ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄- ΟΙ ΜΙΚΡΟΙ ΚΟΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ

[Ή μεν άρα δικαία ψυχή καϊ ό δίκαιος άνηρ εν βιώσεται, κακώς δέ ό άδικος.] Πλάτων Πολιτεία, I, 353e 10-11.

Η Στέλλα είναι η δευτερότοκη και, όπως όλοι οι δευτερότοκοι, ένιωθε να ζει στη σκιά του πρώτου παιδιού και να παραμελείται. Αυτά τα αισθήματα βέβαια δεν είναι απόλυτα συνειδητά, αλλά παρουσιάζονται κι εκδηλώνονται μέσα από μια προσπάθεια αυταπόδειξης, μια προσπάθεια που φωνάζει, με άφωνη όμως φωνή «είμαι κι εγώ εδώ!» Υποψιάζεται ότι ο Χριστάκης απολάμβανε το ρόλο του πρωτότοκου κι ότι, κατά κάποιο τρόπο, την υποχρέωνε να ζει, στη σκιά του, ότι την παραμέριζε και, το χειρότερο, ότι την ανάγκαζε να ακολουθεί. Αν και τον αγαπούσε πάρα πολύ, συνέχεια τον αμφισβητούσε και παραπονιόταν ότι την εμπόδιζε να κάνει εκείνο κι ετούτο. Δεν τσακώνονταν συχνά, όμως κάθε φορά που οι μεγάλοι έδιναν μια εντολή στο μεγάλο της αδελφό ένιωθε ότι θα μπορούσε και η ίδια να τα καταφέρει εξίσου καλά αν της το ζητούσαν. Αντίθετα όταν ανέθεταν κάτι για να το κάνουν και οι δυό μαζί ήταν τρισευτυχισμένη.
Εκείνο το ξημέρωμα, μετά που η μητέρα και ο Χριστάκης έφυγαν, η Στέλλα ένιωθε συγχυσμένη, θυμωμένη και ανήσυχη, μήπως δεν τα κατάφερνε σ' ένα ρόλο, που δεν είχε αναλάβει ξανά. Ήταν θυμωμένη με τον μπαμπά, που βρήκε μια πολύ φτηνή δικαιολογία να μην πάει μαζί τους και ανήσυχη, γιατί μαζί με όλα τα άλλα έπρεπε να μαγειρέψει! Η μαμα είχε δώσει τις οδηγίες της και θεωρητικά ήξερε το κάθε τι. Φυσικά, όσο ήταν ο Χριοτάκης παρών αυτή απλώς παρακολουθούσε, τώρα θα έπρεπε να κάνει πράγματα από μόνη της χωρίς κανένα δίπλα της! Ένιωθε αρνητικά για τον Χριοτάκη, που δεν την άφηνε να κάνει τίποτα και τώρα ίσως και να τα έκανε μούσκεμα από μόνη της. «Καλή είμαι κι εγώ», σκεφτόταν, «αντί να του απαγορεύω να κάνει τις γυναικείες δουλειές, που είναι δική μου υποχρέωση, τον αφήνω να τα κάνει όλα και παραπονιέμαι κι από πάνω! Μα κι αυτός, πάλι γιατί δεν αφήνει και τίποτα για μένα;» Γύρισε στο κρεβάτι της κι ένιωσε τον ύπνο να έρχεται, «θα τα καταφέρω!» σκέφτηκε αποφασιστικά, και ο γλυκός ύπνοςτηντύλιξε.
Ο κόκορας της αυλής λάλησε. Τώρα το χειμώνα τα κοκόρια λαλούν στις πέντε, το πρωί και αυτό είναι το τρίτο λάλημα μετά τα μεσάνυχτα. Αυτά τα λέει η γιαγιά, που πάντα υπολογίζει την ώρα πότε απ' το λάλημα των πετεινών, πότε απ' το γαύγισμα των σκυλιών και ο πιο σίγουρος υπολογισμός είναι απ' το ύψος της Οπλιάς. Στο ξημέρωμα, τα κοκόρια λαλούν πολλές φορές και για πολλή ώρα, λες και πληρώνονται εργολαβία να ξυπνάνε τους ανθρώπους και όλα τα ζώα της αυλής. Αν και το κοτέτσι ήταν από την άλλη πλευρά της αυλής και το σπίτι της γιαγιάς ήταν μπροστά, και ο ύπνος πολύ γλυκός, το λάλημα του πετεινού, επαναλαμβανόμενο, ξύπνησε τελικά τη Στέλλα. Είχε προσπαθήσει όλο το βράδυ να μείνει ξύπνια και να κερδίσει το στοίχημα να πάει με τη μητέρα, μα τώρα ο ύπνος τη βάραινε πολύ γλυκός και με δυσκολία άνοιξε τα μάτια, ωστόσο ο ύπνος τη τράβηξε για λίγο ακόμη στη ζεστή αγκαλιά του, τόσο που πρόλαβε ένα όνειρο να παρεισφρύσει. Είχε σηκωθεί, λέει και προσπαθούσε να ανάψει τη μηχανή για να φτιάξει σούπα στον μπαμπά. Πάντα το ίδιο απατηλό όνειρο που την ξεγελούσε ότι τάχα είχε ξυπνήσει ενώ ο ύπνος την κρατούσε ακόμα αιχμάλωτη κάτω απότη ζεστή κουβέρτα.
Μα το κοκόρι ξαναλάλησε, γαύγισε κι ένα σκυλί στη γειτονιά. Αυτή τη φορά η Στέλλα ξύπνησε για καλά. Τεντώθηκε αλλά έμεινε για λίγο ακόμα ξαπλωμένη, απολαμβάνοντας τη ζεστασιά κάτω από τα στρωσίδια. Δίπλα της ο Κωστάκης κοιμόταν βαθιά και η ήσυχη αναπνοή του, τη γέμισε με μια απέραντη τρυφερότητα. Όπως όλοι, αγαπούσε κι αυτή με ιδιαίτερη αγάπη αυτό το μικρό αγόρι, κυρίως όταν κοιμόταν με εκείνο το πολύ γλυκό χαμόγελο του να φωτίζει το προσωπάκι του, εκείνη την ώρα ξεχνούσε τις ζαβολιές του και τα βάσανα που της έκανε όσο ήταν ξύπνιος. Βέβαια δεν αγαπούσε λιγότερο τον μικρούλη Κυριάκο, και όταν την άφηναν να τον πάρει στην αγκαλιά της, παρόλο που μόλις και μετά βίας τον σήκωνε, τον γέμιζε φιλιά λέγοντας λογάκια κι εκείνος ανταποκρινόταν μ' ένα μεγάλο χαμόγελο, που τον έκανε αξιαγάπητο. Τώρα, το μικρό αγοράκι κοιμόταν στο μεγάλο κρεβάτι και η δυνατή αναπνοή του πατέρα, που κοιμόταν του καλού καιρού, σκέπαζε τη δική του αναπνοούλα. Ο πατέρας δεν ξυπνούσε, μακάρι να λαλούσαν χίλια κοκόρια μαζί! Από τον στρατό και τον πόλεμο στην έρημο έμαθε να κοιμάται και να ξυπνά όποτε έπρεπε και όποτε αυτός ήθελε. Αυτό, βέβαια, δεν το ήξερε η Στέλλα, που τον παρεξηγούσε πολλές φορές που κοιμόταν βαθιά ακόμα κι αν γύρω του χαλούσε ο κόσμος.
Επιτέλους η Στέλλα κατάφερε να σπρώξει από πάνω της την κουβέρτα και ένιωσε το κρύο να την πυρουνιάζει. Αν κι εκείνος ο χειμώνας δεν είχε κάνει ακόμα δυνατά κρύα, το κρύο ήταν αρκετά τσουκτερό, ιδιαίτερα τα βράδια και πιο πολύ ακόμα το ξημέρωμα. Από τον φεγγίτη δεν έμπαινε ακόμα το φως, αν και το ξημέρωμα δεν θα αργούσε. Πετάχτηκε από το κρεβάτι και ακούστηκαν τα γυμνά της ποδαράκια να κάνουν πλάτς-πλάτς πάνω στο κρύο μπετόν του πατώματος, γρήγορα-γρήγορα πήγε στο διπλανό δωμάτιο, που μόλις είχε κτιστεί και μύριζε έντονα ο ασβέστης, που είχαν βάψει τους τοίχους. Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο, γύρω στα τριανταπέντε τετραγωνικά μέτρα, που το έκτισαν με δικά τους έξοδα, ως συνέχεια της αντισεισμικής παράγκας, ένα μεγάλο δωμάτιο εβδομήντα τετραγωνικά κι αυτό, που τους είχε κτίσει η κυβέρνηση, μετά τον μεγάλο σεισμό, δυό χρόνια πριν. Η αλήθεια είναι ότι η παράγκα κτίστηκε για τον παππού τον Λεωνή και τη γιαγιά τη Δεσποινού, που το σπίτι τους γκρεμίστηκε από το σεισμό. Αν κτιζόταν γι' αυτούς, μια οικογένεια με πέντε άτομα κι ένα που ερχόταν, το σπίτι τους θα είχε δυό, ίσως και τρία δωμάτια. Το σπίτι του Χαμπή και της Στασούς, ένα δωμάτιο όλο κι όλο, είχε μόνο μια ρωγμή στον ένα τοίχο, είπαν ότι δεν κινδύνευε να πέσει και τους έδωσαν σαράντα λίρες να το φτιάξουν. Το επιδιόρθωσαν με γύψο και η επέμβαση ήταν απόλυτα εμφανής σαν μια τεράστια ουλή. Ο Λεωνής και η Δεσποινού είπαν «δυό άνθρωποι εμείς, τι το θέλουμε το μεγάλο σπίτι, εσείς, με τόσα παιδιά να πάρετε και το πιο μεγάλο». Κι έτσι έγινε η ανταλλαγή, παρόλο που ανησυχούσαν πως αν το μάθαιναν στο διοικητήριο δεν θα τους το επέτρεπαν. Το νέο δωμάτιο, που πρόσθεσε ο Χαμπής, στοίχισε πενηνταπέντε λίρες και δεν δυσκολεύτηκε και πολύ να τις βρεί, αφού ήταν η εποχή που όλα πήγαιναν καλά στα οικονομικά του. Θα το χρησιμοποιούσαν για κουζίνα και θα έβαζαν και δυό σιδερένια κρεβάτια για τ' αγόρια, που μεγάλωναν κι ένα κρεβάτι δεντους χωρούσε πιά.
Η Στέλλα σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της, και ακουμπώντας στο ψηλό τραπέζι, έφτασε τη λάμπα πετρελαίου, που άναβε εκεί και ψήλωσε το φυτίλι για να δυναμώσει το φώς. Το δωμάτιο φωτίστηκε πολύ και το φως γινόταν ακόμα πιο έντονο, καθώς το δωμάτιο ήταν σχεδόν γυμνό από έπιπλα και φρεσκοασβεστωμένο. Το φρεσκοκτισμένο και σχεδόν άδειο δωμάτιο ήταν βέβαια και πολύ πιο ψυχρό και το μικρό κοριτσάκι ρίγησε κι ένιωσε τα δόντια της να κτυπούν. Δεν τα έβαλε όμως κάτω γιατί ήταν πολύ αποφασιστική σε όλα και ο Χριοτάκης την πείραζε πολύ συχνά ότι είχε πολύ πείσμα. Αυτό την ενοχλούσε λιγάκι και το αρνιόταν. Η αλήθεια είναι ότι έμοιαζε πολύ στη γιαγιά της, η Δεσποινού και ήθελε να τη μιμείται αφού κι εκείνη ήταν ένα σκέτο πείσμα και γινάτι, όπως έλεγε πολύ συχνά και η μαμά. Αλλά έστω... Η μικρή αγαπούσε πολύ τη γιαγιά της, όπως καινα'ταν.
Η Στέλλα ήθελε να φτιάξει σούπα του μπαμπά, κάτι που δεν είχε ξανακάνει. Τώρα είχε την ευκαιρία να αποδείξει ότι κι αυτή μπορούσε! Θα έπρεπε όμως να ανάψει πρώτα τη μηχανή του πετρελαίου κάτι που δεν είχε ξανακάνει επίσης και η αλήθεια φοβόταν πολύ, γιατί αυτό το, πολύτιμο κατά τα άλλα, μαραφέτι ήταν και ξεροκέφαλο κι επικίνδυνο. Είχε παρακολουθήσει πώς το άναβαν η μαμά και ο Χριοτάκης και, θεωρητικά, ήταν καλά καταρτισμένη. Το είχε δεί, πολλές φορές, αντί να βγάζει εκείνη την δυνατή και συνεχή, μπλέ φλόγα, σημάδι ότι άναψε σωστά, να πετάει μια ψηλή, κιτρινόμαυρη φωτιά, που κυριολεκτικά άγγιζε το ταβάνι. Αυτό δε γινόταν συχνά βέβαια, όταν όμως συνέβαινε, τόσο η μαμά όσο κι ο Χριστάκης τρόμαζαν και φώναζαν: «όλοι πίσω, όλοι πίσω!» σημάδι ότι υπήρχε κίνδυνος.
Η μηχανή του πετρελαίου ήταν μια πολύ απλή επινόηση των Ιταλών, που έφτασε στα νοικοκυριά μετά το τέλος του πολέμου. Άναβε με κηροζίνη κι αντικατέστησε τα ξύλα στο μαγείρεμα. Αποτελείτο από ένα μπρούντζινο, στρογγυλό ντεπόζιτο, που χωρούσε σχεδόν μισό γαλόνι κηροζίνη κι ένα σιδερένιο κεφάλι από μαλακό ατσάλι, που το κάλυπτε ένα καπάκι με πολλές, συνεχόμενες τρυπίτσες γύρω-γύρω. Στηριζόταν σε τρία σιδερένια πόδια, που ανέβαιναν μέχρι το κεφάλι, με λυγισμένη την πάνω άκρη, σε ορθή γωνιά για να κάθεται η κατσαρόλα. Γύρω από τη βάση του κεφαλιού ήταν στερεομένη μια υποδοχή, όπου έμπαινε φωτιστικό οινόπνευμα το οποίο άναβε για να ζεστάνει καλά τους τέσσερις ανοδικούς σωλήνες του κεφαλιού, μέχρι να αρχίσει να εξαερώνεται το πετρέλαιο που περνούσε από μέσα, με την πίεση αέρα, που διοχετευόταν μέσα στο ντεπόζιτο με το έμβολο μιας ενσωματωμένης, μικρής τρόμπας. Το πετρέλαιο έφευγε από μια πολύ μικρή, μεταλλική βαλβίδα, κτυπούσε στο εσωτερικό μέρος του καπακιού, διασκορπιζόταν και, βγαίνοντας από τις τρυπίτσες άρπαζε φωτιά, δίνοντας μια πολύ δυνατή, γαλάζια φλόγα. Από εκεί και πέρα, η εξαέρωση του πετρελαίου συνέχιζε αυτόματα και συνεχώς με τη βοήθεια της ίδιαςτης φλόγας, σε μια αλληλεξαρτημένη αυτοσυντήρηση. Για να σβήσει η φωτιά άνοιγε μια μικρή βαλβίδα, πάνω στο πώμα του πετρελαίου, που ελευθέρωνε τον αέρα, που είχε εισαχθεί στο ντεπόζιτο. Αυτή η βαλβίδα, που ήταν ουσιαστικά μια λεπτή, μεταλλική βίδα, έπρεπε να κλείσει καλά, ακριβώς πριν αρχίσει να τρομπάρεται αέρας μέσα στο ντεπόζιτο. Η κατσαρόλα καθόταν πάνω στα «πόδια» της μηχανής, με τη φωτιά από κάτω της και χρειαζόταν πολλή προσοχή στη διαχείριση της κατα το ψήσιμο του φαγητού γιατί εύκολα μπορούσε να αναποδο­γυριστεί, να πέσει, και το περιεχόμενο να χυθεί, με κίνδυνο να προκαλέσει σοβαρά εγκαύματα στον χειριστή και σε όποιον άλλο τύχαινε να είναι πολύ κοντά. Οπωσδήποτε, το ψήσιμο του φαγητού, αλλά και το άναμμα φωτιάς με οποιονδήποτε τρόπο ήταν πράγματα πάρα πολύ επικίνδυνο για να τα κάνει ένα μικρό παιδάκι.
Η Στέλλα, έτρεμε από το φόβο της μην έκανε κανένα λάθος και καμιά μεγάλη ζημιά. Φοβόταν πάρα πολύ τη φωτιά, μετά από εκείνο το συμβάν, που ακόμα λίγο να έκαιαν τον Κωστάκη, στο χάρτινο κασόνι, αλλά και γιατί μια μέρα ο Αλέξαντροςτου θείου του Κώστα, παίζοντας με τα σπίρτα, είχε βάλει φωτιά σε μια στοίβη κανναβιού, που ήταν ακουμπημένο στο τοίχο της, μισοτελειωμένης τότε, παράγκας. Έτρεξαν, ευτυχώς πολλοί, που άκουσαν τις τρομαγμένες κραυγές των παιδιών και κατάφεραν νατη σβήσουν πριν προκαλέσει μεγάλη ζημιά.
Ήταν όμως αποφασισμένη κι αυτό την έκανε και ριψοκίνδυνη. Πήρε το μπουκάλι με το φωτιστικό οινόπνευμα και το άνοιξε. Ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της για να φτάνει κι έβαλε οινόπνευμα στην υποδοχή. Εκεί έκανε το λάθος και η υποδοχή ξεχείλισε, το οινόπνευμα κύλισε κι έφτασε μέχρι το τραπέζι, που ήταν σκεπασμένο μ' ένα κόκκινο, χοντρό μουσαμά, όπου σχημάτισε μια μικρή λιμνούλα. Αν και όλο το δωμάτιο γέμισε από τη δυνατή μυρωδιά του χυμένου οινοπνεύματος, η Στέλλα ούτε που έδωσε σημασία.
Πολλά μικρά λάθη μένουν χωρίς συνέπειες, αρκεί να τα συνειδητοποιήσουμε και να σταματήσουμε έγκαιρα. Η Στέλλα είδε το λάθος, ίσως όμως να μην συνειδητοποίησε τον κίνδυνο ή και να μην τον υπολόγισε σωστά και το δεύτερο της λάθος, ήταν πολύ πιο μεγάλο από το πρώτο. Πήρε το κουτί με τα σπίρτα από το ντουλάπι, όπου η μαμα τα φύλαγε, για να μην μπορούν να τα πάρουν τα παιδιά. Το άνοιξε προσεκτικά, έβγαλε ένα σπίρτο και το έκλεισε ακόμα πιο προσεκτικά. Κράτησε το σπιρτοκούτι με το ένα χεράκι κι έτριψε το σπίρτο στο πλευρό του για ν' ανάψει, δεν το πέτυχε με τη πρώτη φορά. Ήξερε ότι αυτό συμβαίνει, ειδικά όταν τα σπίρτα μείνουν εκτεθειμένα πολύ καιρό στην υγρασία και καμιά φορά μπορεί να μην ανάβουν καθόλου.
Δοκίμασε ξανά κι αυτή τη φορά ξεπετάχτηκε η μικρή φλογίτσα και το ξύλο του σπίρτου έπιασε φωτιά. Το πλησίασε στην υποδοχή με το οινόπνευμα κι αυτό έπιασε φωτιά. Είδε τότε, με τρόμο, τη φλόγα να σέρνεται σα φιδάκι πάνω στο ντεπόζιτο, προς τα κάτω να φτάνει στο τραπέζι και σε μια στιγμή μια τεράστια φλόγα να πετιέται και να σκεπάζει όλο το τραπέζι. Ενστικτωδώς έκανε ένα βήμα προς τα πίσω και ευτυχώς, ήταν αρκετό για να μην αρπάξουντα ρούχα της φωτιά.
Είχε παραλύσει από το φόβο της. Ούτε να φωνάξει μπορούσε, ούτε και να κάνει τίποτα, μόνο κοίταζε τη φωτιά να αναπηδά πάνω στον καινούριο μουσαμά του τραπεζιού και να σκορπά μια αδύναμη, μπλέ ανταύγεια. Περίμενε από στιγμή σε στιγμή να ξεπεταχτεί πάνω στην μεγάλη κοφίνα με τα παιδικά ρούχα, που βρισκόταν πάνω σε μια καρέκλα, δίπλα στο τραπέζι. Ένιωσε μια ζεστή ανάσα στο πρόσωπο της κι ανατρίχιασε, δεν μπόρεσε όμως να νικήσει τη παράλυση, που την κρατούσε αιχμάλωτη κι ακινητοποιημένη. Στη μύτη της έφτασε μυρωδιά καμένου και τότε κατάφερε να προσευχηθεί. «Παναγιά μου βοήθησε με» και αμέσως ελευθερώθηκε από τον φόβο της.
Άνοιξε το στόμα της για να φωνάξει βοήθεια μα, ως εκ θαύματος, είδε τη φωτιά, πάνω στο τραπέζι να λιγοστεύει και να σβήνει. «Η Παναγιά», σκέφτηκε, «Η Παναγιά έκανε το θαύμα της!» Και ευτυχώς ο μουσαμάς, πάνω στο τραπέζι ήταν από καουτσούκ και το καουτσούκ δεν αρπάζει εύκολα φωτιά, έτσι όταν το οινόπνευμα, που είχε χυθεί, εξαντλήθηκε, η φωτιά έσβησε. Έμειναν μόνο τρεις μαύρες βούλες πάνω στον μουσαμά, εκεί που ήταν τα πόδια της μηχανής κι όπου είχε μαζευτεί πιο πολύ οινόπνευμα. Η Στέλλα ούτε που τις είδε. Θα τις έβλεπε όμως η μαμά την επομένη, θα της έκανε τη σχετική ανάκριση και θα μάθαινε όσα έγιναν, θα της έβαζε κάμποσες φωνές αλλά θα τρόμαζε μέχρι τα τρίσβαθα της ψυχής της για το τι θα μπορούσε να συμβεί στη μονάκριβη, ξανθούλα κόρη της.
Έσβησε η φωτιά, λοιπόν, πάνω στο τραπέζι, χωρίς, ευτυχώς να επεκταθεί αλλού. Η υποδοχή, βέβαια δεν έσβησε αλλά συνέχισε να ζεσταίνει τη βάση της κεφαλής της μηχανής, που ήταν σε λίγο έτοιμη να ανάψει. Η Στέλλα ένιωθε πολλή αυτοπεποίθηση πια. Ήταν βέβαιη ότι η Παναγιά, που την επικαλέστηκε στη δύσκολη ώρα, ήταν μαζί της. Έκλεισε τη βαλβίδα του αέρα στη σωστή ώρα και τρόμπαρε με το έμβολο του πετρελαίου. Η μηχανή άναψε. Έβαλε κι άλλο, αρκετό αέρα με το έμβολο, όπως είχε δει να κάνει ο Χριστάκης, και η φλόγα δυνάμωσε, βγάζοντας τον χαρακτηριστικό ήχο της. Ένιωσε ευτυχισμένη και γρήγορα ξέχασε τι είχε συμβείπροηγουμένως. Τώρα έπρεπε να μαγειρέψει!
Έβαλε λάδι της ελιάς, απότο«καλό», όπως έλεγε η γιαγιά η Δεσποινού, στην αλουμινένια κατσαρόλα και το έβαλε στη φωτιά. Η αλουμινένια κατσαρόλα, αλλά και άλλα μαγειρικά σκεύη, ήταν επίσης, νέα πράγματα και ήρθαν ν' αντικατα-στήσουντα πύλινα αλλά, προπαντός τα χάλκινα σκεύη, που ήταν ένας μπελάς, γιατί ήθελαν τακτικά επικασσιτέρωση, που στοίχιζε αρκετά στα φτωχικά νοικοκυριά.
Το λάδι έκαψε κι όλο το δωμάτιο γέμισε από την πολύ όμορφη και χαρακτηριστική μυρωδιά του. Έριξε μέσα τον φιδέ, που τον είχε στο μεταξύ πιέσει και θρυμματίσει στη μικρή της παλάμη. Ήταν φιδές «Δωρίτη», που η μαμά δεν άλλαζε ποτέ γιατί ήταν ο καλύτερος, όπως έλεγε και δεν έπιανε ποτέ σκουλήκι, ούτε υγραινόταν, όσο καιρό και να έμενε ανοικτός. Έτσι έλεγε η μαμά!
Έβαλε μια καρέκλα κι ανέβηκε, για να φτάνει την κατσαρόλα. Εκείνα τα παιδιά ήταν πραγματικά ατρόμητα, αποφασιστικά και, κυρίως ήθελαν να είναι ελεύθερα και σε θέση να κάνουν τα πάντα, όσο δύσκολα κι αν ήταν. Εκείνα τα παιδιά ένιωθαν ότι η απραξία είναι κακό πράγμα κι ότι δικαιούνταν, πράττοντας, να κάνουν λάθη κι ότι, ακόμα, δικαιούνταν να τιμωρηθούν για τα λάθη τους.
Ο φιδές ψηνόταν, τσιρίζοντας και προσθέτοντας τη δική του, γλυκιά μυρωδιά σέ εκείνη του ελιόλαδου. Ανακάτεψε μ'ένα πηρούνι. Τοτσίριγματου φιδέ, που ψηνόταν έγινε πιο δυνατό και η μυρωδιά ξεχύθηκε και στο άλλο δωμάτιο. Αφουγκράστηκε μια στιγμή, μήπως ξύπνησε κανένα από τα παιδιά. Τίποτα.
Ο φιδές είχετσιγαριστεί αρκετά και είχε κοκκινίσει και ήταν ώρα για το νερό. Κατέβηκε προσεκτικά από την καρέκλα κι έψαξε το μαοτραππά*. Νάτος, πάνω στη καρέκλα, δίπλα από τον κουβά με το νερό, που έπιναν και μαγείρευαν. Κι αυτός από αλουμίνιο, με ένα τσίγγινο χέρι, που ξέβαψε από τη χρήση, γερός όμως, κι άντεχε να πίνουν όλη μέρα τα παιδιά, γεμίζοντας τον από το νερό του κουβά.
- Εφτά μαστραππάδες νερό κι ένας ρύζι, ψιθύρισε. Ή μήπως είναι έξι; Νομίζω ο Χριστάκης βάζει εφτά γιατί στον μπαμπά αρέσει να μην είναι πηχτή η σούπα.
Ένα-ένα, έριξε στην κατσαρόλα εφτά μαστραππάδες νερό. Και είχε πολύ πλάκα να ανεβοκατεβαίνει κάθε φορά στη καρέκλα! Η κατσαρόλα γέμισε κατά τα δύο τρίτα, το λάδι ανέβηκε στην επιφάνεια του νερού και έγινε σαν κρέμα. Η Στέλλα ανακάτεψε καλά τον φιδέ με το πηρούνι κι έκλεισε την κατσαρόλα «για να κρατήσει το άρωμα», όπως έλεγε ο Χριστάκης και τώρα θα περίμενε να βράσει το νερό. Στο μεταξύ θα μετρούσε και θα ετοίμαζε το ρύζι που η μαμά έλεγε ότι έπρεπε να είναι καλά καθαρισμένο και πλυμμένο. Βρήκε ένα κομμάτι ρούχο και στέγνωσε καλά τον μαοτραππά. Άνοιξε ύστερα τη ντουλάπα και πήρε το ρύζι, που ήταν μέσα σε μια χαρτοσακκούλα στο κάτω μέρος της ντουλάπας.
Η Στέλλα ήταν καλή νοικοκυρούλα και ήξερε που θα έβρισκε το κάθε τι, άλλωστε μάθαινε και πολύ εύκολα και είχε καλούς δασκάλους, τη μαμά και τη γιαγιά. Καλός δάσκαλος ήταν κι ο Χριστάκης, αυτόν όμως δεν τον παραδεχόταν γιατί, κατά κάποιο τρόπο, της έκλεβε τη δόξα και ενώ της έδειχνε πολλά πράγματα, δεν την άφηνε να κάνει τίποτα, γιατί ήταν

* Μαοτραππάς: Μεταλλικό δοχείο που πίνουν νερό.

μικρή ακόμα, όπωςτηςτόνιζε με έμφαση. Γέμισε το μαοτραππά με ρύζι από το χάρτινο σακκούλι, και το έβαλε προσεκτικά πίσω στη θέση του και, ανεβαίνοντας ξανά στην καρέκλα, που την μετακίνησε λίγο πιο μακριά από τη μηχανή και τη φωτιά, άδειασε το ρύζι στην άκρη του τραπεζιού, πάνω στο μουσαμμά. Ύστερα περισπούδαστα, κάθισε στην καρέκλα κι άρχισε να το καθαρίζει. Ξεχώριζε τους κόκκους, αφαιρούσε ξένους σπόρους, κανένα ψόφιο, μικροσκοπικό έντομο, ακόμα και καμιά πετρίτσα και τα στοίβαζε λίγο πιο πίσω από τη σωρό του ρυζιού και το καθαρισμένο ρύζι το έριχνε σ' ένα τσίγγινο πιάτο, που κρατούσε πάνω στα γόνατα της. Ήταν θέαμα και, αν η γιαγιά ήταν κάπου εκεί και την έβλεπε, θα την καμάρωνε αλλά ίσως και να έσκαγε στα γέλια, όπως καθόταν και το κεφάλι της μόλις που φαινόταν πάνω από το τραπέζι και έκανε γρήγορες κινήσεις με τα χεράκια της, σαν ένα μικρό μηχανάκι εξπρές.
Το ρύζι καθάρισε και γέμισε το τσίγγινο πιάτο. Στην ώρα έβρασε και το νερό. Η Στέλλα τράβηξε ξανά την καρέκλα κοντά στη φωτιά, ανέβηκε πάνω προσεκτικά, άνοιξε το καππάκι της κατσαρόλας, προσέχοντας να μην την κτυπήσει στο πρόσωπο ο ζεματιστός ατμός κι έριξε το ρύζι μέσα στο κοχλαοτό νερό. Πήρε την μικρή κουτάλα, που την είχε πρόχειρη, ανακάτεψε το ρύζι και τον φιδέ κι έκλεισε ξανά, πολύ γρήγορα τη κατσαρόλα. «Κλειστή κατσαρόλα, μυρωδάτη σούπα!» ψιθύρισε κι ένιωσε πολύ περήφανη. Άχ μόνο να μην γινόταν εκείνο το ατύχημα με το σπίρτο, που χύθηκε κι άρπαξε φωτιά!... Μα ότι έγινε, έγινε πια και δεν άλλαζε. Μόνο να μην το καταλάβαινε η μαμά... Ήταν όμως κι ένα καλό μάθημα να είναι πάντα πολύ προσεκτική και ποτέ να μην βιάζεται γιατί η βιασύνη φέρνει λάθη!
Τράβηξε την καρέκλα λίγο πίσω από το τραπέζι και κάθισε κοιτάζοντας σα μαγεμένη την κατσαρόλα, τη φωτιά, και τη μηχανή, που η λειτουργία της δεν της ήταν πια άγνωστη. Άκουε το μουρμουρητό της φωτιάς και το συνταιριασμένο ήχο του νερού, που συνέχιζε το βρασμό του, ψήνοντας τη σούπα. Δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο παρά τη σούπα. «Πότε άραγε πρέπει να τη σβήσω;» σκέφτηκε, αφού δεν είχε κανένα τρόπο να υπολογίσει το χρόνο, που περνούσε. Σκέφτηκε το λάλημα του πετεινού, μα κι εκείνος είχε πια σταματήσει. «Θα την αφήσω ακόμα λίγο», ξανασκέφτηκε.
Θυμήθηκε εκείνη την ώρα τον Κωστάκη και τον Κυριάκο. «Μήπως ξεσκεπάστηκαν;» αναρωτήθηκε. «Θα πάω να κοιτάξω και όταν επιστρέψω θα σβήσω και τη σούπα», είπε από μεσάτης, κατέβηκε από τη καρέκλα κι έτρεξε βιαστικά στο άλλο δωμάτιο. Πραγματικά ο Κωστάκης είχε ξεσκεπαστεί και κολυμπούσε πάνω από το πάπλωμα, τον σκέπασε και του έσκασε κι ένα φιλί στο τρυφερό του μάγουλο. Ο Κυριάκος κοιμόταν δίπλα στον πατέρα, από τη μέσα μεριά του κρεβατιού. Ευτυχώς, αυτός ήταν καλά σκεπασμένος, γιατί αν δεν ήταν, θα είχε πρόβλημα. «Θα πατούσα πάνω στον μπαμπά, για να τον σκεπάσω!», σκέφτηκε κι ένα χαμόγελο γράφτηκε στο πρόσωπο της.
Τα παιδιά ήταν εντάξει λοιπόν, και γρήγορα επέστρεψε στη σούπα. Η δύναμη του ατμού είχε αρχίσει ν' ανεβοκατεβάζει το καπάκι της κατσαρόλας κι ακουγόταν πια το ρυθμικό κτύπημα του αλουμινίου πάνω στο αλουμίνιο, ανακατεμένο με το ελαφρό σφύριγμα του ατμού που ξέφευγε.
Ήταν όμως, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που είχε βάλει, ώρα να σβήσει τη σούπα. «Ψήθηκε, ξεψήθηκε,τη σβήνω!» Σκέφτηκε, ενώ άνοιγε τη βαλβίδα του αέρα, πάνω στη μηχανή, που θα έσβηνε τη φωτιά. Η βαλβίδα ήταν λίγο σφικτή για τα χεράκια της, μα τα κατάφερε. Ακούστηκε ο δυνατός ήχος του αέρα, που έφευγε. Η φλόγα, που ξεπεταγόταν από το κεφάλι της μηχανής χαμήλωσε κι άρχισε να σβήνει με το ρυθμό που έβγαινε ο αέρας από τη βαλβίδα. Η Στέλλα σκέφτηκε τότε κάτι, που δεν της είχε περάσει από το μυαλό προηγουμένως. «Αν κλείσω τη βαλβίδα, πριν βγει όλος ο αέρας, τότε η φλόγα θα λιγοστέψει, αλλά δεν θα σβήσει τελείως» και αντιστρέφοντας την κίνηση του χεριού της, ξανάκλεισετη βαλβίδα. Πραγματικά η φλόγα, αρκετά χαμηλωμένη πια, σταμάτησε να σβήνει. Ένιωσε μια παράξενη περηφάνεια να της φουσκώνει το στήθος. Να, λοιπόν, που μάθαινε πράγματα από μόνη της, χωρίς να της τα δείξει κανένας! Αυτό το ξημέρωμα ήταν γεμάτο εμπειρίες για το μικρό κοριτσάκι. «Θατο πω και στις φίλες μου», σκεφτόταν, ενώ άνοιγετελείωςπιατη βαλβίδα. Η φλόγα έσβησε.
Πήγε στο ψηλό ερμάρι της κουζίνας, άνοιξε την πόρτα και βρήκε την πορσελάνινη, βαθειά κούππα, όπου η μαμά έβαζε τη σούπα του μπαμπά. Στα όπα-όπα τον είχε η μαμά τον μπαμπά. Όλοι οι άλλοι, κι εκείνη βέβαια, έτρωγαντη σούπα στα βαθουλά, τσίγγινα, εμαγέ πιάτα, που είχαν κι από πέντε-έξι κτυπήματα και στο κάθε κτύπημα και μια βούλλα, που τα έκαναν να φαίνονται σαν μπαλωμένα παλιοπαντέλονα. Για τον μπαμπά όμως, ήταν η καλή και μοναδική, πορσελάνινη κούπα!
Χαμογελώντας για τις σκέψεις, που έκανε, πήρε τη κούππα, τράβηξε κοντά και πάλι την καρέκλα, ανέβηκε πάνω, κρατώντας πολύ προσεκτικά την πολύτιμη πορσελάνη, άνοιξε την κατσαρόλα, πήρε τη μικρή κουτάλα και την άφησε μέσα στην κατσαρόλα, έβαλε την κούπα στο τραπέζι και ύστερα, με πάρα πολλή προσοχή και φόβο, τη γέμισε. Τα κατάφερε! Και μόνο που δεν έβγαλε κραυγή θριάμβου, καθώς κοιτούσε την πορσελάνινη γαβάθα γεμάτη με την αχνιστή σούπα.
Το επόμενο της έργο ήταν ακόμα πιο επίπονο και δύσκολο. Έπρεπε να μεταφέρει τη κούπα με τη σούπα στο άλλο δωμάτιο και να την βάλει στο τραπέζι, μέχρι να ξυπνήσει ο πατέρας και να τη βρεί έτοιμη. Η μεγάλη δυσκολία ήταν το τραπέζι, που ήταν λίγο ψηλό για τα μέτρα της, έτσι πίστευε. Όταν σήκωσε τη κούπα και την πήγε μέχρι τη μισή απόσταση, κατάλαβε πόσο πολύ έκαιγε, όμως δεν μπορούσε ούτε να την αφήσει κάτω, ούτε να βιαστεί, γιατί φοβόταν μήπως χυθεί. «Φαντάσου να φτάσω ως εδώ και να μου χυθεί όλη η σούπα στο πάτωμα!» σκέφτηκε κι έσφιξε τα δόντια με πείσμα.
Η προσπάθεια της ήταν πραγματικά τιτάνια και στα τελευταία βήματα το αίσθημα ότι της καίγονταν τα χέρια ήταν έντονο. Άντεξε όμως. Η κούπα με τη σούπα βρισκόταν στο τραπέζι χωρίς να χυθεί ούτε μια σταγόνα και η Στέλλα κοιτούσε τις παλάμες της, βέβαιη ότι το δέρμα της είχε φύγει κι έμεινε κολλημένο πάνω στη κούπα. Ευτυχώς, δε συνέβη κάτι τέτοιο. Βλέποντας τις παλάμες της ολοκόκκινες, αλλά γερές, ένιωσε μεγάλη ανακούφιση. Γρήγορα πέρασε κι ο πόνος.
Ήταν κι αυτή μια νέα εμπειρία, ένα μάθημα, που πήρε εκείνο το πρωί. Ασφαλώς και είχε δει πολλές φορές τη μητέρα, τη γιαγιά, ακόμα και τον Χριοτάκη να χρησιμοποιούν ένα κομμάτι ρούχο ή μια πετσέτα για να πάρουν κάτι που ήταν πολύ καυτό. Πώς δεν το σκέφτηκε και την έπαθε έτσι; Το πάθημα βέβαια θα της γινόταν μάθημα και δεν θα το ξαναπάθαινε.
Τέλος καλό, όλα καλά. Έφερε ένα τσίγγινο πιάτο και σκέπασε τη σούπα, για να μην κρυώσει. Το τραπέζι βρισκόταν στη μέση της κάμαρας, ακουμπισμένο στη λεπτή, τετράγωνη κολώνα, που στήριζε την οροφή, ακριβώς μπροστά στο μεγάλο κρεβάτι του μπαμπά και της μαμάς. Το πρώτο πράγμα, που θα έβλεπε ο μπαμπάς μόλις σηκωνόταν από το κρεβάτι θα ήταν η σούπα, που του έφτιαξε, όμως δε θα της έλεγε μπράβο, θα της έλεγε: «Ά! Έφτιαξες, λοιπόν σούπα;» και θα το έλεγε όμως με τέτοιο τρόπο που θα ήταν ισότιμο με χίλια μπ ράβο.
Η Στέλλα, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, όπου κοιμόταν ο Κωστάκης και κοιτούσε τον μπαμπά που κοιμόταν στο αριστερό του πλευρό. Το πρόσωπο του φαινόταν θαμπό, με το χαμηλό φως της λάμπας πετρελαίου, ήταν όμως ήρεμο, και τόσο όμορφο. Άχ πόσο τον αγαπούσε! Η αναπνοή του ήταν ήσυχη, αλλά δεν κοιμόταν βαθιά και ήταν θέμα λεπτών να ξυπνήσει.
Από τον φεγγίτη άρχισε να μπαίνει φως στο μεγάλο δωμάτιο. Ο φεγγίτης, πάνω από τη μεγάλη πόρτα, ήταν και η μοναδική είσοδος για το φως της αυγής. Έξω στην αυλή ακούστηκε κίνηση. Σίγουρα η γιαγιά ήταν ήδη στο πόδι. Ο παππούς ο Λεωνής, αν ήταν μια κανονική καθημερνή, θα είχε φύγει για το καφενείο. Το συνήθιζε να πηγαίνει να πίνει τον καφέ του και να επιστρέφει λίγο πριν την ανατολή του ήλιου. Επέστρεφε, ετοίμαζε το γαϊδούρι του, τον Σιερκά, και ξεκινούσε για τα χωράφια, μια του θείου του Γιώρκου, μια του θείου του Νικόλα. Τώρα δεν είχαν πια δικά τους χωράφια ν' ασχολούνται. Ακόμα και το λίγο, που είχαν κρατήσει κοντά στο σπίτι τους, το έδωσαν στη Στασού, τότε που ο Χαμπής πήγε και δούλεψε στο
Σουέζ.
Πήγαινε οτου θείου Γιώρκου και οτου θείου Νικόλα και τους βοηθούσε στις αγροτικές τους ασχολίες, όλες τις καθημερινές. ΤαΣάββατα, έβαζε τη μεγάλη συρίζα* στον Σιερκά του, τη γέμιζε με δεύτερης ποιότητας, αγγούρια, ντομάτες, πατάτες, κρεμμύδια κι ό,τι άλλο, ανάλογα με την εποχή και πήγαινε και τα πουλούσε στις Τουρκούες, όπως τις έλεγε χαϊδευτικά και η γιαγιά τσαντιζόταν.
Είχε κι ένα ζύγι, με δύο ψάθινες κούπες, δεμένες στις άκρες ενός στρογγυλεμένου ξύλου, που ισοζύγιζε μ' ένα δερμάτινο λουρί, περασμένο σε μια τρύπα, στη μέση ακριβώς του ξύλου. Ήταν μια λαϊκή εκδοχή της ζυγαριάς της Θέμιδας, που ο παππούς ο Λεωνής ουδέποτε είχε γνωρίσει γιατί πάντοτε ήταν πολύ νομοταγής. Ποτέ και κανένας δεν τον κατήγγειλε και ποτέ δεν πήγε στο δικαστήριο ως κατηγορούμενος.
Μαζί με το αρχαίο ζύγι είχε και μια μόνο σιδερένια οκκά. Όποια πελάτισσα ήθελε μόνο μισή οκκά πράμα, της ζύγιζε σωστή οκκά, έβγαζε μετά τη σιδερένια οκκά και μοίραζε το ζυγισμένο προϊόν στις δυό κούπες. Εύκολος τρόπος, μα του έτρωγε χρόνο και πολλές φορές τον παρεξηγούσαν κιόλας γιατί στη βιασύνη να τελειώνει δεν άφηνε το ζύγι να σταθεροποιηθεί τελείως και οι Τουρκούες που το πρόσεχαν αμέσως του έκαναν τη σχετική παρατήρηση. Τα εξιστορούσε μετα όλ' αυτά στη γιαγιά κι αυτή γέλαγε με τη καρδιά της. Πολλές φορές ήταν παρόντα και τα εγγόνια σ' αυτές τις διηγήσεις που τις χαίρονταν και διασκέδαζαν.
Η Κυριακή ήταν για τον παππού Λεωνή ιερή μέρα. Πήγαινε στην εκκλησία πρώτος, μαζί με τον παπά. Είχε τον λόγο του, γιατί, αν αργούσαν λίγο οι ψάλτες και πρό παντός ο δεξιός, ο Κωνσταντάς, τον αντικαθιστούσε μέχρι να έρθει. Του άρεσε πολύ να ψάλλει και ήξερε απ' έξω όλους τους ψαλμούς. Η φωνή του ήταν κάπως αδύναμη, ήταν όμως πολύ γλυκιά και οι

* Συρίζα: Μεγάλη θήκη, δικόφινο σακκίδιο. Τοποθετείται στα γαϊδούρια για μεταφορά φορτίου.

γριούλες, που τον άκουαν έλεγαν ότι τον προτιμούσαν από τον Κωνσταντά. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε ο ίδιος.
Με τις Τουρκούες είχε πολλές ιστορίες να λέει και να χαίρεται όταν έκανε τους άλλους να γελούν. Αν και αγαθός από τη φύση του, για τους Τούρκους είχε κάποια προκατάληψη. Όχι τίποτα άλλο, μα να, τους θεωρούσε υποδεέστερους και ικανούς μόνο να είναι μιοταρκοί* των Ελλήνων! Πα την εκκλησία όμως ποτέ δεν θα έλεγε κανένα αστείο. Όχι για να μην αμαρτήσει, μα γιατί τη θεωρούσε βίωμα του και τον εαυτό του μέρος της.
Πίστευε βαθιά, χωρίς όμως να είναι θρησκόληπτος, έκανε το σταυρό του και δόξαζε το Θεό, είχε όμως και απαιτήσεις, που πιο πολύ τις εστίαζε στον Θεό Πατέρα. Έλεγε: «Γιατί, Θεέ μου δεν μας βρέχεις; Μόνο Εσύ κουμαντάρεις τα νέφη!...». Και η Δεσποινού σκεφτόταν αμέσωςτο Θεό Πατέρα και συμπλήρωνε: «Θεέ μου μεγαλοδύναμε, μην τον συνερίζεσαι, Εσύ μας έστειλες το Γιό σου και το Άγιο Πνέμα να μας καθοδηγά!» Κι αμέσως έκανε παρατηρήσεις στο Λεωνή, «Μόνο ευχαρίστηση να 'χεις από τον Θεό, που μας αγαπά κι όλα μας τα δίνει!». Κι άρχιζαν τότε θεολογική συζήτηση σαν να 'χαν αποφοιτήσει από δέκα πανεπιστήμια, χωρίς βέβαια να τα βάζει κάτω ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Για τον Λεωνή ο Θεός ήταν δίκαιος και δεν έπρεπε να Τον παρακαλούν για να δώσει την πολύτιμην βροχή. Άρα αυτή τη βροχή την απαιτούσε. «Μήπως δεν είναι το ίδιο και για το ψωμί;» σκεφτόταν. «Μήπως λέμε, Θεέ, Σε παρακαλώ δώσε μας ψωμί; Μήπως δεν λέμε Τον άρτον ημών τον επιούσιο δός ημίν; Δηλαδή δεν παρακαλούμε αλλά απαιτούμε, από την αγάπη που μας έχει ο Θεός, να μας στείλει το καθημερινό μας ψωμί. Κι αν καθυστερήσει λίγο, καλό είναι να Του το ζητάμε. Στο κάτω-κάτω Εκείνος μας δίδαξε έτσι!». Βέβαια αυτά τα σκεφτόταν μόνο. Δεν θα τολμούσε να τα ομολογήσει στη Δεσποινού γιατί θα άνοιγε τη γλώσσα της και θα του έκανε χίλιες δυό παρατηρήσεις για την πίστη του και για το Θεό «που πρέπει να Τον πιστεύουμε, να μην

* Μιοταρκοί: Μισθωμένος εργάτης, υπηρέτης.

Τον αμφισβητούμε και, κυρίως, να εμπιστευόμαστε τη βούληση Του και την αγάπη που μας έχει, αν και δεν το αξίζουμε!». Αυτό το τελευταίο, ότι δηλαδή δεν αξίζουμε την αγάπη του Θεού, ο Λεωνής δεν το συμμεριζόταν, ούτε το δεχόταν και τολμούσε και να της το εκφράσει, «Ο Θεός αγαπά τους ανθρώπους, γιατί το θέλει και δεν κοιτάζει αντο αξίζουν ή όχι».
Άκουε και η Στέλλα, και τα άλλα εγγόνια, όλες αυτές τις συζητήσεις, που έκαναν ο παππούς και η γιαγιά και ουδέποτε ήταν σίγουροι αν απλά συζητούσαν ή αν μάλλωναν. Για ένα ήταν σίγουροι; ότι ο παππούς είχε πολλές απαιτήσεις από τον Θεό και ότι αυτές τις απαιτήσεις θα τις είχε πάντοτε ανεξάρτητα από αυτό που θα έλεγε η γιαγιά!
Το παράξενο για τα παιδιά ήταν που τέτοιες συζητήσεις, ο παππούς και η γιαγιά τις έκαναν μόνο μεταξύ τους και ποτέ με άλλους, συγγενείς ή ξένους. Και τα παιδιά που πιο πολύ διασκέδαζαν, επηρεάζονταν κι έκτιζαν μέσα τους μια παρόμοια εικόνα για τον Θεό και τη σχέση, που θα έπρεπε να έχουν μαζί Του.
Αν ήταν άλλη μέρα ο Λεωνής θα ξεκινούσε από τόσο πρωί για το καφενείο. Σήμερα όμως δεν ήταν κάθε μέρα. Ήταν 6 Δεκεμβρίου, μέρα τ' Άη Νικόλα. Ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και ο Άης Νικόλας ήταν οι δυό άγιοι της οικογένειας και τους γιόρταζαν, τον ένα στις 6 του Νιόβρη και τον άλλο στις 6 του Δεκέμβρη. Τον Αρχάγγελο Μιχαήλ τον τιμούσε η οικογένεια , πιο πολύ τη Δευτέρα του Πάσχα. Όλα τα παιδιά και τα εγγόνια μαζεύονταν εκείνη την ημέρα και λειτουργούνταν στο ξωκκλήσι του Αρχαγγέλου, που βρισκόταν μέσα στην περουσία του Λεωνή και της Δεσποινούς και που τώρα την είχαν υποσχεθεί στον γιό τους, τον Γιώρκο, όταν έκαναντο προικοσύμφωνο, πριν τον παντρέψουν με τη Μαρία.
Μετά τη λειτουργία κάθονταν όλοι στης Στασούς και κανονικά ήταν η μέρα του Λεωνή και της Δεσποινούς που ήταν οι οικοδεσπότες. Όμως η μεγάλη κάμαρη της παράγκας της Στασούς ήταν πιο κατάλληλη και τους χωρούσε όλους για το μεσημεριανό τραπέζι. Κι αν δεν χωρούσαν όλα τα παιδιά στο τραπέζι, ο ανοιξιάτικος καιρός επέτρεπε να καθίσουν, στα σκαλοπάτια ακουμπώντας το τσίγγινο πιάτο με το φαγητό στα γόνατα τους.
Όλα ήταν όμορφα αυτή τη μέρα. Τα παιδιά, παρ'όλες τις παραγγελιές των μεγάλων, πείραζαν το ένα το άλλο και όλο το σπίτι και η αυλή γέμιζαν από τα γέλια και τις χαρούμενες φωνές τους. Ήταν η μέρα, πραγματικά, των παιδιών και κανένα δεν έλειπε. Όπως και τ'αδέρφια, μέχρι και ο μεγάλος αδερφός, ο Χαμπής ήταν εκεί, αυτός όμως δεν πήγαινε στην εκκλησία και ερχόταν αργότερα. Ούτε κι ο Χαμπής της Στασούς πήγαινε στην εκκλησία. Ξυπνούσε, όμως, στην ώρα του και ήταν πάντα έτοιμος και γελαστός για τη μεγάλη συνάντηση της οικογένειας της γυναίκας του. Όσο νά'ναι ήταν κι αυτός οικοδεσπότης.
Η φύση ήταν ή μερη, δεν έκανε κρύο, ο αέρας ήταν γεμάτος από τις φωνές των πουλιών και μύριζε δυόσμο και μαντζουράνα. Στην άκρη της αυλής, δεμένο κάτω από το ψηλό σχοίνο, που το είχαν κλαδέψει κι έγινε ολόκληρο δέντρο, το γουρούνι, που θα έσφαζαν τα Χριστούγεννα, έπαιρνε κι αυτό μέρος στη γιορτή με ρυθμικά γρυλλίσματα. Ήταν εκεί ακόμα και τα σκυλιά, ο Αζόρτου θείου Γιώρκου, ο Μαξτου θείου Κώστα και οι κότες και τα περιστέρια δεν απομακρύνονταν αλλά έμεναν και γέμιζαντηναυλή.
Το κύριο πιάτο, στο τραπέζι ήταν αρνήσιο σηκώτι, τηγανητό και ψητές πατάτες. Το μενού αυτο ήταν ιδιαίτερα αγαπητό στα παιδιά, που πραγματικά το απολάμβαναν. Είχαν βέβαια και ψητό ρίφι, από τα δικά τους και κουπέπια από τα πρώτα κληματό-φυλλα και σαλάτα κραμπί, σέλινο και μαρούλι με μπόλικο λάδι μαύρο της ελιάς.
Το φαγοπότι ξεκινούσε πάντοτε με την πρόποση για καλή υγεία όλων, καλό και πρίμο καιρό, καλά θέρη, καλές και αγαθές σχέσεις με όλο τον κόσμο, κανείς να μην τους φθονεί κι εκείνοι να μην φθονούν κανένα. Την πρόποση την έκανε συνήθως ο θείος ο Νικόλας. Έπιναν γλυκόστερκο κρασί, χύμα και ποτέ δεν έκαναν κατάχρηση. Τα εγγόνια, κάτω από τα δεκαοκτώ και οι γυναίκες έπιναν μόνο νερό.
Όταν τελείωναν το φαγητό δε σηκώνονταν. Ήταν η ώρα για τα πειράγματα και τα αστεία, όλα όμως ήταν στα πλαίσια μιας πατριαρχικής ευπρέπειας. Κανένας δεν κάπνιζε στο τραπέζι, ούτε ποτέ μπροστά στον πατέρα ή τη μάνα τους, ούτε καν εκείνοι που ήταν φανατικοί καπνιστές. Αυτή την ώρα η Δεσποινού σέρβιρε καττιμέρκα* σε τρείς δίσκους, μικρές σάνες ή σκουτέλλες όπως τις έλεγε, ένα με μέλι, ένα με σιρόπι κι ένα με ζάχαρη. Τα καττιμέρκα ήταν συνηθισμένο έδεσμα τον χειμώνα και γίνονταν με καλά σεισμένο αλεύρι πλασμένο σε ζύμη, που την άνοιγαν σε λεπτό φύλλο, το οποίο άλειφαν με λιωμένο χοιρινό λίπος, το καλύτερο που έλιωναν από το θρεφτάρι, που έσφαζαντα Χριστούγεννα.
Το χοιρινό λίπος γίνεται ταγγό1 όταν αρχίσουν οι μέρες να ζεσταίνουν και η Δεσποινού το έβαζε πάντοτε σε γυάλινη μπουκάλα και το φύλαγε στο πιο δροσερό μέρος του σπιτιού για να το διατηρήσει μέχρι το Πάσχα. Όσο λίπος έμενε από εκεί και πέρα το χρησιμοποιούσαν σαν λιπαντικό στα αλακάτια.
Αφού άλειφαν το φύλλο με το λίπος, το τύλιγαν, το έκοβαν σε μικρά κομμάτια και το κάθε κομμάτι το άνοιγαν σε πιο χοντρά, στρογγυλά φύλλα και το έψηναν πάλι σε χοιρινό λίπος σε ξέβαθο τηγάνι, πάντοτε ένα κάθε φορά. Η Δεσποινού, όπως στο κάθε τι που έβαζε στη νηοτειά, ήταν πραγματική μαστόρισσα έτσι και με τα καττιμέρκα. Όλοι τα απολάμβαναν και δεν αμελούσαν να επαινέσουν όλα της τα μαγειρέματα. Και δεν έκανε μόνο σε τέτοιες περιστάσεις τα γλυκά και τα ζυμαρικά της η Δεσποινού. Τα εγγόνια της ήξεραν πολύ καλά ότι όποτε κι αν την επισκέπτονταν θα έβρισκε κάτι καλό να τα φιλέψει, να τα τραττάρει, όπως η ίδια έλεγε.
Όμως η φετινή σύναξη τη χρονιά που έφευγε, δεν ήταν χαρούμενη. Ο Κώστας ήταν υπόδικος στη φυλακή για τα παράνομα όπλα.
Τον Άη Νικόλα τον γιόρταζαν κανονικά στη μέρα του στις 6

* Καττιμέρκα: Τηγανίτες με χοιρινό λίπος ή λάδι, περιχυμένα με σιρόπι.

του Δεκέμβρη. Όλη η οικογένεια εκκλησιαζόταν στο ξωκκλήσι του Αγίου και μετά πήγαιναν στο σπίτι του θείου Νικόλα για να του ευχηθούν και να πιουν καφέ. Μαζί με τον καφέ, η θεία Θεκλού τους κερνούσε χίλια όμορφα εδέσματα. Ήταν κι εκείνη μεγάλη μαστόρισσα, σαν τη πεθερά της. Από όλα της τα γλυκά, τα δάκτυλα που έφτιαχνε, ήταν τα πιο σπουδαία, κάτι που το παραδέχονταν όλοι.
Ξημέρωνε, λοιπόν σήμερα τ'Άη Νικόλα. «Εμείς δεν θα πάμε» σκέφτηκε με κάποια θλίψη η Στέλλα. «Δεν πειράζει, θα πάμε του χρόνου!» φιλοσόφησε.
Άκουσε στην αυλή τα βήματα του παππού, που ξεκινούσε. Σίγουρα θα φορούσε τις καλές του ποδίνες, το μαύρο του σακκάκι και τη καινούρια του βράκα, που η γιαγιά έκανε ένα μήνα να του τη ράψει. Στο κεφάλι θα είχε τυλιγμένο το μαύρο κεφαλάρι και ασφαλώς θα είχε φρεσκοξυριοτεί στον κουρέα το προηγούμενο βράδι, μετα τον εσπερινό. Και η γιαγιά θα ήταν στην αυλή και θα στεναχωριόταν, γιατί αυτή τη χρονιά θα απουσίαζε και η νύμφη της η Θεκλού θα την παρεξηγούσε οπωσδήποτε. Όμως θα καταλάβαινε. Άλλωστε ήταν αδύνατο να πάρει τρία παιδιά, το ένα νήπιο ακόμα και να πάει στην άλλη άκρη του χωριού.
Η Στέλλα, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού όπου ο Κωστάκης κοιμόταν και, πράγμα παράξενο, δεν νύσταζε, ούτε ένιωθε την ανάγκη να μπει κάτω από τα ζεστά σκεπάσματα και να κοιμηθεί όπως έκαναν οι άλλοι. Ήταν πραγματικά πολύ ενθουσιασμένη με τις τόσες νέες εμπειρίες εκείνου του πρωινού, σαν να βρισκόταν μέσα σε μια παράξενη συναισθηματική έξαρση. Πρόσεξε, ξαφνικά πόσο πλούσιο έγινε το φώς, που χυνόταν από τον φεγγίτη. Ο μπαμπάς έπρεπε να ξυπνήσει. Πριν τον σκουντήσει όμως, κατέβηκε από το κρεβάτι, πήγε στον κουβά, όπου ήταν το νερό, γέμισε το μεγάλο μαοτραππά. Χωρούσε πάνω από μια οκκά νερό και θα ήταν αρκετό για να πλύνει τα χέρια και το πρόσωπο ο μπαμπάς. Άνοιξε την πόρτα και το έβαλε στο κεφαλόσκαλο.
Έξω ήταν πια μέρα και σε λίγο θα φαινόταν και ο ήλιος. Το αυτοκίνητο του μπαμπά ήταν, όπως πάντα, παρκαρισμένο στην είσοδο της αυλής και οι κότες έτρεχαν παντού μαζεύοντας από το έδαφος απομεινάρια παλιάς τροφής. Αν η Σπίθα ήταν ζωντανή θα ήταν κι αυτή εκεί και θα την περίμενε, με χαμογελαστά μάτια και κουνώντας την ουρά της. Θα άφηνε κι ένα ελαφρό γρύλλισμα σαν να της έλεγε ότι όλα ήταν σε ταξη στον έξω κόσμο. Μα η Σπίθα δε ζούσε πιά. Στέναξε, στη θύμηση της. Την αγαπούσαν όλοι τόσο πολύ, σαν να ήταν μέλος της οικογένειας. Στον ουρανό πλανιόνταν μικρά συννεφάκια, μα δεν ήταν κοντά βροχή. Χωρίς να τη βλέπει, άκουε τη γιαγιά να πηγαινοέρχεται στη μπροστινή αυλή, πολυάσχολη, όπως πάντα.
Η Στέλλα επέστρεψε μέσα στο σπίτι, αφήνοντας την πόρτα ανοικτή. Ο μπαμπάς είχε ξυπνήσει και ντυνόταν. Την είδε και της χαμογέλασε αλλά δεν μίλησε. Ήταν βαρύς, ίσως και θυμωμένος, πιο πολύ με τον εαυτό του, που φάνηκε ασυνεπής. Ας είναι, ό,τι έγινε, έγινε. Του έδωσε η μυρωδιά της σούπας και κατάλαβε ότι η Στέλλα άρπαξε την ευκαιρία και δοκίμασε τις ικανότητες της. «Έφτιαξες σούπα;» ρώτησε. Η ερώτηση ήταν ακαδημαϊκή, πιο πολύ για να πει κάτι στο κοριτσάκι του, που στεκόταν εκεί και περίμενε μια αναγνώριση. Βγήκε για λίγο έξω. Έπλυνε τα χέρια και νίφτηκε με το νερό, που του είχε βάλει η Στέλλα, κάθισε μετά στο τραπέζι και ξεσκέπασε τη σούπα. Άχνιζε και μύριζε ωραία.
- Θα μου φέρεις, τώρα κι ένα κουτάλι; Είπε και η φωνή του ήταν σαν χάδι.
Κοκκίνησε η Στέλλα. «Θεέ μου, πώς το ξέχασα!» σκέφτηκε κι έτρεξε στο άλλο δωμάτιο. Η ξύλινη κουταλοθήκη ήταν πάνω στο τραπέζι. Δεν την είχαν ακόμη κρεμμάσει στον τοίχο. Άρπαξε ένα κουτάλι κι επέστρεψε γρήγορα στο μπαμπά. Του το έδωσε στο χέρι και στάθηκε να τον κοιτάζει, όπως το βούτηξε στη σούπα και δοκίμασε την πρώτη κουταλιά.
- Θέλει και λίγο αλάτι! Της είπε και η φωνή του έγινε λίγο κοροϊδευτική.
Ξανακοκκίνησε η Στέλλα, αυτή τη φορά πιο έντονα.
«Ξέχασα και το αλάτι! Γίνεται σούπα χωρίς αλάτι;», σκέφτηκε πάλι κι ένιωσε ντροπή. Την είδε ο μπαμπάς και σαν να κατάλαβε τη σκέψη της, χαμογέλασε πλατιά.
- Δεν πειράζει, της είπε, την άλλη φορά, σίγουρα θα το θυμηθείς. Τώρα όμως φέρε την αλατιέρα. Θα ρίξουμε λίγο από πάνω και όλα θα είναι μια χαρά.
Έτρεξε κι έφερε την αλατιέρα. Γρήγορα το λάθος διορθώθηκε. Ένιωσε την αυτοπεποίθηση της να επιστρέφει. Ο μπαμπάς τέλειωσε τη σούπα του, ξεκίνησε το βαν Μπέντφορντ του κι έφυγε. Δεν είπε άλλη κουβέντα ούτε έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες ή συμβουλές. Αν και τον ήξερε καλά, η Στέλλα, αυτή τη φορά της κακοφάνηκε. Ήταν σίγουρη ότι του άρεσε η σούπα, που του έφτιαξε. Αν δεν του είχε αρέσει, θα το έλεγε. Το να μην πεί τίποτα, λοιπόν, ήταν σαν να έλεγε μπράβο. Όμως, το να φύγει χωρίς να της δώσει κάποιες οδηγίες ήταν σαν να μην τη θεωρούσε ικανή να αναλάβει ευθύνες.
Όμως δεν της δόθηκε καιρός για πολλές και σοβαρές σκέψεις. Ο Κωστάκης ξύπνησε, σηκώθηκε από το κρεβάτι, γελαστός, όπως πάντα. Ένιωσε όμως τη ψυχρούλα και χώθηκε ξανά κάτω από τα σκεπάσματα. Ξαναπέταξετα σκεπάσματα και πετάχτηκε πάνω ξανά. Δεν έψαξε καν για τα παπούτσια του, που να ήταν άραγε πετάμενα; Έτρεξε έξω στην αυλή και η Στέλλα χαμογελούσε με κατανόηση, σαν μεγάλη.
Στο ψηλό κρεβάτι ξύπνησε και ο Κυριάκος. Έτρεξε κοντά του, πιο πολύ να τον προλάβει μήπως δοκίμαζε να κατέβει και κτυπούσε, όπως είχε ξανασυμβεί. Είχε πέσει από το κρεβάτι και είχε κτυπήσει αρκετά άσχημα. Το πρόσωπο του είχε καταματωθεί και τα κλάματα του ακούστηκαν μέχρι της Πολυμνούς. Όλοι είχαν καταστενοχωρηθεί τότε και πιο πολύ ο Χριστάκης, που τον πρόσεχε. Η μαμά δεν είπε τίποτα, όμως είχε κατατρομάξει. Ευτυχώς, παρά τα αίματα το κτύπημα ήταν μάλλον επιπόλαιο και γρήγορα το επεισόδιο ξεχάστηκε, εκτός από ένα μαύρο μώλωπα, που επέμενε να φαίνεται στο πρόσωπο του μικρού Κυριάκου. Μετά από αυτό, βέβαια, πρόσεχαντο μωρό σαντα μάτια τους. Έτσι και τώρα.
Η Στέλλα τον πήρε στην αγκαλιά της και, σιγά-σιγά τον κατέβασε από το ψηλό κρεβάτι. Μέχρι να τον κατεβάσει του έδωσε και χίλια φιλά. Εκείνος, όμως δεν νοιαζόταν και τόσο για τα φιλιά της. Έτρεξε γρήγορα και τα γυμνά του ποδαράκια πλατσούρισαν στο κρύο πάτωμα. Ανέβηκε με δυσκολία στο χαμηλό κρεβάτι των άλλων παιδιών και κουλουριάστηκε κάτω από τα ζέστα σκεπάσματα. Του άρεσε πάρα πολύ να το κάνει αυτο και το έκανε κάθε πρωί.
-   Νυστάζεις ακόμα! Του είπε η Στέλλα που πήγε και κάθισε κοντά του πάνω στο κρεβάτι και του χάίδεψετα μαλλιά.
Επέστρεψε κι ο Κωστάκης και χώθηκε κι αυτός ξανά κάτω από τα σκεπάσματα. Αγκάλιασε σφικτά τον Κυριάκο κι αυτός έβγαλε μια θυμωμένη κραυγή και τον έσπρωξε με τα χεράκια του προς τα πίσω. Δεν τον άφησε όμως και του έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο. «Άχ, αυτο το μικρό αδερφάκι, πόσο το αγαπώ...!», σκέφτηκε και το έσφιξε ακόμα πιο δυνατά στην αγκαλιά του παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του.
Από την πόρτα ακούστηκε η φωνή της γιαγιάς και γρήγορα μπήκε μέσα.
- Τον άφησες να βγεί έξω ξυπόλυτος και τώρα είναι στο κρεβάτι με λασπωμένα πόδια! Είπε εννοώντας τον Κωστάκη. Η φωνή της δεν ήταν θυμωμένη, αλλά και να ήταν δε θα ενοχλούσε τη Στέλλα. Δεν ήταν που δεν έπαιρνε στα σοβαρά τις παρατηρήσεις της γιαγιάς, αλλά, να, είχε το θάρρος της και δεν της κακοφαινόταν.
- Δεν θα πάμε στον Άη Νικόλα, στετέ; ρώτησε, αν και ήξερε την απάντηση, πιο πολύ για να πει κάτι, ενώ έβρισκε τις πάννες του Κυριάκου για να τον αλλάξει. Την ίδια ώρα η γιαγιά μάζευε τα πιάτα από το τραπέζι.
- Εσύ έφτιαξες τη σούπα; ρώτησε και συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση. Να είσαι πολύ προσεκτική με το άναματης μηχανής, να τη βάζεις κάτω στο πάτωμα για να την ανάβεις και να μαγειρεύεις. Έτσι θα την ελέγχεις καλύτερα, κι αν ακόμα αναποδογυριστεί ή πέσει η κατσαρόλα θα προλάβεις ν' αποτραβηχτείς και να μην καείς ή να πάθεις άλλη ζημιά. Να προσέχεις κι όταν της βάζεις αέρα για να δυναμώσεις τη φλόγα, πάντα να κρατάς λιγό μακριά το πρόσωπο σου, γιατί κάποτε πετάει πετρέλαιο, που αρπάζει φωτιά και μπορεί να σου αρπάξει τα μάτια και τα μαλλιά.
Άκουε πολύ προσεκτικά τις συμβουλές της γιαγιάς, η Στέλλα, ενώ άλλαζε τις πάννες του Κυριάκου. «Μέχρι τη μέση φούσκωσες!» τον παρατήρησε χαϊδευτικά. Του έβγαλε τις βρεγμένες πάννες και του έβαλε στεγνές με πολλή επιδεξιότητα. Τράβηξε λίγο πίσω κι έκανε μια γρήγορη επιθεώρηση. «Καλή είναι», σκέφτηκε και του φόρεσε και τα υπόλοιπατου ρουχαλάκια.
-Όχι, δεν θα πάμε στον Άη Νικόλα, ούτε στον θείο σου τον Νικόλα, απάντησε η γιαγιά, που δεν είχε ξεχάσει την ερώτηση της. Δεν μπορούμε να πάρουμε τα μωρά και να πάμε, θα είναι πάρα πολύ δύσκολο. Η θεία σου η Θεκλού το ξέρει ότι η μάμα σου πήγε στη Χώρα να δει τον θείο σου τον Κώστα. Δεν θα μας παρεξηγήσει, που δε θα πάμε. Θα πάει όμως ο παππούς και θα τους χαιρετήσει και για μας. Ενώ μιλούσε, η Δεσποινού συγύριζε κιόλας, καθάρισε το τραπέζι, έφτιαξε τα σκεπάσματα στο μεγάλο κρεβάτι, έβαλε σε τάξη τις καρέκλες, που είχαν μείνει από το βράδυ εδώ κι εκεί, μάζεψετις πάνες του Κυριάκου, που η Στέλλα είχε ρίξει στο πάτωμα. Πήγε μετά στη μέσα κάμαρα κι ακουγόταν κι εκείνα βάζει τάξη και να καθαρίζει.
Γλυκά ακούστηκε να παίζει η καμπάνα της παλιάς εκκλησιάς. Σίγουρα, ο Νικόλας, ο καντηλανάφτης, περνώντας για να πάει στον Άη Νικόλα, κτύπησε και την καμπάνα. Όλο το χωριό θα πήγαινε στο μικρό ξωκκλήσι σήμερα και θα γέμιζε, μέσα κι έξω, όλη η αυλή του με κόσμο. Πάνω από εξήντα ήταν οι γιορτάρηδες. Μόνο που ο Παπάγιωρκης θα έλειπε σήμερα, γιατί ήταν άρωστος και τον πήγαν σε κλινική στη Λεμεσό να κάνει εγχείριση.
Η Στέλλα έντυσε τον Κυριάκο αρκετά για να μην κρυώνει και τον άφησε στη μέση του μικρού κρεβατιού να παίζει μετα πόδια και τα χέρια του. Σε λίγο θα έβαζε τις φωνές, ζητώντας το γάλα του. Γρήγορη σαν αστραπή, η Στέλλα, άνοιξε το μεγάλο ερμάρι και βρήκε παντελόνι, φανελίτσα, μακρομάνικο πουκάμισο και τρικό για τον Κωστάκη, που είχε ανασηκωθεί, μισοσκεπασμένος κι έπαιζε με τον Κυριάκο που ανταπέδιδε τις κουβεντούλες του με χαμόγελα και δυνατές φωνές.
- Κατέβα να ντυθείς, είπε προσπαθώντας να δώσει κύρος στη φωνή της, χωρίς όμως να την κάνει επιτακτική ή απότομη. «Έτσι μιλά και η μαμά» σκεφτόταν.
Ο Κωστάκης ήταν πολύ υπάκουος και ποτέ δεν χρειαζόταν να του πουν κάτι δυό φορές. Κατέβηκε σβέλτα και σ' ένα λεπτό ήταν ντυμένος. Έβαλε και τα παπούτσια του, χωρίς να σκεφτεί να πλύνει τα πόδια του, στο κάτω-κάτω λίγες λάσπες ήταν. Εδώ για να πλυθούν χρησιμοποιούσαν τον τσίγγινο, μεγάλο μαοτραππά και δεν είχαν ούτε νερό να τον γεμίσουν μέχρι πάνω, πού θα έπλενε τα πόδια του;
-Δεν έχω κάλτσες! Ο μικρός τις θυμήθηκε αφού φόρεσε τα παπούτσια.
Έτρεξε η Στέλλα, γελώντας που τις είχε ξεχάσει και του βρήκε ένα ζευγάρι μικρές, χαριτωμένες καλτσούλες. Τον έβαλε να καθίσει στο κρεβάτι, του έβγαλε τα παπούτσια, του έκανε και μια μικρή παρατήρηση για τα λερωμένα του πόδια και τον βοήθησε να τις φορέσει καινά ξαναβάλει τα παπούτσια.
Βγήκε από τη μικρή κάμαρα η γιαγιά και είπε ότι έπρεπε να βράσουν νερό για να κάνουν γάλα για τον Κυριάκο. Παρήγγειλε η Στέλλα του Κωστάκη να μείνει κοντά του και να προσέχει το μωρό και πήγε με τη γιαγιά στο άλλο δωμάτιο. Ήταν η ευκαιρία της να δείξει πόσα πολλά πράγματα ήξερε να κάνει κι ας μηντην υπολόγιζαν.
Η γιαγιά μαγείρευε πάνω στην παλιά νηστεία, χρησιμοποιώντας ξύλα και δεν είχε ποτέ δοκιμάσει να ανάψει τη μηχανή. Αυτή τη φορά η Στέλλα ήξερε πως να μην κάνει λάθη. Η μηχανή ήταν έτοιμη σε τέσσερα λεπτά και σε εφτά λεπτά είχε ζεσταθεί και το νερό. Το έβαλαν στο γυάλινο μπιμπερό και διέλυσαν σακχαρούχο γάλα «Βλάχας». Μ'αυτο το γάλα, η Στασού μεγάλωσε όλα της τα παιδιά, ειδικά τον πρώτο της τον Χριστάκη, τον οποίο δεν θήλασε ούτε μέρα γιατί δεν είχε γάλα.
Η Στέλλα ανέλαβε να δώσει το γάλα στον Κυριάκο και η γιαγιά πήγε να γεμίσει τον κουβά, που ήταν σχεδόν άδειος με νερό από το πηγάδι της αυλής. Μαζί της πήγε κι ο Κωστάκης. Σαν τρελός έκανε ο Κυριάκος, μόλις είδε το μπιμπερό με το γάλα, που παίζοντας με το Κωστάκη, ξεχάστηκε. Τώρα όμως, θυμήθηκε ότι πεινούσε και οι φωνές του ήταν έντονες και ζωηρές μέχρι να αρχίσει να πίνει.
Επέστρεψε η γιαγιά με το φρέσκο νερό, μαζί της κι ο Κωστάκης, που την κρατούσε από το φουστάνι. Τελείωσε κι ο Κυριάκος το γάλα του και τον πήρε στο στήθος της η Στέλλα να βγάλει τον αέρα. Μόλιςπου μπορούσε να τον σηκώσει.
- Βαρύς μου έγινες! Είπε και του άστραψε ένα φιλί. Το μωρό την κοίταζε με νάζι. Με μια γρήγορη κίνηση άπλωσε το χεράκι του κι άρπαξε τα μαλλιά της και άρχισε να της τα τραβά παιγνιδιάρικα. Πολύ το απολάμβανε αυτό η Στέλλα. Όταν έβγαλε τον αέρα του τον έβαλε ξανά στο κρεββάτι και κάθισε κι αυτή κοντά του. Για ώρα θα έπαιζαν τώρα, θα του έλεγε λογάκια κι αυτός θα έσκαγε στα γέλια και θα γέμιζε το σπίτι με μωρουδίοτικες φωνές.
Η γιαγιά πήρε μαζί της και τον Κωστάκη και βγήκε στην αυλή. Είχαν να βγάλουντο γαϊδούρι και να το δέσουν έξω από το σταύλο, να ταΐσουν τις γουρούνες και το θρεφτάρι, που φέτος ήταν μια θηλύκια γουρούνα και φοβούνταν μήπως θα είχε τον πρώτο της οργασμό μέχρι τα Χριστούγεννα και δεν θα μπορούσαν να τη σφάξουν. Είχαν ακόμα να φροντίσουν τις κότες και τα περιστέρια αλλά και την κατσίκα της γιαγιάς, την Άσπρη, που ήταν ετοιμόγεννη και την είχαν δεμένη στον αχυρώνα μαζί με τα αρνιά, που τα χώριζαν όλο το βράδυ για ν' αρμέγουν τις μανάδες. Ήταν το πρώτο γάλα των προβατίνων που γεννούσαν πρώϊμα και δεν ήταν αρκετά παχύ για να κάνουν χαλλούμια, το πουλούσαν, όμως για να φτιάχνουν οι κυρίες ριζόγαλο.
Μέρα τ' Άη Νικόλα δεν έκαναν βαριές δουλιές. Όμως φρόντιζαν τα ζώα και μαγείρευαν. Ο θείος Φυτός είχε έρθει κι εκείνος λίγο αργά και μόλις είχε αρχίσει το άρμεγμα. Τα πρόβατα για άρμεγμα ήταν λίγα, γιατί τα πιο πολλά δεν τα χώριζαν από τα αρνάκια τους, που ήταν πολύ μικρά ακόμα, έτσι δεν χρειαζόταν βοήθεια. Τα πρόβατα του κοπαδιού είναι συνήθως άγρια και πολύ εύκολα τρομάζουν, αυτά εδώ όμως ήξεραν το αφεντικό τους και, κυριολεκτικά στέκονταν ήσυχα, περιμένοντας τη σειρά τους.
Αφού έπαιξαν καλά πάνω στο κρεβάτι, η Στέλλα και ο Κυριάκος κατέβηκαν και συνέχισαν το παιγνίδι, με γέλια και φωνές. Στον Κυριάκο άρεσε να σπρώχνει μια καρέκλα από την μια άκρη της κάμαρας στην άλλη και να ξεφωνίζει σαν μεγάλος, όταν μάλιστα έβρισκε κάποιο εμπόδιο και η καρέκλα δεν προχωρούσε, έτρεχε η Στέλλα να τον βοηθήσει να ξεμπλέξει και το σπρώξιμο συνεχιζόταν. Κάποτε, για να τον πειράξει, η Στέλλα, έκανε πως δεν έβλεπε ότι χρειαζόταν τη βοήθεια της, τότε ο Κυριάκος έκλαιγε ψεύτικα κοιτάζοντας την με την άκρη του ματιού του. Το ψεύτικο κλάμα δυνάμωνε ανάλογα με την καθυστέρηση και όταν έφτανε στο αποκορύφωμα, η Στέλλα έτρεχε, του έσκαγε ένα φιλί κι ελευθέρωνε την καρέκλα.
Αρκετή ώρα κράτησε κι αυτό το παιχνίδι, μα κάποια στιγμή ο Κυριάκος το βαρέθηκε κι έτρεξε προς την πόρτα, παρατώντας την καρέκλα. Η πόρτα είχε μείνει ανοικτή, αφού βγήκε η γιαγιά με τον Κωστάκη. Μόλις που τον πρόλαβε η Στέλλα στο κεφαλόσκαλο. Αυτο το παιδάκι πραγματικά γινόταν πολύ επικίνδυνο κάποιες στιγμές. Δεν ήταν πολλές μέρες που κατρακύλισε τα σκαλοπάτια, προσπαθώντας να κατέβει. Ευτυχώς, δεν κτύπησε κι έτσι έμεινε μόνο η τρομάρα στη Στέλλα, που πάλι έτυχε να τον προσέχει. «Ένα δευτερόλεπτο να μην προσέξεις, πάει την έκανε τη λαχτάρα του», σκεφτόταν η Στέλλα, όπως τον άρπαξε στο κεφαλόσκαλο.
Την ώρα που βγήκαν, ο θείος Φυτός μόλις είχε τελεώσει το άρμεγμα κι έβγαινε από τη μάντρα με το γαλευτήρι, σχεδόν γεμάτο, στο χέρι. Το γαλευτήρι χωρούσε σχεδόν έξι οκάδες γάλα. Από έξι μπακκίρες η οκά, ο Λεωνής θα έπαιρνε κάπου τρία σελίνια και θα έμενε και μισή οκά για να το βράσει η Δεσποινού στα παιδιά. Σε λίγο θα έρχονταν ο Αλέξαντρος και ο Νίκος μια και σήμερα, τ' Άη Νικόλα δεν είχαν σχολείο, και εκεί ήταν και η Στέλλα με τον Κωστάκη, έτσι η Δεσποινού θα τους έβραζε το γάλα θα τους έριχνε μέσα ψωμί, κομμένο σε μικρά-μικρά κο μμάτια και τα παιδιά θα το τιμούσαν δεόντως.
Είδε τη Στέλλα και τον Κυριάκο, ο θείος Φυτός και στάθηκε μια στιγμή για να τους πεί δυο χαϊδευτικά λόγια. Ήταν πάντοτε λιγομίλητος, όχι όμως μετα παιδιά της Στασούς, που τα ένιωθε σαν δικά του εγγόνια. Δεν τα έβλεπε συχνά γιατί όταν έβγαζε το κοπάδι, ήταν πολύ πρωΐ κι αυτα κοιμούνταν ακόμα. Μα να που σήμερα, που άργησε λίγο, τα έβλεπε εκεί μπροστά του. Είχε δεί και τον Κωστάκη πριν λίγο μαζί με τη Δεσποινού να περιποιούνται τα ζώα και του μίλησαν.
Στάθηκαν τα δυό παιδιά στο κεφαλόσκαλο και τον παρακολουθούσαν. Ήταν κι αυτά πολύ χαρούμενα, που έβλεπαν τον θείο Φυτό, που κι αυτά αγαπούσαν πάρα πολύ όσο σχεδόν και τον πάππου το Λεωνή. Σήμερα δεν είχε βάλει το κεφαλομάντηλο και τα κάτασπρα του τα μαλλιά, σγουρά και πυκνά, του έδιναν μια όψη πατριαρχική.
Από τη μικρή, πίσω πόρτα της κάμαρης της γιαγιάς, έβαλε μέσα το γαλευτήρι με το γάλα και ο θείος Φυτός, επέστρεψε, ξαναμπήκε στη μάντρα και χάθηκε μέσα στα πρόβατα. Προχώρησε κι άνοιξε την πίσω πόρτα τ' αχυρωναριού, όπου ήταν τα αρνάκια και αυτά ξεχύθηκαν στη μάντρα κι αναζήτησαν τις μανάδες τους. Γρήγορα θήλασαν ότι είχε απομείνει μετά το άρμεγμα.
Ξαναβγήκε σε λίγο, αφού τα αρνάκια τελείωσαν το θήλασμα, μάζεψε τη μαγκούρα του από τη γωνιά, όπου συνήθιζε να την βάζει, πήρε και τη βούρκα μετο φαγητό, που του έφερε η Δεσποινού και την έριξε στον ώμο. Άνοιξε προσεκτικά τη πόρτα της μάντρας, και τα δυό μεγάλα κριάρια ήταν μπροστά και περίμεναν. Αυτά βγήκαν πρώτα και περήφανα, τα πρόβατα ακολούθησαν σε γραμμή, τελευταίες βγήκαν οι γεννημένες προβατίνες με τα αρνάκια τους. Ο θείος Φυτός, στο πλάϊ της σειράς, ανέμιζε ελαφρά τη μαγκούρα του και με κοφτά επιφωνήματα, καθοδηγούσε τα ζώα. Η Στέλλα και ο Κυριάκος παρακολουθούσαν από το κεφαλόσκαλο με ενδιαφέρον, μεγάλη εντύπωση τους έκαναν οι φωνές του θείου Φυτού, που έμοιαζαν με διαταγές και ο τρόπος που τα πρόβατα ανταποκρίνονταν, λες και καταλάβαιναν, σαν πειθαρχημένοι στρατιώτες.
Το κοπάδι έφυγε και σε λίγο έβοσκε στο φρέσκο χορταράκι στην καφκάλλα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Οι βροχές, που ήρθαν από τα μέσα του Οκτώβρη και συνέχισαν όλο τον Νιόβρη, αλλά και ο γλυκός καιρός έκαναν το χορτάρι να βλαστήσει και να δυναμώσει πρώιμα. Ήταν καλή χρονιά για τα ζώα, έλεγε ο παππούς ο Λεωνής, γιατί όταν έτρωγαν φρέσκο χορτάρι δεν έκαναν αποβολές, στις εγκυμοσύνες τους.
Τα παιδάκια κατέβηκαν τα τρία σκαλοπάτια και πήγαν στο πλάι της παράγκας. Από εκεί μπορούσαν να βλέπουν το κοπάδι που έβοσκε και να ακούουντο θείο Φυτό να μουρμουρίζει. Εκεί τους βρήκε ο Κωστάκης όταν έφτασε μετά από λίγο τρέχοντας για να τους πει με φωνή γεμάτη έξαψη:
- Τρεχάτε, η Άσπρη της στετές γεννάει. Φάνηκε το πρώτο ριφάκι...
Τα παιδιά έτρεξαν κατά το αχυρωνάρι, όπουήτανη κατσίκα, που γεννούσε. Είχε κάποια ηλικία και η γιαγιά είχε πει από την προηγούμενη χρονιά ότι δεν θα ξαναγεννούσε, ούτε όμως και θα την έδινε να τη σφάξουν και να την κάνουν οφτό κλέφτικο. «Αυτή η κατσίκα θα ψοφήσει στη πάχνη της» έλεγε, γιατί την αγαπούσε πάρα πολύ, «είναι καλό σόϊ, και κάνει σχεδόν δυό οκάδες γάλα τη μέρα και γεννάει πάντα τρία ρίφια κάθε φορά». Ήθελε να κρατήσει από τα ρίφια της για απόγονο στη προηγούμενη γέννα της έκανε όμως μόνο αρσενικά κι αυτό την απογοήτευσε. Αυτό ήταν που την έκανε, το περασμένο καλοκαίρι, να τη στείλει γι' ακόμα μια φορά για βάτεμα στο κοπάδι του Μουσταφά, που είχε καλό τράγο. Δεν πίστευε ότι στην ηλικία της η Άσπρη θα τα κατάφερνε κι όμως τώρα γεννούσε.
Ο Λεωνής βρήκε το Νικόλα, τον καντηλανάφτη, που μόλις είχε κτυπήσει τη καμπάνα της παλιάς εκκλησίας, της Παναγίας.
Ο Νικόλας ήταν γιός του Παπάγιωρκη και από παιδάκι βοηθούσε τον πατέρα του στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα, έλεγε και το Σύμβολο της Πίστεως και το Πάτερ ημών, κάποτε διάβαζε και τον Απόστολο, όμως δεν έψαλλε. «Ο Θεός δε μου έδωσε καλή φωνή», έλεγε, όμως η αλήθεια ήταν ότι η φωνή του δεν ήταν κι άσχημη, αλλά ντρεπόταν να τον ακούει ο κόσμος να ψάλλει. Έψαλλε όταν ήταν μόνος του. Μόνο η γυναίκα του, η Δεσποινού τον άκουε και τον χαιρόταν, κάποτε και τα παιδιά του. Μάταια τον παρότρυνε ο πατέρας του, που του είχε αδυναμία, αλλά αυτός δεν τολμούσε. Η γυναίκα του Νικόλα ήταν κόρη της αδερφής του Λεωνή, της Χριστίνας.
- Καλημέρα, θείε Λεωνή, του είπε μόλις τον είδε κι ενώ στεραίωνε ακόμα το σχοινί της καμπάνας. Να περπατήσουμε μαζί μέχρι τον Άη Νικόλα; ρώτησε και η ερώτηση ήταν ρητορική. Τον καλημέρισε κι ο Λεωνής και του είπε να μην τον περιμένει γιατί αυτός με τα πονεμένα του γόνατα, δεν μπορούσε να περπατήσει πολύ γρήγορα και θα τον καθυστερούσε, ενώ ο παπάς θα χρειαζόταν τη βοήθεια του.
- Ο Παπάκλεοβουλος δεν έχει ακόμα βγει από το στενό. Του απάντησε ο Νικόλας. Εμείς θα πάμε πριν από αυτόν. Τον Άη Νικόλα τον καθάρισα χτες, το μόνο που χρειάζεται είναι να ανάψω τα καντήλα και τον θυμιατό. Ευτυχώς, τώρα με αυτά τα καρβουνάκια, που ανάβουν αυτόματα, δεν χρειάζεται να ανάβουμε κάρβουνα έξω από την εκκλησία.
Κουβεντιάζοντας πήραν τον δρόμο, που ήταν ανώμαλος και λασπωμένος. Θα ήταν ένα μίλι μέχρι τον Άη Νικόλα και αρκετή η δοκιμασία, κυρίως για το Λεωνή, που για πάνω από δέκα χρόνια τα γόνατα του τον είχαν προδώσει και περπατούσε με τη βοήθεια ενός άκομψου, μα πολύ στιβαρού μπαοτουνιού, που αν χρειαζόταν ήταν αρκετά δυνατό για να το χρησιμοποιήσει και σαν μαγκούρα. Σ'όλο το χωριό, ακόμα και μέσα στα σπίτια κυκλοφορούσαν φίδια κι αδέσποτα σκυλιά, γι' αυτό και πολλοί κρατούσαν πάντα μια μαγκούρα στο χέρι. Πολλές φορές ο Λεωνής είχε χρησιμοποιήσει το μπαστούνι του, κυρίως για να διώξει άγρια, αδέσποτα σκυλιά, και δυό φορές σκότωσε φίδια, που είχαν μπεί στην αυλή του και είχαν τρομάξει τα παιδιά.
Είχαν προχωρήσει λίγο και ο Νικόλας ζητούσε ευκαιρία να ρωτήσει για τον Κώστα. Είχε μάθει την προηγούμενη μέρα από τη Δεσποινού, τη γυναίκα του, ότι η Στασού θα πήγαινε σήμερα στη Χώρα για να δει τον αδελφό της. Η Δεσποινού είχε πιείτον καφέ της, με τη Στασού, στο καφενείο της, όπως έκαναν, μαζί με άλλες φιλενάδες. Η Στασού τους είπε ότι θα πήγαιναν, να δουν τους δικούςτους στη φυλακή.
Έφτασαν μπροστά από το σπίτι του Νικόλα του Μαραγκού. Εκεί ήταν μια μεγάλη λαγκούβα, γεμάτη νερά από τις τελευταίες βροχές. Έκλεινε, κυριολεκτικά όλο τον δρόμο και χρειάστηκαν μεγάλη προσπάθεια να ανέβουν στον απέναντι τοίχο, για να περάσουν απέναντι.
-   Άμα βρέξει λιγάκι, οι δρόμοι μας γίνονται αδιάβατοι, είπε ο Νικόλας, ενώ βοηθούσε τον Λεωνή. Άκουσα ότι προχτές, που έβρεξε, το σπίτι του Μαραγκού γέμισε νερά κι επειδή το χρησιμοποιεί και σαν μαγαζί, του έκανε και πολλές ζημιές.
Ο Λεωνής δε μίλησε. Αναλογιζόταν, γιατί στο χωριό δεν γίνονταν έργα. «Άσε τι λέει η Κυβέρνηση για προπαγάνδα», του είχε πει μια μέρα, που κουβέντιαζαν, πριν τον πιάσουν και πάει στη φυλακή, ο γιός του ο Κώστας, «Έργα γίνονται μόνον εκεί που τα χρειάζονται οι Εγγλέζοι, κυρίως για να μετακινείται ο στρατός τους ή για να περνούν καλά οι δικοί τους. Πα τον κόσμο δεν κάνουν τίποτα. Αν δεν ήμασταν αγρότες, οι πιο πολλοί, θα πεθαίναμε απ' την πείνα».
Αναστέναξε ο Λεωνής και σαν να κατάλαβε τη σκέψη του ο Νικόλας.
-   Άκουσα ότι η Στασού πήγε στη Χώρα να δει τον Κώστα, είπε, μιλώντας σχεδόν ψιθυριστά σαν να έλεγε κάποιο μυστικό. Και αλήθεια το κάθε τι ήταν μυστικό σ' εκείνους τους δύσκολους καιρούς.
Τον κοίταξε ο Λεωνής και στο βλέμμα του υπήρχε θλίψη. Το πρόσεξε ο Νικόλας και τον ένιωσε στα τρίσβαθα της ψυχήςτου.
-  Αυτοί πληρώνουν για όλους μας, θείε Λεωνή!
παρατήρησε. Θα έπρεπε να είμαστε όλοι μας στη φυλακή, γιατί όλοι μας τα ίδια πιστεύουμε. Τώρα είναι αυτοί μέσα, μα γρήγορα θα γεμίσουν οι φυλακές και δεν θα μας χωράνε. Ήθελε να συνεχίσει, να ρωτήσει γιατον Κώστα, να ρωτήσει για τον Χαμπή, μα είδε τα μάτια του Λεωνή να γεμίζουν δάκρυα και σταμάτησε. Κι εκείνου ο κουνιάδος, ο αδερφός της Δεσποινούς, ο Χριοτόδουλος, ήταν στη φυλακή μαζί με τον Κώστα και τους άλλους.
Προχωρούσαν στο δρόμο. Ο Λεωνής ήταν αμίλητος και πολύ στεναχωρημένος και ο Νικόλας ένιωθε άσχημα, γιατί χωρίς να το θέλει έφερε πολλή θλίψη στον γέροντα. Πέρασαν από το σταυροδρόμι του Χατζηφίλιππου κι έφτασαν οτου Φουκιδή, πέρασαν κι από του Αντρέα, έφτασαν οτου Τζιυρκακούλλη και περνούσαν από του Νέαρχου όταν ο Λεωνής είπε κάτι σα να το σκεφτόταν από ώρα και τώρα δεν άντεχε να το κρατεί άλλο μεσάτου.
- Ο γιός μου ο Χαμπής, χρωστούσε 100 λίρες του Χατζηφίλιππου και τώρα, πριν καλά-καλά τον ρίξουν στα κρατητήρια, του πούλησε ένα κομμάτι χωράφι, από την περιουσία του, για να πάρει τα λεφτά του.
Ένιωσε ο Νικόλας ότι στη φωνή του γέροντα δεν υπήρχε μίσος, αλλά θυμός. Είχε ακούσει και ο ίδιος, όπως και όλο το χωριό, τι είχε κάνει ο Χατζηφίλιππος. Ήταν αλήθεια ότι άλλοι μάχονταν για λευτεριά κι άλλοι φοβόντουσαν ότι, μετη λευτεριά, θα έχαναν τα προνόμια που τους εξασφάλιζαν οι καταστάσεις, αλλά και η υπάρχουσα τάξη. «Φαίνεται ότι μόνο οι φτωχοί κάνουν στο τέλος αυτόν τον αγώνα», σκέφτηκε, αναθεωρώντας εκείνο που είπε προηγουμένως, ότι «όλοι μας τα ίδια πιστεύουμε».
Πέρασαν απότ' Αντρεουθκιού, από του Κώστα, του Στάθιου και του Δημοστένη, έφτασαν στο σχολείο και φάνηκε το εκκλησάκι και ο κόσμος, που είχε ήδη αρχίσει να μαζεύεται στην αυλή ή περπατούσε στο δρόμο μπροστά τους για τον Άη Νικόλα. Δεν μίλησαν άλλο, οι σκέψεις τους, όμως ήταν οι ίδιες, δυνατές και καθαρές. Καταλάβαιναν πόσο φοβερά δύσκολα ήταν τα πράγματα κι ότι θα γίνονταν ακόμα πιο δύσκολα και ότι έπρεπε να αντέξουν όλες τις δοκιμασίες κι όλα τα κακά που έρχονταν. Αποφασιστικοί και αμίλητοι, γιατί δεν ήταν μόνο οι Εγγλέζοι απέναντι τους, ήταν κι ένας άλλος εχθρός, πιο υποχθόνιος και πιο ασύδοτος. Ένας εσωτερικός εχθρός. Αυτο τον εχθρό έπρεπε πιο πολύ να φοβούνται.
Πέρασαν από τη μεγάλη χαρουπιά, στην άκρη της αυλής του Νικόλα, που άπλωνε τα δυνατά της κλαδιά και σκέπαζε τον δρόμο. Εκεί, στη άκρη του δρόμου, κάτω από τη χαρουπιά, είχε σταματήσει ένας Τούρκος αστυνομικός και καθισμένος στη μοτοσυκλέττατου, παρακολουθούσε το σπίτι του Νικόλα. Όλοι στο χωριό ήξεραν ότι η Αστυνομία παρακολουθούσε συνέχεια αυτό το σπίτι, και μερικά άλλα, εδώ και μήνες, από τότε που είχε ξεκινήσει ο αγώνας. Οι Εγγλέζοι είχαν καλές πληροφορίες ότι ο Νικόλας ήταν μαζί με εκείνους, που ξεφόρτωναν τα παράνομα όπλα και ότι ήταν και μέλος της ΕΟΚΑ. Με ένα γιό αξιωματικό στον Ελληνικό στρατό κι ένα αδερφότεκνο, επίσης αξιωματικό του Ελληνικού στρατού, που σκοτώθηκε σαν ήρωας, από τους κομμουνιστές στον ελληνικό εμφύλιο, θα ήταν μάλλον απίθανο να μην είναι μέτοχος και σ' αυτόν τον Αγώνα για Ένωση με την Ελλάδα. Αλλά ήταν και οι καταδότες που όλο και κάτι έβλεπαν, κάτι μυρίζονταν και τα μετέφεραν όλα στην αστυνομία, για να πάρουν χρήματα, αν η πληροφορία ήταν καλή, πιο πολύ όμως για να έχουν κάλυψη ή χάρη για τυχόν μικροπαραπτώματα που έκαναν οι ίδιοι ή κάποιος δικός τους. Για τον Νικόλα δεν είχαν αποδείξεις, διαφορετικά θα ήταν ήδη στα κρατητήρια. Που θα πήγαινε όμως; Ήταν σίγουροι ότι κάπου θα έκανε το λάθος.
Μπήκαν στην αυλή της μικρής εκκλησίας κι εκεί τους πρόλαβε κι ο Παπάκλεοβουλος, που ερχόταν βιαστικός, με μεγάλα βήματα παρά την ηλικία του. Τον άκουσαν που τους είπε καλημέρα και γύρισαν το κεφάλι. Του ανταπόδωσαν την καλημέρα και μπήκαν μαζί στο εκκλησάκι. Κόσμος ήταν ήδη εκεί, γιατί είχεν ακούσει τη καμπάνα. Ο ήλιος είχε φανεί και μια ριπή από λαμπερές ακτίνες χυνόταν από το ανατολικό άνοιγμα του τρούλου δημιουργώντας μια έντονη αντίθεση με το εικονοστάσι, που ήταν ακόμα σκοτεινό. Σε λίγο όταν ο ήλιος θ' ανέβαινε πιο ψηλά θα έριχνε τις ακτίνες του κατευθείαν από το μικρό άνοιγμα μέσα στο ιερό.
Το ξωκκλήσι τ' Άη Νικόλα ήταν πανάρχαιο και στεκόταν πολύ όμορφα πάνω στο πιο ψηλό σημείο, στο μυχό μιας μικρής κοιλάδας, ακριβώς απέναντι από τη θάλασσα, λες για να βλέπει ο Άγιος και να προστατεύει κάθε πλεούμενο, που περνούσε στο ξάγναντο. «Μόνο το δικό μας καΐκι, το Άγιος Γεώργιος, δεν το σκέπασες και το έπιασαν οι Εγγλέζοι, φορτωμένο όπλα, κάτω από τα μάτια σου!», σκέφτηκε κάποτε ο Λεωνής, όταν πάνω στην απόγνωση του, έψαχνε κάποιο να του φορτώσει το φταίξιμο. Γρήγορα όμως, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να φταίει ο Άης Νικόλας για ό,τι είχε συμβεί. Πιο πολύ βεβαιώθηκε ότι όλα είχαν ένα σκοπό, όταν είδε τη νεολαία να κάνει διαδηλώσεις για την Ένωση, στη δίκη του Κώστα και τους άλλους. Όλα είχαν ένα σκοπό!
Δεν είχαν έρθει ακόμα οι ψάλτες, γι' αυτό ο Λεωνής πήγε στο μικρό, ξύλινο ψαλτήρι κι άνοιξε το χιλιοχρησιμοποιημένο βιβλίο με τους ψαλμούς του όρθρου κι άρχισε να ψάλλει σιγά με τη γλυκιά φωνή του. Ο Νικόλας άναψε τα δυό καντήλια και ένα μεγάλο κερί στο μανουάλι, μπήκε στο ιερό κι άναψε δυό καρβουνάκια στο θυμιατό και βοήθησε τον Παπάκλεοβουλο να φορέσει τα άμφια του.
Ο Παπάκλεοβουλος άρχισε την ακολουθία του όρθρου. Η φωνή του, ήταν δυνατή και, μέσα στον περιορισμένο χώρο, γινόταν επιβλητική. Οι γυναίκες οταυροκοπήθηκαν και οι άντρες έσκυψαν το κεφάλι ευλαβικά. Στο μεταξύ ερχόταν κι άλλος κόσμος, όλοι έριχναν ένα κέρμα μικρής αξίας μέσα στο δίσκο, που ήταν ακουμπημένος στο παγκάρι, στον προθάλαμο της εκκλησίας κι άναβαν κερί. Πίσω από το παγκάρι στεκόταν ήδη το Νικολούϊ, ο επίτροπος, φορώντας το επίσημο μαύρο σακκάκι και την καινούρια βράκα. Ήταν γιορτάρης και είχε, πρώτος, φέρει ένα μεγάλο πανέρι με κόλλυβα, στολισμένα με σταφίδες, σουσάμι και ολοκόκκινα σπέρματα ροδιού, μαζί έφερε και το πενταρτι, πέντε μεγάλους άρτους, που η γυναίκα του, η
Ρεββέκα είχε φτιάξει μεπολλή επιμέλεια, μετα ίδια της τα χέρια, τυλιγμένους μέσα σ' ένα κάτασπρο, πλουμιστό τραπεζο-μάντηλο. Έφερε ακόμα ένα μπουκάλι σφραγιστό, κουμανταρία και λάδι για το καντήλι τ' Άη Νικόλα. Τα έβαλε όλα χάμω, μπροστά από την Αγία Πύλη, γιατί το εκκλησάκι ήταν πολύ μικρό για να βάλουν επιπρόσθετο τραπέζι. Γρήγορα κι όπως κατάφθαναν οι γιορτάρηδες, όλος ο χώρος, μπροστά από το ιερό γέμισε με πανέρια με κόλλυβα κι άρτους. Στον εσπερινό, που έγινε στην εκκλησία της Παναγίας, ο Παπάκλεοβουλος μνημόνεψε πάνω από εξήντα γιορτάρηδες.
Ο Λεωνής έψαλε για λίγο ακόμα, μέχρι που ήρθε ο γιός του ο Νικόλας και τον άλλαξε στο ψαλτήρι. Ο Παπάκλεοβουλος τέλειωσε νωρίς τη λειτουργία, έκανε απόλυση και όλοι οι γιορτάρηδες στάθηκαν με τη σειρά, στο προαύλιο και δέχονταν τις ευχές του κόσμου, ραντίζοντας την παλάμη του καθενός ροδόσταγμα από την πατροπαράδοτη μερέχα*.
Ο Λεωνής προχώρησε από τους πρώτους και χαιρέτησε κι ακούμπησε μετά σε μια άκρη της εκκλησιάς, περιμένοντας τον γιό του, τον Νικόλα, να τελειώσει. Ο κόσμος ήταν πολύς, κι όταν βγήκε ο Παπάκλεοβουλος παραμέρισαν για να χαιρετήσει τους γιορτάρηδες. Ευχήθηκε κι έφυγε βιαστικός όπως είχε έρθει. Ο Παπάκλεοβουλος ήταν άμισθος ιερέας κι έπρεπε να πάει να βγάλει κι αυτός τη ζήση του μέσα στα χωράφια. Πήρε μαζί του δυό άρτους και τους υπόλοιπους έδωσε οδηγίες στον καντηλανάφτη να τους μοιράσει στους πιστούς, ένα για κάθε οικογένεια.
Ο Νικόλας ο καντηλανάφτης έβαλε μια ταξη στην εκκλησιά, μοίρασε τους άρτους, όπως τον παρότρυνε ο παπάς και ήρθε και στάθηκε κοντά στον Λεωνή. Φαινόταν ότι ήθελε να κάνει κουβέντα αλλά στεναχωριόταν κιόλας. Όμως τον πρόλαβε πάλι ο Λεωνής.
- Μετά που θα φύγουν από τη Χώρα, περνώντας από τη

* Μερέχα: Δοχείο με ροδόσταμο, που ράντιζαν οι γιορτάρηδες στη παλάμη εκείνων που τους εύχονταν.

Λεμεσό, θα περάσουννα δούν και τον Παπάγιωρκη στη κλινική. Η Στασού θέλει πολύ να τον δει κι αφού θα είναι και στο δρόμο τους, θα σταματήσουν να τον επισκεφθούν, είπε και τον κοίταζε ερωτηματικά, περιμένοντας να του πεί κάποιο νέο.
-  Ναι, θα χαρεί πάρα πολύ ο παπάς, αν περάσουν να τον δούν, είπεο Νικόλας, πρό παντός η Στασού, θειέ Λεωνή, πουτην εκτιμά πάρα πολύ.
-  Είπαν ότι έχει δυσκολία μετα ούρα του. Ξανάπε ο Λεωνής, περιμένοντας κάποια απάντηση, αν και καταλάβαινε ότι ο Νικόλας ήταν πολύ στεναχωρημένος και δεν του άρεσε να πολυσυζητάτο θέμα.
-  Ναι, απάντησε ο Νικόλας, μετά από κάποιο δισταγμό. Τον πήραμε στην κλινική του Μάριου από την περασμένη βδομάδα. Του έβαλαν καθετήρα και τώρα είναι πολύ καλύτερα, πρέπει όμως να χειρουργηθεί. Πήγα χτες και τον είδα, νομίζω ότι έχει το θάρρος του και πιστεύει ότι όλα θα πάνε καλά.
-Όλα θα πάνε καλά, Νικόλα, ο Θεός είναι μεγάλος, είπε ο Λεωνής κι έκανε το σταυρό του. Με τη Στασού, ξέρεις πηγαίνει και η Δεσποινού για να δούν και τον Χριοτόδουλο τον κουνιάδο σου, συνέχισε διαισθανόμενος την επιθυμία του καντηλανάφτη να μάθει νέα για τους φυλακισμένους. Ο Κώστας μας γράφει τακτικά και μας λέει τα νέα όλων. Πήραμε γράμμα του και πρόσκληση να πάμε να τον δούμε, από την περασμένη βδομάδα. Λέει ότι όλοι είναι καλά, μα τι άλλο θα έλεγε αφού όλα τα γράμματα τους τα διαβάζουν στις φυλακές κι αν κάτι δεντους αρέσει τα σκίζουν!
Ο Λεωνής δε μιλούσε ποτέ τόσο πολύ. Ένιωθε όμως ότι ήθελε κάπου να τα πει, μήπως και ξεσκάσει λίγο. Ο Νικόλας τον καταλάβαινε και τον συμπαθούσε πάρα πολύ. Δεν είχε όμως τίποτα να του πει για να του ανακουφίσει έστω λιγάκι τον πόνο του. Τον ακούμπησε στον αγκώνα και τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια.
- Να έχουμε το θάρρος μας στον Θεό, θείε Λεωνή, είπε, όλα θα τελειώσουν μια μέρα!
Έφυγε και ο Νικόλας ο καντηλανάφτης. Και ο κόσμος είχε πια αραιώσει, έφευγαν και οι γιορτάρηδες ένας-ένας, κάποια παιδιά έπαιζαν με τον Αντρικό, τον κωφάλαλο, που έδειχνε να ευχαριστιέται την παρέα και το παιγνίδι τους. Τέλειωσε κι ο Νικόλας και ήρθε κοντά στον πατέρα του με το πανέρι με τα κόλλυβα αδειανό. Τα παιδιά, πιο πολύ, τα είχαν τιμήσει κι έφαγαν με τη ψυχή τους, το ίδιο και ο Αντρικός, που γέμισε ένα χάρτινο σακούλι, για να τα πάει στο σπίτι.
Ευχήθηκε ο Λεωνής στο γιό του «να ζήσεις, γιέ μου» κι εκείνος έσκυψε και του φίλησε το χέρι με πολύ σεβασμό. «Ευχαριστώ, παπά», είπε και τον πήρε από το χέρι. Έγειρε για μια στιγμή το γέρικο του κορμί μπροστά ο Λεωνής και βρίσκοντας την ισορροπία του, ακούμπησε στο μπαστούνι του και μαζί πήραν τον δρόμο. Τα σπίτι ήταν λιγότερο από δέκα λεπτά μακριά και οι ξένοι θα τους περίμεναν ήδη.
-  Η Θεκλού δεν ήρθε στην εκκλησία, ούτε τα παιδιά, παρατήρησε ο Λεωνής.
-  Όχι, παπά, δεν ήρθαν, απάντησε ο Νικόλας. Ξέρεις τη Θεκλού πόσο σχολαστική γίνεται, όταν περιμένει ξένους! Και τα παιδιά έμειναν να τη βοηθήσουν.
Περπάτησαν για λίγο αμίλητοι. Στον δρόμο μπροστά από το σπίτι του Νικόλα ήταν ακόμα ο Τούρκος αστυνομικός, που καθόταν πάνω στη μοτοσυκλέτα και παρακολουθούσε.
-  Φαίνεται πως μέρα νύκτα τον προσέχουν τον Νικόλα, είπε ο Λεωνής και υπήρχε θυμός στη φωνή του. Ένιωθε πως αυτός ο Τούρκος αστυνομικός βρήκε την ευκαιρία να κάνει το παλληκάρι, βασισμένος στην Εγγλέζικη κάλυψη. Άρα ήταν κι αυτός εχθρός!
-  Θα πιάσουν τον Μίτα, είπε ο Νικόλας με θυμωμένη φωνή. Δεν μας παρατούν λέω εγώ, όλοι τους! Κάθισαν στο σβέρκο μας σαν βδέλλες και δεν ξεκολλούν μετίποτα, συμπλήρωσε.
Πρώτη φορά μιλούσε έτσι μπροστά στον πατέρα του, ο Νικόλας. Τον άκουσε ο Λεωνής, με πολλή προσοχή κι έσκυψε το κεφάλι. «Είναι κι αυτός μέσα στην κατάσταση!», σκέφτηκε και η ανησυχία του ξέσκισε την καρδιά. Ο Νικόλας κατάλαβε ότι είχε μιλήσει παραπάνω από όσο έπρεπε και σιώπησε.
Άφησαν τον δρόμο και πήραν το μονοπάτι μέσα από την καφκάλα, όπου είχαν αρχίσει να ξεπετιούνται πυκνοί ασφόδελοι και χλόη. Οι βροχές ήταν πάντα μια ευλογία κι έκαναν τη γη, ακόμα καιτηνπιο άγονη καφκάλα, έναολοπράσινοπαράδεισο.
Γρήγορα έφτασαν στο σπίτι του Νικόλα. Ήταν ένα μακρυνάρι*, όπως τα πιο πολλά σπίτια του χωριού, με δυό μεγάλα δωμάτια, κουζίνα, αχερωνάρι και οταύλο, όλα στη σειρά. Ο σεισμός δεν του έκανε, ευτυχώς, καθόλου ζημιά και ήταν ένα από τα λίγα σπίτια που έμειναν όρθια, διατηρώντας την άνεση και το χρώμα του χωριού. Είχε μια μεγάλη αυλή που την σκέπαζε η κληματαριά και μερικά δέντρα, μια εντυπωσιακή σε μέγεθος μουριά, είχε τώρα ρίξει όλα της τα φύλλα, αλλά με τα γυμνά κλαδιά της συνέχιζε να δεσπόζει στην αυλή. Μπροοτά-μπροστά ήταν κάποια χαμηλά κτίσματα, σκεπασμένα με τσίγγους, που οριοθετούσαν, τρόπον τινά την αυλή. Ταείχανγια τις γουρούνες, μα τώρα ήταν άδεια αφού το θρεφτάρι το είχαν μεταφέρει προσωρινά στην πίσω άκρη της αυλής, για να μην μυρίζει τώρα που θα είχαν ξένους.
Ξένοι είχαν έρθει και γέμισαν το μεγάλο δωμάτιο και την αυλή. Όλοι έτρεξαν να ευχηθούν στον Νικόλα και όλοι ήθελαν να κάνουν και μια κουβέντα στο Λεωνή. Παντού έτρεχαν παιδιά που γέμιζαν την αυλή με τις χαρούμενες φωνές τους. Ήρθε και η Θεκλού έφερε καφέδες και τρατταρίσματα κερνώντας πρώτα τονπεθερότης.
- Καλημέρα, του είπε και του έδωσε τον καφέ, «γλυκύ και μερακλήδικο», όπως του τον έκανε και στα χωράφια, όταν πήγαινε να τους βοηθήσει. Φαίνεται ότι η πεθερά μου δεν θα μπορέσει να έρθει, συνέχισε, έμεινε να προσέχει τα μωρά της Στασούς!
Έγνεψε καταφατικά ο Λεωνής κι εξέφρασετις ευχές του για όλο το σπίτι.
  
* Μακρυνάρι: Μακρόστενο δωμάτιο, το κυρίως δωμάτιο του κυπριακού σπιτιού, συνήθως και το μοναδικό.

- Η πεθερά σου, μου είπε να σας ευχηθώ και εκ μέρουςτης, είπε και τα μάτια του χαμογελούσαν. Αγαπούσε πολύ όλες του τις νύμφες, μα αυτήν εδώ πιο πολύ απ' όλες γιατί «ήταν η πιο κουμάντο», όπως έλεγε.
Ο Νικόλας είδε όλους τους ξένουςτου, μίλησε στον καθένα ξεχωριστά ακόμα και στα παιδιά και φρόντισε όλοι να πάρουν το κεραοτικό τους, και στο τέλος έφερε μια καρέκλα και κάθισε κοντά στον πατέρα του. Πολύ λίγο όμως μίλησαν και σηκώθηκε.
- Πρέπει να πάω να ανοίξω το μαγαζί, παπά, είπε και το έδειχνε καθαρά πως δεν ήταν ενθουσιασμένος, που έπρεπε να φύγει. Δεν θέλουν και πολύ να με κατηγορήσουν ότι κάνω απεργία, αν το δούν κλειστό. Κι όπως έγιναν τα πράγματα, σε κλείνουν μέσα αν υποψιαστούν κάτι τέτοιο κι άντε τρέχα γύρευε ναβρείςάκρη!
Πήρε το ποδήλατο του κι έφυγε. Είχε εξηγήσει στους ξένους του και δεν θα τον παρεξηγούσαν. Τον έβλεπε να φεύγει πάνω στο ψηλό ποδήλατο, γυρνώντας ρυθμικά τα πεντάλια, ο Λεωνής και δεν μπόρεσε να μην ξανασκεφτεί «είναι κι αυτός μέσα στα πράματα» και να νιώσει το ίδιο, δυνατό κάψιμο στη καρδιά. Ήρθαν όμως σε λίγο τα εγγόνια του, η Μαρούλα, ο Αντρικός και ο Κυριάκος, κάθισαν κοντά του και με τις κουβεντούλες τους τον έκαναν να ξεχάσει τις σκέψεις του. Ένα χαμόγελο άνθισε στο πρόσωπο του και σκέψεις όμορφες γέμισαντο μυαλό του.
Ο Χαμπής είχε ζητήσει άδεια από τη δουλειά του, χωρίς να πει σε κανένα, βέβαια γιατί την ήθελε. Μιας και δεν πήγε στην επίσκεψη στις φυλακές όμως, σκέφτηκε να πάει πίσω να δουλέψει. Βρήκε στα καφενεία τους πελάτες του, αυτούς που μετάφερε κάθε πρωΐ με το βαν του, που προσπαθούσαν να βρουν ταξί, αφού αυτός θα ήταν με άδεια. Τους πήρε μαζί του και ξεκίνησαν. Ήταν μια εύθυμη παρέα, έκαναν τα αστεία τους αλλά και τα κουτσομπολιά τους. Εκείνο το πρωινό κουτσομπόλεψαντη δασκάλα, που την έπιασαν στα πράσα δυό βραδιές πριν, όμως δεν κατάλαβαν ποιος ήταν μαζί της.
- Και να σκεφτείς, ο βλάκας ο άντρας της ακόμα λίγο να της βγάζει περιπολίες, είπε ο Παννής πικρόχολα. Ήταν πιο μεγάλος και πιο σοβαρός από τους άλλους και δεν του άρεσαν τέτοιες ιστορίες. Όταν λείπει τα βράδια, ο δυστυχισμένος, συνέχισε ο Γιάννης, πληρώνει κοπέλα να μένει μαζί της, γιατί φοβάται, λέει, το σκοτάδι! Δέκα φρουρούς να της βάλει, αυτή το κακό θα το κάνει.
Το κουτσομπόλα άναβε, αφού τέτοιες ιστορίες κρατούν πάντοτε το ενδιαφέρον. Ήταν πια στα μισά του δρόμου, όταν ακούστηκε ένα δυνατό «πλάαφ» και το τιμόνι έπαιξε στα χέρια του Χαμπή. Νόμισαν πως τους είχαν πυροβολήσει. Οι μέρες ήταν δύσκολες και τα πράματα γίνονταν όλο και πιο άγρια. Όλα ήταν πιθανά.
- Μας τρύπησε λάστιχο, είπε ο Χαμπής και σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου. Να κατέβουμε όλοι για να μπορέσουμε να το αλλάξουμε, πρόσθεσε. Τράβηξε τη συρτή πόρτα και πετάχτηκε πρώτος κάτω, τον ακολούθησαν και οι άλλοι.
Είχε πια φανεί ο ήλιος. Είχαν αργήσει λίγο να ξεκινήσουν, τους έσκασε και λάστιχο και σίγουρα θα πήγαιναν καθυστερημένοι στη δουλειά. Αυτό θα έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα, γιατί οι Εγγλέζοι επέτρεπαν μόνο δέκα λεπτά καθυστέρηση, ύστερα έκλειναν τον δρόμο και χρειάζονταν πια ένα σωρό διατυπώσεις και ανακρίσεις για να τους αφήσουν να περάσουν. Αλλά και ο μάστρε-Χαρής δεν θα ήταν καθόλου ευχαριστημένος. Ήταν πολύ καλός άνθρωπος, εκτιμούσε όλους τους τεχνίτες και τους εργάτες, που εργάζονταν κάτω από τις οδηγίες του, όμως απαιτούσε τυπικότητα από μέρους τους και συνέπεια, ειδικά κατά την προσέλευση τους στη δουλειά.
Πραγματικά τους είχε σκάσει λάστιχο. Ευτυχώς ήταν το πισινό, που αλλάζεται πιο εύκολα και το αριστερό, από την έξω μεριά του δρόμου κι έτσι δεν θα κινδύνευαν από τα λιγοστά διερχόμενα οχήματα, καθώς θα το αντικαθιστούσαν. Ο Χαμπής τους φώναξε να σταθούν όλοι στην άκρη του δρόμου και κάλεσε τον Τοφή και τον Χρύσανθο, που είχαν οι ίδιοι αυτοκίνητο και ήξεραν να αλλάξουν ένα λάστιχο.
Το αυτοκίνητο ήταν καινούριο, ο Χαμπής ήταν πολύ έμπειρος οδηγός και σε δυό λεπτά είχε κατεβάσει τη ρεζέρβα και βρήκε όλα τα απαραίτητα, τον κρίκκο και τα κλειδιά. Σε δυό λεπτά και με τη βοήθεια και του Τοφή και του Χρύσανθου, ο τροχός με το τρυπημένο λάστιχο ξεβιδώθηκε κι αλλάχτηκε. Στο λεπτό βρέθηκαν όλοι μέσα και το αυτοκίνητο ξαναπήρε το δρόμο του.
Παρόλο που τα αυτοκίνητα ήταν λιγοστά, δεν μπορούσαν να αναπτύξουν και μεγάλη ταχύτητα γιατί ο δρόμος ήταν στενός, μόλις εννιά πόδια πλάτος και είχε πολλές στροφές, πιο πολλές τώρα που πλησίαζαν πια στον Σύμβουλο, όπου εργάζονταν. Όποτε ερχόταν κανένα αυτοκίνητο από απέναντι έπρεπε να μειώσουν την ταχύτητα τους στο ελάχιστο και να πέσουν στην άκρη του δρόμου. Ευτυχώς δε συναντήθηκαν με κανένα μεγάλο καμιόνι του στρατού, γιατί τότε θα καθυστερούσαν για τα καλά! Τα καμιόνια αυτα, που τα οδηγούσαν νεαροί, Εγγλέζοι στρατιώτες της θητείας, όταν δε συνοδεύονταν από αξιωματικό έκαναν δύσκολη τη ζωή στους οδηγούς που συναντούσαν. Τους υποχρέωναν να βγουν από το δρόμο, πατούσαν με μανία γκάζι κάνοντας τα λάστιχα τους να γυρίζουν και να σηκώνουν δαιμονισμένη σκόνη ή να πετούν νερά και λάσπες, ανάλογα με την εποχή και να λούζουντο «αντίπαλο» αυτοκίνητο. Το χειρότερο όμως ήταν εκείνη η άσεμνη χερονομία, που έκαναν με το μεσαίο δάκτυλο. Αυτο δεν το συγχωρούσαν με τίποτε οι Έλληνες οδηγοί, που υπέφεραν αυτά τα τερτίπια.
Ο Χαμπής, ευτυχώς δεν είχε κι αυτή την ατυχία εκείνο το πρωινό, έφτασε όμως στην είσοδο του εργοταξίου ακριβώς την ώρα που ένας Εγγλέζος στρατιώτης τραβούσε το συρματόπλεγμα για να κλείσει τον δρόμο. Ένας δεύτερος στρατιώτης στεκόταν στο πλάι, κρατώντας ανέμελα το όπλο του, ενώ ένας τρίτος στεκότανπίσω απότους σάκκους με άμμο, με τους οποίους ήταν φτιαγμένο ένα π ρόχειρο φυλάκιο.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε, σταμάτησε κι ο στρατιώτης που τραβούσε το συρματόπλεγμα. Τράβηξε το χειρόφρενο, ο Χαμπής και κατέβηκε, χωρίς να σβήσει τη μηχανή, κάτι που οι Εγγλέζοι απαγόρευαν. Αυτοί εδώ όμως, δεν του είπαν τίποτα, μόνο στάθηκαν και τον κοιτούσαν περιμένοντας, προφανώς τις εξηγήσεις του. Είχαν καταλάβει ότι ήταν εργαζόμενοι στον Σύμβουλο. Στάθηκε ο Χαμπής κοντά στο αυτοκίνητο του και τους κοίταξε κι αυτός για κάποια δευτερόλεπτα. Ήταν νέοι και δεν τους είχε ξαναδεί. Ίσως μόλις να είχαν φτάσει από την Αγγλία διαφορετικά δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί η ανεμελιά τους.
- Sorry, boys, flat tyre*, μάζεψετ' αγγλικά του ο Χαμπής που τα είχε μάθει σαν στρατιώτης με τους Εγγλέζους στον πόλεμο. Έδειξε και το λάστιχο, που είχαν αλλάξει, μήπως ο νεαρός στρατιώτης δεν κατάλαβε τι του είχε πει.
Έδωσε ένα γύρο το αυτοκίνητο, ο Εγγλέζος που στεκόταν στο πλάί. Είχε στραμμένο στη γη το όπλο του, σημάδι ότι δεν το έπαιζε σκληρός. Οι πιο πολλοί Εγγλέζοι στρατιώτες όπλιζαν επιδεικτικά το όπλο τους και το πρότασσαν σ' αυτούς που έλεγχαν. Αυτός εδώ όμως φαινόταν καλοβυζασμένος.
- You are late**! είπε, ενώ συμπλήρωνε το γύρο του αυτοκινήτου κι ερχόταν προς το μέρος του Χαμπή. Ήταν πολύ νέος, σχεδόν παδί, κατάξανθος με καταγάλανα μάτια. No one passing after seven***, συμπλήρωσε και χαμογέλασε, νιώθοντας την αμηχανία του Χαμπή.
-1 know, είπε ο Χαμπής και δεν έκρυβε τη στεναχώρια του. But it is only seven ten and this is the first time it happens, so...**** παραξενεύτηκε πού έβρισκε τα Εγγλέζικα.
Στο μεταξύ μέσα στο αυτοκίνητο δεν ακουγόταν τσιμουδιά,

* Flat tyre: Έσκασε λάστιχο
** You are late: Αργήσατε.
*** No one passing after seven: Κανένας δεν περνά μετάτις εφτά.
**** But it is only seven ten and this is the first time it happens, so: Αλλά
είναι μόλις εφτά και δέκα και αυτή είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει
οπότε...

αλλά όλοι κοίταζαν χωρίς πολλές ελπίδες ότι θα τους επέτρεπαν να περάσουν. Επίκεντρο στις σκέψεις τους ήταν κι ο Χαμπής που, ασφαλώς τον θεωρούσαν υπεύθυνο για την καθυστέρηση, όχι τόσο για το λάστιχο, όσο γιατί του κατέβηκε να πάρει άδεια και στο τέλος να αλλάξει ιδέα και να έρθει να τους πάρει και μάλιστα καθυστερημένος.
Ο Εγγλέζος στρατιώτης όμως, θες γιατί ήταν καλοπροαίρετος και ήξερε από φτώχεια, θες γιατί εντυπωσιάστηκε από τα αγγλικά του Χαμπή, κρέμμασε το όπλο στον ώμο, έριξε ακόμα μια ματιά μέσα στο αυτοκίνητο, αποτραβήκτηκε λίγο στο πλάι και σήκωσε ψηλά το χέρι κάνοντας τους νόημα να περάσουν. Ο άλλος στρατιώτης τράβηξε πίσω το συρματόπλεγμα. Ήταν κι αυτός πολύ νέος κατάξανθος και χαμογελαστός.
Είπε ένα δυνατό «Thankyou», ο Χαμπής, πολύ ζεστό και το εννοούσε πλήρως χαμογελώντας τους. Πήδηξε στο αυτοκίνητο και ξεκίνησε. Φεύγοντας προς το εργοτάξιο, έβγαλε το χέρι από το παράθυρο και τους χαιρέτησε κι εκείνοι ανταπέδωσαν.
- Μήπως αυτά τα παιδιά είναι που σκοτώνουμε στις ενέδρες; αναρωτήθηκε μ' ένα μουρμουρητό που κανείς δεν άκουσε. Στη καρδιά του ένιωσε λύπη. Είχε πολεμήσει στην έρημο με κάποιους συντρόφους σαν κι αυτούς, είχε πεινάσει μαζί τους στη μεγάλη υποχώρηση του Τομπρούκ, έφαγαν μαζί σκουλικιασμένη γαλέτα και ήπιαν τσάι στο οποίο κολυμπούσαν οι μύγες, μοίρασαν φόβους κι ανησυχίες έξω από την Αλεξάνδρεια, νέες νοσοκόμες, κατάξανθες σαν κι αυτούς, τον περιποιήθηκαν όταντραυματίοτηκε, και τώρα ήταν εκείνοι πάνω στα τεθωρακισμένα κι αυτοί πίσω από τους θάμνους και τις ξερολιθιές να ρίχνουν ο ένας στον άλλο και να αλληλοσκοτώνονται.
Τους άφησαν να περάσουν χωρίς να τους ζητήσουν καν ταυτότητα, κάτι που πρώτη φορά συνέβη. Όλοι ήταν βέβαιοι ότι η αιτία ήταν τα αγγλικά του Χαμπή. Μερικοί τον ζήλεψαν, γιατί ήξερε αυτή τη γλώσσα. Όμως οι πιο πολλοί θύμωσαν, γιατί το είχαν καλύτερο να επέστρεφαν πίσω παρά να προσπέσουν στους Εγγλέζους, μιλώντας τη γλώσσα τους. Όταν στις καρδιές των ανθρώπων φωλιάσει η έχθρα, όλα τα βλέπουν με τα μάτια του μίσους. Κι αυτοί οι χαμογελαστοί, Εγγλέζοι στρατιώτες, με το ζεστό τους χαμόγελο από το ξημέρωμα, γρήγορα θα άλλαζαν, όταν θα έρχονταν σε επαφή με τη πραγματικότητα, όταν ένας σύντροφος, που ήξεραν, θα σκοτωνόταν σε μια ενέδρα.
Έφτασαν στη δουλειά καθυστερημένοι δεκαπέντε ολόκληρα λεπτά και ο μάστρε-Χαρής τους έβαλε τις φωνές. Ο Χαμπής όμως του εξήγησε κι εκείνος κατάλαβε.
-Θα έπρεπε να σου κόψω όλο το μεροκάματο, του είπε φανερά μαλακωμένος, γιατί εσύ φταις. Δεν πειράζει όμως και μόνο που ήρθες αν και σου έδωσα άδεια, δεν θα σας αναφέρω. Θέλω όμως τη βοήθεια σου. Θέλω να αναλάβεις το σκαπτικό, γιατί ο Βαγόρας ειδοποίησε ότι είναι άρωοτος και δεν θα 'ρθεί. Στη πραγματικότητα ο Βαγόρας δεν ήρθε, γιατί τον ζητούσε η αστυνομία και κρυβόταν. Είχαν ρίξει, λέει, μια βόμβα στο χωριό του, τον Ύψωνα και τον είχαν υποψιαστεί. Μπορεί και να τον είχαν καταδώσει. Τα ήξερε αυτά ο μαοτρε-Χαρής, μα δεν χρειαζόταν και να τα εξιστορεί.
Ο Χαμπής τον κοιτούσε, μάλλον απορημένος. Νόμιζε ότι ο επιστάτης δεν τον πρόσεχε και τώρα έδειχνε να τον ξέρει και μάλιστα πολύ καλα. Τον είδε ο μάστρε-Χαρής που δίσταζε και τον έπιασε από το χέρι. Τον τράβηξε παράμερα και του μίλησε εμπιστευτικά, φανερό ότι δεν ήθελε να ακούουν άλλοι αυτά που θα του έλεγε.
- Άκουσε, Χαμπή του είπε. Σε ξέρω πολύ καλά. Ξέρω ότι πολέμησες με τους Εγγλέζους στο πόλεμο, ξέρω και για τους συγγενείς σου, που είναι στη φυλακή. Ξέρω και τον πατέρα σου, που κάναμε μαζί μαμμούρηδες. Μας διόρισαν οι Εγγλέζοι μέσα στον πόλεμο, εκείνος έλεγχε για τα φθαρτά, εγώ για τα σταφύλια. Εγώ είμαι από τον Κάθηκα, αλλά κάθομαι στη Λεμεσό. Αυτό, που θα σου πω θα είναι μεταξύ μας.
Τον κοίταξε σοβαρά στα μάτια. Ήταν φανερό ότι περίμενε απάντηση. Ο Χαμπής έγνεψε καταφατικά χωρίς καλά-καλά να το σκεφτεί. Συνέχισε το ίδιο χαμηλόφωνα ο μαοτρε-Χαρής.
- Ο Βαγόρας δεν είναι άρρωστος, αυτό μόνο να ξέρεις. Δεν πρέπει όμως να φανεί ότι έμεινε πίσω η δουλειά του. Το γιατί πρέπει να το καταλάβεις μόνος σου. Εγώ σε εμπιστεύομαι και θέλω να μου κάνεις τη χάρη. Δεν θα μείνει πάνω μου και με την πρώτη ευκαιρία θα ζητήσω να σου ανεβάσουν και την κλίμακα.
Το σκαπτικό ήταν ένας γεωργικός ελκυοτήρας, που του πρόσθεσαν ένα υδραυλικό σύστημα και μια κούπα μπροστά για να ισοπεδώνει, να μετακινεί πέτρες κι άλλα βαριά αντικείμενα και να καθαρίζει από θάμνους και δέντρα, τον τόπο όπου θα κτίζονταν σπίτια. Ο Χαμπής το είχε οδηγήσει μερικές φορές, όμως δεν ήταν καθόλου έμπειρος. Ήξερε βέβαια από υδραυλικά γιατί στο Σουέζ, όπου είχε εργαστεί πριν έξι χρόνια οδηγούσε σκυβαλοφόρο. Με τον Βαγόρα έκαναν παρέα, δεν είχαν όμως και καμιά ιδιαίτερη φιλία, και αυτός σαν να το περίμενε ότι μπορούσε μια μέρα να χρειαστεί να τον αντικαταστήσει, του είχε δείξει τα βασικά για το χειρισμό του τρακτέρ, που το είχαν μετατρέψει σε εκσκαφέα. Έτσι, χωρίς πολλές κουβέντες, σε λίγο ήταν ανεβασμένος και χειριζόταν το μηχάνημα, μάλιστα χωρίς προβλήματα και οι μοχλοί υπάκουαν, σαν να αναγνώριζαν το νέο τους αφεντικό.
Όμως, φαίνεται ότι μια μέρα που αρχίζει δύσκολα μπορεί να τελειώσει άσχημα. Έτσι, εκεί που πλησίαζε η ώρα να σχολάσουν, κοντά στις τέσσερις, κι ενώ οι εργάτες μετακινούσαν τα σκοίνα που είχε ξεριζώσει το σκαπτικό, ένας εργάτης, Βίκο τον έλεγαν, από το Ζακάκι, άρχισε να φωνάζει τρομαγμένος. Έτρεξαν να τον βοηθήσουν χωρίς καν να ξέρουν τι είχε συμβεί. Μια οχιά, αν και ναρκωμένη από τη χειμωνιά ήταν κρυμμένη κάτω από τις πέτρες, μέσα στον θάμνο. Ο Βίκος κρατούσε το χέρι του και φώναζε, δείχνοντας το δήγμα της πάνω στον καρπό του.
Σκότωσαν την οχιά κι επειδή το αυτοκίνητο του Χαμπή ήταν το πιο κοντινό του ζήτησαν να μεταφέρει, χωρίς καθυστέρηση τον Βίκο στο Νοσοκομείο της Λεμεσού. Μαζί του πήγε κι ο επιστάτης, ο Χαρής «γιατί, όταν επιστρέψεις δεν θα σε αφήνουν να μπεις να πάρεις τους άλλους», του είπε ήταν όμως και πονόψυχος και δεν θα έστελνε στο νοσοκομείο μόνο τον εργάτη του, θα πήγαινε μαζί του, για να τον καθησυχάζει και να βεβαιωθεί ότι θα του έδιναν όλη τη προσοχή, που χρειαζόταν. Το δήγμα της οχιάς δεν ήταν παίξε-γέλασε και πολλές φορές ήταν θανατηφόρο.
Πολύ εκτίμησε τον μαοτρε-Χαρή για τη στάση του αυτή ο Χαμπής, ήταν όμως και θυμωμένος γιατί έτυχε κι αυτό σήμερα και οι επιβάτες του, που θα επέστρεφαν μαζί του στο χωριό θα καθυστερούσαν πάρα πολύ, κι αυτό δεν θα του το συγχωρούσαν.

Πίσω, στο αχερωνάρι η Άσπρη είχε αρχίσει να γεννά. Το πρώτο, μικρό ρίφι έβγαινε μετα πίσω πόδια, κανονικά. «Θα έχει καλή γέννα, όπως πάντα», είπε η γιαγιά η Δεσποινού και χάιδεψε το ζώο στο κεφάλι. Κατάλαβε εκείνο ότι είχε συμπαράσταση κι άφησε ένα ελαφρύ βογγητό. Τα παιδιά, η Στέλλα, ο Κωστάκης και ο Κυριάκος στάθηκαν στην άκρη, κοντά στη πεζούλα και παρακολουθούσαν κρατώντας την αναπνοή τους. Η γιαγιά είχε ανάψει ξύλα στη νηστεία κι έβραζε γάλα. Δεν είχε σχηματιστεί ακόμα καρβουνιά, όμως η ζεστασιά μεταδιδόταν από τα αναμμένα ξύλα και τα παιδιά την ένιωθαν ευχάριστα στη πλάτη τους.
Η Στέλλα ήξερε πως η Άσπρη πονούσε κι όμως θαύμαζε με πόση υπομονή περίμενε το μικρό της να πέσει από πάνω της. Ο θείος Γιώρκος έλεγε πως, άμα έρχονταν πρώτα τα μπροστινά πόδια το ζώο κινδύνευε και μαζί του και τα μικρά που δεν είχαν ακόμα γεννηθεί. Όμως, ένας καλός κι έμπειρος βοσκός ήξερε πως ν' αντιμετωπίσει τέτοια κατάσταση. Όταν τα ζώα γεννούσαν κανονικά, δεν χρειαζόταν να είναι κάποιος κοντά τους. Τα αρνάκια τα έβρισκαν συνήθως γεννημένα, μέσα στη μάντρα την επομένη μέρα. Όταν όμως έβλεπαν τα ζώα να είναι ετοιμόγεννα, κυρίως στις κρύες νύχτες τα έβαζαν μέσα στον αχυρώνα ή, ακόμα κι εκεί που κοιμόντουσαν οι ίδιοι και ξαγρυπνούσαν μαζί τους μέχρι να γεννήσουν.
Η Στέλλα είχε δει και τις γουρούνες να γεννούν. Αυτές είχαν πάντοτε πιο εύκολη γέννα, χρειαζόταν όμως να είναι κάποιος κοντά γιατί ήταν πολύ απρόσεκτες κι έπρεπε τα νεογέννητα τους να τα απομακρύμουν μόλις γεννιούνταν, γιατί, μέσα στους πόνους της γέννας μπορούσε να ξαπλώσουν πάνω τους και να τα σκοτώσουν. Το κορίτσι είχε δει και τη γέννα μιας αγελάδας στις αρχές του καλοκαιριού που πέρασε. Είχαν πάει το ζώο στη μεγάλη αυλή του Μιχαήλη, μπροστά από το φούρνο, όπουόληη γειτονιά φούρνιζε. Το είχαν αφήσει λυτό κι αυτό ήταν ξαπλωμένο πάνω στην κοιλιά του και κάθε λίγο έβγαζε πονεμένα μουγκρητά. Τρεις μέρες και τρεις νύκτες ήταν εκεί και πηγαινοερχόταν ο Κωστής, ο ιδιοκτήτης της, μα το ζώο δεν έλεγε να γεννήσει.
Την τρίτη μέρα, η Στέλλα και ο Χριοτάκης επέστρεφαν από το σχολείο και μαζί τους ήταν και ο μικρός Κυριάκος, που τον πήραν από το καφενείο. Λοξοδρόμησαν λίγο και μπήκαν στην αυλή του Μιχαήλη. Ήταν εκεί και ο Μιχαήλης και ο Κωστής, αλλά και ο θείος Γιώρκος.
Η αγελάδα ήταν εκεί και μούγκριζε. Τώρα το μουγκρητό της ήταν πιο αδύναμο και πιο πονεμένο. Πραγματικά υπέφερε. Ο Κωστής κρατούσε ένα χοντρό σκοινί και ο Θείος Γιώρκος, μόλις είδε τα παιδιά, τους είπε να μείνουν μακριά, για να μην τρομάξουν το ζώο. Όλοι παρακολουθούσαν από απόσταση την τιτάνια προσπάθεια της αγελάδας, ίσως και να προσεύχονταν για τη γρήγορη απελευθέρωση της και πραγματικά, μ' ένα πολύ δυνατό μουγκρητό, το ζώο τινάχτηκε και στάθηκε στα πόδια του. Το μοσχαράκι της φάνηκε κι ερχόταν κανονικά. Άφησαν τα πόδια του να κατέβουν ακόμα λίγο και μετά τα έδεσαν με το σκοινί που κρατούσε ο Κωστής, οι τρείς άντρες τα τράβηξαν δυνατά, σταθερά και πολύ προσεκτικά. Γεννήθηκε έτσι, ένα πολύ όμορφο μοσχαράκι και η μητέρα του, με τον πλακούντα να κρέμμεται ακόμα, γύρισε κι άρχισε να το γλύφει και να το καθαρίζει. Κι εκείνο, πριν καν περάσει μισή ώρα σηκώθηκε κι άρχισε να θηλάζει.
Η γέννα της Άσπρης συνεχιζόταν. Η γιαγιά άρπαξε το πρώτο νεογέννητο και το έφερε κοντά στο πρόσωπο της μάνας του κι εκείνη άρχισε να το γλύφει και να το καθαρίζει. Φάνηκε και το δεύτερο ρίφι να κατεβαίνει. Ερχόταν κι αυτό κανονικά. Τότε ήρθαν και τα ξαδέρφια, ο Νίκος, ο Αλέξανδρος και ο Κλεόβουλος. Στάθηκαν κι αυτοί και παρακολουθούσαν το θαύμα της ζωής. Η γιαγιά κατέβασε το γάλα από τη φωτιά όταν έβρασε, τους είπε όμως να περιμένουν λίγο, να τελειώσει η Άσπρη με τη γέννα της για να τους το σερβίρει, με κομματάκια από ψωμί και μπόλικη ζάχαρη, όπωςπάντα.
Η γέννα τέλειωσε δυό ώρες μετα που ξεκίνησε. Η Άσπρη έκανε τέσσερα πολύ χαριτωμένα ρίφια, που είχαν ήδη σηκωθεί και θήλαζαν. Ήταν τρία θηλικά κι ένα αρσενικό. «Έτσι τώρα έχουμε απόγονο», είπε η γιαγιά και ήταν πολύ χαρούμενη. Καθάρισε από τον πλακούντα και τον πέταξε στην άκρη της αυλής από την άλλη μεριά του δρόμου, εκεί όπου πετούσαν την κοπριά και όλα τα άχρηστα που μάζευαν από το σπίτι, την αυλή και τη μάντρα.
Όλα τα παιδιά είχαν απολαύσει το γάλα που τους έβρασε η γιαγιά και τώρα κάθονταν κοντά στην Άσπρη και χάϊδευαν τα μικρά ζωάκια. Το μεσημέρι, ήρθε κι ο παππούς με μια πολύ ευχάριστη έκπληξη. Μαζί του ήταν και η Μαρούλα και ο Αντρίκκος του θείου Ν ικόλα .Τους έστειλε η θεία η Θεκλού μ' ένα καλαθάκι γεμάτο με γλυκά που είχε φτιάξει για τη γιορτή του θείου.