλεμο, ο θετός του πατέρας, το Νικολού του αγόρασε ένα ολοκαίνουριο τρακτέρ για να οργώνει τα κτήματα τους, που είχαν αρκετά και να οργώνει και κτήματα άλλων, με αμοιβή. Ήταν ουσιαστικά το πρώτο τρακτέρ που ερχόταν στο χωριό και ήταν μια καλή επιχείρηση που θα άφηνε πολλά λεφτά. Ήταν όμως μια πολύ κοπιαστική εργασία και ασφαλώς δεν ήταν του γούστου του. Έτσι έδωσε το τρακτέρ, πήρε αυτοκίνητο κι έγινε ταξιτζής. Τώρα ένιωθε λεύτερος, δεν κοπίαζε τόσο πολύ κι έβγαζε κι αρκετά λεφτά.
Έπινε και μεθούσε συχνά, μα ήταν νέος και όλοι του συγχωρούσαν αυτό το ελάττωμα. Τόσο οι θετοί του γονείς, όσο και η γυναίκα του, τον υπεραγαπούσαν. Μόνος του παραδεχόταν πως δεν του άξιζε η τόση αγάπη που του είχε η Βικτωρού. Ήξερε πως τον αγαπούσε, πριν ακόμα γίνει λόγος για παντρειά. Είχαν ευκαιρίες να συναντιούνται, γιατί εκείνη ήταν βαφτιοτικιά και προστατευόμενη των θετών του γονιών, οι οποίοι έβλεπαν με καλό μάτι αυτό το συνταίριασμα που στο τέλος έγινε εκείνο που ήθελαν. Ο ίδιος όμως δεν ένιωθε και τόσο ευτυχισμένος. Γι' αυτό, όταν ήρθε ο πόλεμος κατατάκτηκε. Έψαχνε για περιπέτεια και τη βρήκε, πίσω του όμως άφησε τη νεαρή του γυναίκα μ' ένα παιδί στην κοιλιά και τους θετούς του γονείς να κλαίνε απαρηγόρητα και να τον εκλιπαρούν, μάταια, ν' αλλάξει ιδέα.
Το μεγάλο του πάθος ήταν όμως το κουμάρι. Τον είχε κυριολεκτικά κυριεύσει. Δεν ήταν βέβαιος αν έπαιζε για να κερδίσει ή αν έπαιζε χάριν του παιγνιδιού. Οι συμπαίχτες του είχαν να λένε ότι δε λογάριαζε κανένα κόστος, ούτε πόσα θα έχανε, όταν έπαιζε. Ήταν μανιακός, σαν να τον κυρίευε ένας κακός δαίμονας. Ο θετός του πατέρας, που ήταν και επίτροπος στην εκκλησιά, στεκόταν μπροστά στην εικόνα της Παναγίας της Χρυσοαιματούσας και προσευχόταν να τον βοηθήσει να δει το λάθος του και να σταματήσει τα χαρτιά. Αυτός όμως έπεφτε όλο και πιο χαμηλά, έφτασε στο σημείο να απειλήσει φίλο του για να του δώσει λεφτά, όταν έχασε όλα τα δικά του. Μια φορά έχασε τα πάντα, έπαιξε και την καμπαρτίνα του και την έχασε κι αυτή.
Και το Νικολούι απελπισμένος, μη περιμένοντας πια ούτε την Παναγία ν' ακούσει τις προσευχές του, πήγε κι αγόρασε πίσω τη καμπαρτίνα του. Του την έφερε και του την έδωσε χωρίς να του πει λέξη. Και τι να του έλεγε; Λόγια χαμένα θα ήταν.
Στο πόλεμο ήταν σκληρό καρύδι. Κινδύνεψε στη μάχη και σκότωσε. Έκανε όμως και κάτι άλλο. Ρίγησε όταν το θυμήθηκε. Αυτο ήταν που ονειρεύτηκε και στα λίγα λεπτά που αποκοιμήθηκε πάνω στη καρέκλα, εκεί στη καντίνα των Κεντρικών Φυλακών. Ήθελε να κτυπήσει το κεφάλι του στο τιμόνι, να το σπάσει. Μια στραβοτιμονιά όμως, έβγαλε το αυτοκίνητο από τον δρόμο και το απότομο τράνταγμα τον έκανε να συνέλθει.
Στην έπαυλη της Αχέλειας, εκεί στον νέο ελαιώνα, ένας οδηγός, που ερχόταν από απέναντι, του έκανε νόημα να σταματήσει. Τα δύο αυτοκίνητα συναπαντήθηκαν και σταμάτησαν πλάι-πλάι.
-Ρε φίλε, ρώτησε ό άλλος οδηγός, που οδηγούσε ένα παλιό WOOSLEY, έρχεσαι απότη Λεμεσό;
-Ναι, από εκεί έρχομαι, απάντησε ο Πολεμίτης. Γιατί ρωτάς;
-Όλοι μιλούν για φασαρίες στη Λεμεσό. Είναι αλήθεια; Λένε ότι οι Εγγλέζοι στήνουν παντού μπλόκα, κάνουν έρευνες και κτυπούν κόσμο. Λένε ότι στα βουνά γίνονται μάχες και ότι σκοτώθη καν πολλοί.
-Εμείς δεν είδαμε τίποτα, φίλε μου, καλύτερα όμως μην ταξιδέψεις νύχτα, κανείς δεν ξέρει τι γίνεται.
-Πρέπει να πάω στη Λεμεσό, είπε με χαμηλή φωνή ο άλλος. Στη φωνή του διακρινόταν ο φόβος, θα μείνω εκεί απόψε. Έχω συγγενείς, συμπλήρωσε, σαν να μονολογούσε.

Ευχαρίστησε τον Πολεμίτη κι έφυγε. Πήραν κι αυτοί ξανά το δρόμο και το ταξίδι έφτανε πια στο τέλος του, «Αν μπορούσε ποτέ να έχει τέλος», σκεφτόταν ο Χριστάκης. Είχε παρακολουθήσει τις λίγες κουβέντες του Πολεμίτη με τον άλλο οδηγό. Είχε νιώσει τον φόβο και την ανησυχία, του άλλου οδηγού. «Κανένας δεν ξέρει τι γίνεται», είχε πει ο Πολεμίτης. Ο Χριστάκης όμως ήξερε, ότι έκαναν ένα ταξίδι που δεν τελείωνε εδώ, ίσως καινά μηντελείωνεποτέ.